Ισλανδία: Στο νήμα το δημοψήφισμα για την επιστροφή στις διαπραγματεύσεις με την ΕΕ
Στις κάλπες πλήθος κόσμου
Το ερώτημα που τίθεται στους περίπου 400.000 κατοίκους της Ισλανδίας είναι συγκεκριμένο: ''Πρέπει η Ισλανδία να επαναλάβει τις διαπραγματεύσεις ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση;''
Σε ένα δημοψήφισμα που μπορεί να βάλει την Ισλανδία σε ευρωπαϊκή τροχιά, έπειτα από περισσότερο από μία δεκαετία, οι Ισλανδοί προσέρχονται στις κάλπες το Σάββατο για να αποφασίσουν εάν η χώρα θα επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η αναμέτρηση αναμένεται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, καθώς οι τελευταίες δημοσκοπήσεις καταγράφουν μια κοινωνία σχεδόν διχασμένη στη μέση.
Το ερώτημα που τίθεται στους περίπου 400.000 κατοίκους της χώρας είναι συγκεκριμένο: «Πρέπει η Ισλανδία να επαναλάβει τις διαπραγματεύσεις ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση;» Η απάντηση «ναι» δεν σημαίνει, ωστόσο, άμεση ένταξη. Θα ανοίξει τον δρόμο για την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων με τις Βρυξέλλες και, εφόσον αυτές ολοκληρωθούν με συμφωνία, θα απαιτηθεί νέο δημοψήφισμα για την τελική αποδοχή ή απόρριψη της ένταξης.
Η συγκυρία, πάντως, είναι πολύ διαφορετική από εκείνη της προηγούμενης απόπειρας. Η Ισλανδία υπέβαλε αίτηση ένταξης στην ΕΕ το 2009, στον απόηχο της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης. Οι διαπραγματεύσεις προχώρησαν τα επόμενα χρόνια, αλλά πάγωσαν το 2013, μετά την άνοδο στην εξουσία μιας ευρωσκεπτικιστικής κυβέρνησης, και έκτοτε η ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας παρέμεινε ουσιαστικά στο περιθώριο.
Η Ισλανδία είναι ιδρυτικό μέλος του ΝΑΤΟ, αλλά αποτελεί τη μοναδική χώρα της Συμμαχίας που δεν διαθέτει δικές της ένοπλες δυνάμεις. Η άμυνά της βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ και στη διμερή αμυντική συμφωνία με τις ΗΠΑ που χρονολογείται από το 1951. Παράλληλα, η γεωγραφική της θέση είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς βρίσκεται στο λεγόμενο GIUK Gap, το θαλάσσιο πέρασμα που συνδέει τον Αρκτικό με τον Βόρειο Ατλαντικό και εκτείνεται μεταξύ Γροιλανδίας, Ισλανδίας και Βρετανίας.
Οι πρόσφατες εντάσεις γύρω από τη Γροιλανδία και οι δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ για την απόκτηση του νησιού από τις ΗΠΑ έχουν προσθέσει μια νέα διάσταση στη συζήτηση. Η Ισλανδία, αν και ανεξάρτητο κράτος, βρίσκεται στην καρδιά μιας περιοχής που αποκτά ολοένα μεγαλύτερη στρατηγική σημασία για τις μεγάλες δυνάμεις.
Η ίδια η ισλανδική κυβέρνηση έχει επισημάνει ότι το διεθνές σύστημα βρίσκεται σε περίοδο αναταράξεων και ότι η στενότερη συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα για την προστασία των συμφερόντων της χώρας.
Η Ισλανδία είναι ήδη στενά συνδεδεμένη με την ευρωπαϊκή οικονομία. Συμμετέχει στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, στη ζώνη Σένγκεν και στην Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών, χωρίς όμως να έχει θέση στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων της ΕΕ. Η πλήρης ένταξη θα της έδινε λόγο στη διαμόρφωση των ευρωπαϊκών πολιτικών, ενώ θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για συμμετοχή στην τελωνειακή ένωση και, δυνητικά, υιοθέτηση του ευρώ.
Από την άλλη πλευρά, οι πολέμιοι της ένταξης φοβούνται ότι η χώρα θα χάσει μέρος του ελέγχου της σε έναν από τους σημαντικότερους οικονομικούς της πόρους: την αλιεία. Το ζήτημα αυτό είχε βρεθεί στο επίκεντρο των προηγούμενων διαπραγματεύσεων και αναμένεται να αποτελέσει ένα από τα δυσκολότερα κεφάλαια μιας νέας διαπραγμάτευσης.
Υπάρχει επίσης το ζήτημα της ισλανδικής κορόνας. Για τους υποστηρικτές της ένταξης, η υιοθέτηση του ευρώ θα μπορούσε να προσφέρει μεγαλύτερη νομισματική σταθερότητα σε μια οικονομία που έχει βρεθεί αντιμέτωπη με υψηλό κόστος ζωής και μεταβλητότητα του εθνικού νομίσματος. Για τους αντιπάλους, όμως, η διατήρηση της κορόνας αποτελεί βασικό εργαλείο οικονομικής ευελιξίας και στοιχείο της εθνικής ανεξαρτησίας.
Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η έκβαση έχει επίσης ιδιαίτερη σημασία. Η ένταξη μιας μικρής, πλούσιας και ήδη στενά συνδεδεμένης με την ευρωπαϊκή αγορά δημοκρατίας θα αποτελούσε μια σημαντική επιτυχία για την ευρωπαϊκή διεύρυνση, σε μια περίοδο κατά την οποία η ΕΕ επιχειρεί να ενισχύσει την επιρροή και την παρουσία της σε ένα ολοένα πιο ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον.
