In order to fully operate this website you need to enable Javascript in your browser.

Από το Μέιν με... αγάπη: Η ιστορία του ομογενούς Τζιμ Τσελίκη

STORIES, 12.09.2018 07:50
ΚΣ

Κορίνα Σαμάρκου



Η ιστορία του ομογενούς Τζιμ Τσελίκη, που αποδεικνύει ότι το αμερικανικό όνειρο ζει ακόμη.

Ο Τζιμ Τσελίκης μεγάλωσε σε ένα ψαροχώρι του Μέιν, εκεί όπου η κάθε μέρα παίρνει χρώμα από την άνοδο της παλίρροιας και άρωμα από τον φρέσκο θαλασσινό αέρα. Παιδί μιας ελληνικής οικογένειας, ήταν μόλις 8 χρόνων όταν ο πατέρας του τον έστειλε για πρώτη φορά να καθαρίσει το πάτωμα της ελληνορθόδοξης εκκλησίας του Πόρτλαντ, για να μάθει την αξία της σκληρής δουλειάς. Ομως, αυτό που θυμάται πάνω από όλα από την παιδική του ηλικία είναι οι Κυριακές στην πίσω αυλή του σπιτιού του, όπου όλη η οικογένεια μαζευόταν γύρω από ένα τραπέζι με βουτυράτα καλαμπόκια και κατακόκκινους, αχνιστούς αστακούς, τη λιχουδιά για την οποία είναι διάσημη αυτή η γωνιά του Ατλαντικού Ωκεανού. Αυτή ακριβώς η νοσταλγία για τις γεύσεις και τα αρώματα της παιδικής τους ηλικίας ενέπνευσαν τον Τσελίκη και τον ξάδελφό του, Σαμπίν Λόμακ, να μετατρέψουν την καντίνα που αγόρασαν αντί 20.000 δολαρίων σε μια αυτοκρατορία, αξίας 20 εκατομμυρίων. Ολα ξεκίνησαν κάπως τυχαία, πριν από έξι χρόνια. Εκείνη την εποχή ο Τσελίκης ζούσε στη Βοστώνη πουλώντας ιατρικά μηχανήματα και ο Λόμακ βρισκόταν στο Λος Αντζελες, όπου δούλευε στο real estate όσο προσπαθούσε να πετύχει ως ηθοποιός.

Μια βραδιά με πολύ αλκοόλ και ακόμα περισσότερες αναμνήσεις από τα παιδικά τους χρόνια έπεισε τα δύο ξαδέλφια να χτίσουν μια επιχείρηση που να στηρίζεται στην αυθεντική εμπειρία του Μέιν. Στο Λος Αντζελες, εκεί όπου οι αστακοί κόστιζαν 100 δολάρια το κιλό και σερβίρονταν μόνο σε πολυτελή εστιατόρια με κατάλευκα τραπεζομάντιλα, ο Τσελίκης σκέφτηκε να τους πουλά από το παράθυρο μιας καντίνας, μέσα σε σάντουιτς. Οι δυο τους συγκέντρωσαν ό,τι οικονομίες είχαν για να αγοράσουν μια καντίνα και στράφηκαν στα social media για να διαφημίσουν τα σάντουιτς με αστακό. Χωρίς καν να το γνωρίζουν, είχαν χτυπήσει φλέβα χρυσού. Την πρώτη ημέρα λειτουργίας της καντίνας τους, πριν καν ανακαλύψουν πώς να ανάψουν την ψησταριά, συνάντησαν μια ουρά από ανυπόμονους πελάτες να τους περιμένει.

Ο αστακός του Μέιν γοήτευσε την Ανατολική Ακτή και τα νέα άρχισαν να διαδίδονται στόμα με στόμα ή από τα τοπικά media. Μέσα σε μερικές μέρες, τα δύο ξαδέλφια δέχθηκαν πρόταση να εμφανιστούν στο reality για επιχειρηματίες «Shark Tank».

Επένδυση

Τσελίκης και Λόμακ αποδέχθηκαν την πρόταση μόνον όταν είχαν βεβαιωθεί ότι μπορούσαν να «πουλήσουν» καλά την επιχείρησή τους στους τρεις ενδιαφερόμενους επενδυτές της εκπομπής. Οι δυο τους προπονήθηκαν σκληρά, κάνοντας άπειρες πρόβες και χρησιμοποιώντας τις πιο ανορθόδοξες μεθόδους για να διασφαλίσουν ότι το άγχος της τηλεόρασης και η πίεση των επενδυτών δεν θα τους οδηγούσαν σε κάποιο στραβοπάτημα. Προετοιμάστηκαν επαναλαμβάνοντας ξανά και ξανά το business plan της επιχείρησής τους, καθώς έτρεχαν λαχανιασμένοι, κάτω από τον θόρυβο ενός σεσουάρ, ακόμα και την ώρα που ο ένας προσπαθούσε να αποσπάσει την προσοχή του άλλου με μπουνιές στο πρόσωπο και άσεμνες χειρονομίες. Τελικά, τα κατάφεραν.

Η γνωστή επιχειρηματίας Μπάρμπαρα Κόρκοραν επένδυσε 55.000 δολάρια στην Cousins Meine Lobster, παίρνοντας ως αντάλλαγμα το 15% της εταιρείας τους. Εξι χρόνια μετά, ο Τσελίκης και ο Λόμακ έχουν μετατρέψει εκείνη την πρώτη καντίνα σε μια επιχειρηματική αυτοκρατορία με παρουσία σε 16 αμερικανικές πόλεις, 28 καντίνες, 4 κανονικά εστιατόρια και ένα περιζήτητο μοντέλο franchise. Μάλιστα έχουν φτάσει μέχρι και την Ασία, ανοίγοντας τρία εστιατόρια στην Ταϊβάν, ενώ πλέον πραγματοποιούν πωλήσεις που ξεπερνούν τα 20 εκατ. δολάρια.

Τα δύο ξαδέλφια έχουν εμφανιστεί στα μεγαλύτερα αμερικανικά τηλεοπτικά δίκτυα, δίνουν συχνά διαλέξεις για την επιχειρηματικότητα, ενώ ο Λόμακ έχει τη δική του τηλεοπτική εκπομπή μαγειρικής. Η ιστορία τους αποτυπώθηκε στο βιβλίο που έγραψαν υπό τον τίτλο «Cousins Maine Lobster: Πώς μία καντίνα έγινε μια επιχείρηση εκατομμυρίων». Ομως ο ίδιος ο Τσελίκης αποδεικνύει ότι τα μυαλά τους δεν πήραν ποτέ αέρα. «Είχαμε στον νου μας ότι πρέπει να είμαστε ταπεινοί», έχει πει σε κάποια συνέντευξή του στο περιοδικό «Time». Οσο για το μυστικό της επιτυχίας του; «Κάνουμε ένα εκατομμύριο ερωτήσεις. Μη φοβάστε ότι θα ακουστείτε ή θα φανείτε χαζοί», είναι η συμβουλή που δίνει στους νέους.

Δημοσιεύθηκε στα Παραπολιτικά 8/9/2018

TAGS: