Μια απόπειρα επαναχάραξης των όρων στη σκακιέρα της Μέσης Ανατολής μοιάζει να είναι η Συμφωνία της Μέκκας, η αμυντική σύμπραξη Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν, που συνήφθη την προηγούμενη Παρασκευή (7/8). Άγκυρα, Ριάντ και Ισλαμαμπάντ έρχονται κοντά (μόνο τυχαία δεν μοιάζει να είναι η αναφορά στη Μέκκα), με το σύμφωνο να χαρακτηρίζεται ήδη από αναλυτές ως «ισλαμικό ΝΑΤΟ», καθώς περιλαμβάνει μια ρήτρα συλλογικής ασφάλειας τύπου Αρθρου 5 (ένοπλη επίθεση εναντίον ενός σημαίνει επίθεση εναντίον όλων).

Αμεσα, δε, η Αγκυρα, μεταξύ άλλων και μέσω δηλώσεων του Χακάν Φιντάν, διεμήνυσε πως θα έβλεπε θετικά και την ένταξη της Αιγύπτου (σ.σ.: σημειώνεται πως ο Τούρκος ΥΠ.ΕΞ. έχει προγραμματίσει διήμερη επίσκεψη στις 13 και 14 Αυγούστου), επαναλαμβάνοντας μια δομή ανάλογη του σχήματος R4, όπου το Κάιρο, άλλωστε, είναι μέρος της σχετικής συνεννόησης με τους συνυπογράψαντες τη Συμφωνία της Μέκκας. Αυτό, τουλάχιστον επί του παρόντος, δεν δείχνει πιθανό, δεδομένων των ενστάσεων που εκφράζει η Σαουδική Αραβία, αλλά και ενδεχόμενων αμφιβολιών της ίδιας της Αιγύπτου, που «βλέπει» μεν προς την αμυντική βιομηχανία της Αγκυρας, ερείδεται, όμως, παράλληλα και στη συνεχιζόμενη στήριξη από τις ΗΠΑ, με φόντο τη Συνθήκη Ειρήνης του 1979 με το Ισραήλ.

Συμφωνία της Mέκκας: Θεσμοποίηση της αμυντικής συνεργασίας των εταίρων

Αναλύοντας επιμέρους στοιχεία της συμφωνίας, που μοιάζει να επιθυμεί τη θεσμοποίηση της αμυντικής συνεργασίας των εταίρων (δημιουργώντας και «δομή» τύπου ΝΑΤΟ, πέραν του Αρθρου 5 που αναφέρθηκε ανωτέρω), εστιάζει αρχικά στην πιθανή δημιουργία μιας υπολογίσιμης δύναμης, σε αριθμητικούς όρους: Ερχονται κοντά μια κυρίαρχη πετρελαιοεξαγωγός χώρα (Σ. Αραβία) με τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας (Τουρκία) και τη μόνη μουσουλμανική πυρηνική δύναμη του πλανήτη (Πακιστάν).

Συνδυαζόμενες, αριθμούν 1,4 εκατομμύρια εν ενεργεία στρατιωτικό προσωπικό, 3.400 αεροσκάφη, 6.000 άρματα μάχης και περισσότερα από 340 ναυτικά μέσα, σύμφωνα με τον Global Firepower Index του 2026, που κατατάσσει τις αμυντικές δυνατότητες 145 χωρών, στοιχεία του οποίου παρουσιάζει το Al Jazeera. «Οι τρεις χώρες αλληλοσυμπληρώνονται ασυνήθιστα καλά», δήλωσε την περασμένη εβδομάδα στο πρακτορείο ειδήσεων Agence France-Presse ο Αντρέας Κριγκ, λέκτορας Ασφάλειας στο King’s College London. «Η Τουρκία έχει τεχνολογία και παραγωγική ικανότητα, αλλά χρειάζεται αγορές και επενδύσεις. Το Πακιστάν διαθέτει εργατικό δυναμικό, στρατιωτικούς θεσμούς και πυρηνική αποτροπή, αλλά χρειάζεται χρηματοδότηση και βιομηχανικές δυνατότητες», σημείωσε ο Κριγκ, με τις δύο χώρες να προσβλέπουν στη Σαουδική Αραβία, για πρόσβαση στα απαιτούμενα κεφάλαια. Από τη μεριά της, η Σαουδική Αραβία μπορεί να «ποντάρει» στην αμυντική βιομηχανία της Αγκυρας και στην πυρηνική ισχύ του Ισλαμαμπάντ, για να ενισχύσει το δικό της gravitas, πέραν της αμερικανικής παρουσίας, με φόντο και τις απειλές σε θαλάσσιες αρτηρίες ζωτικής σημασίας, όπως τα στενά του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ και του Ορμούζ.

