In order to fully operate this website you need to enable Javascript in your browser.
Σχετικά Άρθρα

Θέατρο για παιδιά στο Μουσείο Μπενάκη


«Μεταφερόμενη σκηνή» για πρώτη φορά ιδρύουν οι οργανισμοί Μουσείο Μπενάκη, Δημοτικό Θέατρο Πειραιά και Θέατρο Θησείον.

Η PRO4 -σε συνεργασία με το Μουσείο Μπενάκη- παρουσιάζει επί σκηνής το βραβευμένο μυθιστόρημα του Χρήστου Μπουλώτη «Το άγαλμα που κρύωνε».

Το έργο, απόσπασμα του οποίου περιλαμβάνεται στη διδακτέα ύλη της ΣΤ’ Δημοτικού, θέτει τη φιλία, τη νοσταλγία και την προσφυγιά με ό,τι εκείνη συνεπάγεται, και μεταφέρεται επί σκηνής από τον Λευτέρη Γιοβανίδη, σε μία παράσταση για παιδιά 5-12 ετών.

Το ξεχωριστό δείγμα της σύγχρονης ελληνικής παιδικής λογοτεχνικής παραγωγής (εκδόσεις Πατάκη) μεταφέρεται στο σανίδι και υπόσχεται σε μικρούς και μεγάλους θεατές μια ιδιαίτερη θεατρική εμπειρία με την σφραγίδα των έμπειρων συντελεστών και συνεργατών. Κι όλα αυτά στο πλαίσιο μιας παιδικής «μεταφερόμενης σκηνής» που για πρώτη φορά ιδρύουν οι οργανισμοί Μουσείο Μπενάκη, Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, Οέατρο Θησείον.

Το «Άγαλμα που κρύωνε» ξεκινά το ταξίδι του στο Μουσείο Μπενάκη, την Κυριακή, 22 Οκτωβρίου και κάθε Κυριακή στις 15:00.

Λίγα λόγια για την ιστορία:

Η ιστορία ξεκινά από παλιά. Από τότε που το μικρό μαρμάρινο αγόρι άφησε την πατρίδα του στη Μικρά Ασία, απ' όπου το φυγάδεψαν το 1922, και στεγάστηκε στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας. Έκτοτε, το άγαλμα, με την κάπα και το σκυλάκι, το «Προσφυγάκι», όπως το βάφτισε η κυρία Σέμνη, η διευθύντρια του μουσείου, δεν έχει πάψει να κρυώνει από μοναξιά και από νοσταλγία για την πατρίδα του. Κάποια στιγμή, όμως, τα πράγματα στην γκρίζα καθημερινότητα του μικρού μαρμάρινου αγοριού θα αρχίσουν να αλλάζουν απρόσμενα...

Λίγα λόγια για το βιβλίο

Το «Άγαλμα που κρύωνε», μια ιστορία στα όρια πραγματικότητας και φαντασίας, πραγματεύεται, με τρόπο που να καλλιεργεί όχι μόνο τις ιστορικές γνώσεις αλλά και την ενσυναίσθηση των παιδιών, ένα πολύ επίκαιρο και σημαντικό θέμα: την προσφυγιά. Μέσα από τις περιπέτειες του μικρού μαρμάρινου αγοριού, φωτίζει με ευαισθησία τη νοσταλγία που νιώθουν οι πρόσφυγες για τις πατρίδες που αναγκάστηκαν να χάσουν και τη λαχτάρα τους να επιστρέψουν εκεί, ενώ δεν παραλείπει να τονίσει την αξία της αληθινής φιλίας και την αποδοχή των προσφύγων στα νέα περιβάλλοντα που εκείνοι καλούνται να ζήσουν.