Το ερώτημα που τίθεται στους περίπου 400.000 κατοίκους της χώρας είναι συγκεκριμένο: «Πρέπει η Ισλανδία να επαναλάβει τις διαπραγματεύσεις ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση;» Η απάντηση «ναι» δεν σημαίνει, ωστόσο, άμεση ένταξη. Θα ανοίξει τον δρόμο για την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων με τις Βρυξέλλες και, εφόσον αυτές ολοκληρωθούν με συμφωνία, θα απαιτηθεί νέο δημοψήφισμα για την τελική αποδοχή ή απόρριψη της ένταξης.
Η συγκυρία, πάντως, είναι πολύ διαφορετική από εκείνη της προηγούμενης απόπειρας. Η Ισλανδία υπέβαλε αίτηση ένταξης στην ΕΕ το 2009, στον απόηχο της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης. Οι διαπραγματεύσεις προχώρησαν τα επόμενα χρόνια, αλλά πάγωσαν το 2013, μετά την άνοδο στην εξουσία μιας ευρωσκεπτικιστικής κυβέρνησης, και έκτοτε η ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας παρέμεινε ουσιαστικά στο περιθώριο.
Ισλανδία: Από την οικονομία στην ασφάλεια
Σήμερα, όμως, το ζήτημα έχει αποκτήσει μια πολύ ευρύτερη διάσταση. Η αυξανόμενη γεωπολιτική αστάθεια στην Αρκτική, οι εξελίξεις γύρω από τη Γροιλανδία και η αλλαγή των ισορροπιών στις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο το ερώτημα για το πού βρίσκεται η θέση της Ισλανδίας σε ένα ολοένα πιο αβέβαιο διεθνές περιβάλλον.Η Ισλανδία είναι ιδρυτικό μέλος του ΝΑΤΟ, αλλά αποτελεί τη μοναδική χώρα της Συμμαχίας που δεν διαθέτει δικές της ένοπλες δυνάμεις. Η άμυνά της βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ και στη διμερή αμυντική συμφωνία με τις ΗΠΑ που χρονολογείται από το 1951. Παράλληλα, η γεωγραφική της θέση είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς βρίσκεται στο λεγόμενο GIUK Gap, το θαλάσσιο πέρασμα που συνδέει τον Αρκτικό με τον Βόρειο Ατλαντικό και εκτείνεται μεταξύ Γροιλανδίας, Ισλανδίας και Βρετανίας.
Οι πρόσφατες εντάσεις γύρω από τη Γροιλανδία και οι δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ για την απόκτηση του νησιού από τις ΗΠΑ έχουν προσθέσει μια νέα διάσταση στη συζήτηση. Η Ισλανδία, αν και ανεξάρτητο κράτος, βρίσκεται στην καρδιά μιας περιοχής που αποκτά ολοένα μεγαλύτερη στρατηγική σημασία για τις μεγάλες δυνάμεις.
Η ίδια η ισλανδική κυβέρνηση έχει επισημάνει ότι το διεθνές σύστημα βρίσκεται σε περίοδο αναταράξεων και ότι η στενότερη συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα για την προστασία των συμφερόντων της χώρας.
Οικονομία, αλιεία και εθνική κυριαρχία
Παρά τη γεωπολιτική διάσταση, η συζήτηση για την ΕΕ εξακολουθεί να περιστρέφεται σε μεγάλο βαθμό γύρω από τα παραδοσιακά ζητήματα που απασχολούν τους Ισλανδούς: την οικονομία, το νόμισμα, την εθνική κυριαρχία και, πάνω απ’ όλα, την αλιεία.Η Ισλανδία είναι ήδη στενά συνδεδεμένη με την ευρωπαϊκή οικονομία. Συμμετέχει στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, στη ζώνη Σένγκεν και στην Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών, χωρίς όμως να έχει θέση στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων της ΕΕ. Η πλήρης ένταξη θα της έδινε λόγο στη διαμόρφωση των ευρωπαϊκών πολιτικών, ενώ θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για συμμετοχή στην τελωνειακή ένωση και, δυνητικά, υιοθέτηση του ευρώ.
Από την άλλη πλευρά, οι πολέμιοι της ένταξης φοβούνται ότι η χώρα θα χάσει μέρος του ελέγχου της σε έναν από τους σημαντικότερους οικονομικούς της πόρους: την αλιεία. Το ζήτημα αυτό είχε βρεθεί στο επίκεντρο των προηγούμενων διαπραγματεύσεων και αναμένεται να αποτελέσει ένα από τα δυσκολότερα κεφάλαια μιας νέας διαπραγμάτευσης.
Υπάρχει επίσης το ζήτημα της ισλανδικής κορόνας. Για τους υποστηρικτές της ένταξης, η υιοθέτηση του ευρώ θα μπορούσε να προσφέρει μεγαλύτερη νομισματική σταθερότητα σε μια οικονομία που έχει βρεθεί αντιμέτωπη με υψηλό κόστος ζωής και μεταβλητότητα του εθνικού νομίσματος. Για τους αντιπάλους, όμως, η διατήρηση της κορόνας αποτελεί βασικό εργαλείο οικονομικής ευελιξίας και στοιχείο της εθνικής ανεξαρτησίας.
Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η έκβαση έχει επίσης ιδιαίτερη σημασία. Η ένταξη μιας μικρής, πλούσιας και ήδη στενά συνδεδεμένης με την ευρωπαϊκή αγορά δημοκρατίας θα αποτελούσε μια σημαντική επιτυχία για την ευρωπαϊκή διεύρυνση, σε μια περίοδο κατά την οποία η ΕΕ επιχειρεί να ενισχύσει την επιρροή και την παρουσία της σε ένα ολοένα πιο ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον.
En