Απόπειρα "διασύνδεσης" μεταξύ των "περιφερειακών" παικτών

Η εν λόγω εξέλιξη είναι σαφές πως αποτελεί μια απόπειρα «διασύνδεσης» μεταξύ των «περιφερειακών» παικτών, δεδομένης της αμφιθυμίας της Ουάσινγκτον να συνεχίσει να διαδραματίζει ηγετικό ρόλο στην περιοχή. Από εκεί και πέρα, η Συμφωνία της Μέκκας μοιάζει να τοποθετεί απέναντί της τόσο το Ισραήλ όσο και το Ιράν, με τις τρεις σουνιτικές δυνάμεις να επιδιώκουν να περιορίσουν τις γεωπολιτικές επιδιώξεις Τελ Αβίβ και Τεχεράνης. Και αν το Ιράν φαίνεται πως δεν ανησυχεί τόσο, τουλάχιστον δημόσια (κάτι που προκύπτει και από τις σχετικές δηλώσεις του εκπροσώπου του ιρανικού ΥΠ.ΕΞ., Εσμαΐλ Μπαγκαΐ, που υπενθύμισε τους δεσμούς της χώρας με το Πακιστάν και την Τουρκία), αυτό δεν ισχύει για το Ισραήλ.

Ανώτεροι Ισραηλινοί αξιωματούχοι που μίλησαν στα ΜΜΕ της χώρας αναφέρθηκαν σε μια «συμμαχία που στρέφεται κατά του Ισραήλ», με τις επισημάνσεις πως, αντί του σιιτικού άξονα, που πλέον έχει αποδυναμωθεί, πλέον δομείται ένας «σουνιτικός άξονας», με την Τουρκία να μπαίνει σε πρώτο πλάνο. Με δεδομένο αυτό, το Ισραήλ καλείται να αναπτύξει αντίβαρα, έχοντας στο προσκήνιο τις σχέσεις με την Ελλάδα και την Κύπρο, αλλά και την Ινδία ή τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ανάλυση της «Jerusalem Post», που εστίασε περισσότερο στην προσέγγιση Ισραήλ και Ινδίας (που αντίστοιχα ανησυχεί από την πιθανή ενίσχυση του Πακιστάν), ως απόρροια της Συμφωνίας της Μέκκας.

Σαφές µήνυµα στο Ριάντ στέλνει η Αθήνα

Με ιδιαίτερη προσοχή παρακολουθεί και η Αθήνα τις εξελίξεις που διαμορφώνονται στη Μέση Ανατολή: Μια πρώτη αντίδραση αποτελεί η μεταβολή του πλαισίου της ελληνικής στρατιωτικής παρουσίας στο Ριάντ. Μέχρι πρότινος η παραµονή της πυροβολαρχίας των Patriot αξιολογούνταν σε ετήσια βάση, µέσα από ένα πλαίσιο αµοιβαίας εµπιστοσύνης και στρατηγικής συνεννόησης. Ωστόσο, τα νέα δεδοµένα επέβαλαν την άµεση αναθεώρηση αυτής της τακτικής, µε την Αθήνα να αυστηροποιεί τη στάση της και να στέλνει σαφές µήνυµα στο Ριάντ. Πλέον το καθεστώς της ετήσιας αξιολόγησης αλλάζει, δίνοντας τη θέση του σε µηνιαία επαναξιολόγηση της παρουσίας της συστοιχίας των Patriot στη Σαουδική Αραβία.

Η Αθήνα, έτσι, καθιστά σαφές στο Ριάντ ότι η ελληνική συνδροµή στην ασφάλεια της Σαουδικής Αραβίας δεν πρέπει να θεωρείται δεδοµένη ή ανεξάρτητη από τις ευρύτερες συμμαχίες που επιλέγει να κάνει το βασίλειο, ειδικά όταν σε αυτές εµπλέκονται δυνάµεις που απειλούν ή αµφισβητούν τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώµατα. Αναµφίβολα, η παρουσία της Αγκυρας στο νέο τριµερές σχήµα δηµιουργεί εύλογες ανησυχίες, καθώς η Ελλάδα δεν επιθυµεί να προσφέρει στρατηγικές... διευκολύνσεις σε περιβάλλοντα όπου η τουρκική επιρροή ενισχύεται καθοριστικά.


Δημοσιεύτηκε στα Παραπολιτικά