Οι δύο ισχυροί σεισμοί μεγέθους 7,2 και 7,5 Ρίχτερ που έπληξαν τη Βενεζουέλα, προκαλώντας δεκάδες θανάτους, εκατοντάδες τραυματισμούς και εκτεταμένες καταστροφές, επανέφεραν στο προσκήνιο το ερώτημα κατά πόσο ένα αντίστοιχο φαινόμενο θα μπορούσε να εκδηλωθεί στον ελληνικό χώρο. Οι σεισμολόγοι απαντούν στο parapolitika.gr τι δείχνει η σεισμική ιστορία της χώρας και ποια είναι τα ρήγματα που συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Σημειώνεται πως στη Βενεζουέλα υπάρχουν φόβοι πως για χιλιάδες νεκρούς από τους ισχυρούς σεισμούς.

Διαβάστε: Παπαζάχος: Αυτά τα τρία ρήγματα στην Ελλάδα μπορούν να δώσουν σεισμό άνω των 7 Ρίχτερ, όπως της Βενεζουέλας


Βασίλης Καραστάθης: Εξαιρετικά σπάνιοι τόσο μεγάλοι σεισμοί στον ελληνικό χώρο

Ο διευθυντής του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου, δρ. Βασίλης Καραστάθης, επισημαίνει ότι σεισμοί αντίστοιχου μεγέθους είναι εξαιρετικά σπάνιοι στην Ελλάδα. Όπως εξηγεί, οι περιπτώσεις που έχουν καταγραφεί ιστορικά είναι «μετρημένες στα δάχτυλα», με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον καταστροφικό σεισμό του 365 μ.Χ. στην Κρήτη, ο οποίος εκτιμάται ότι ξεπέρασε τα 8 Ρίχτερ και προκάλεσε ισχυρό τσουνάμι στη Μεσόγειο. Η πιο πρόσφατη αντίστοιχη περίπτωση ήταν ο σεισμός της Αμοργού το 1956, ο οποίος επίσης συνοδεύτηκε από τσουνάμι.

Σύμφωνα με τον ίδιο, το ελληνικό τόξο αποτελεί τη σημαντικότερη σεισμογόνο ζώνη της χώρας και περιλαμβάνει πολλά ενεργά ρήγματα, ορισμένα από τα οποία διαθέτουν μεγάλο σεισμικό δυναμικό. Ωστόσο, τονίζει ότι η εκδήλωση σεισμών τόσο μεγάλου μεγέθους αποτελεί εξαιρετικά σπάνιο φαινόμενο, καθώς το ιστορικό αντίστοιχων γεγονότων στον ελληνικό χώρο είναι ιδιαίτερα περιορισμένο και αφορά μεμονωμένες περιπτώσεις.


Αθανάσιος Γκανάς: Υπάρχουν μεγάλα ενεργά ρήγματα τόσο στην ξηρά όσο και στη θάλασσα που μπορούν να δώσουν ιδιαίτερα ισχυρούς σεισμούς

Από την πλευρά του, ο σεισμολόγος και διευθυντής Ερευνών του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου, Αθανάσιος Γκανάς, υπογραμμίζει, μιλώντας στο parapolitika.gr, ότι η Ελλάδα παραμένει η πιο σεισμογενής χώρα της Ευρώπης και η έκτη πιο σεισμογενής στον κόσμο, προσθέτοντας ότι υπάρχουν μεγάλα ενεργά ρήγματα τόσο στην ξηρά όσο και στη θάλασσα, τα οποία μπορούν να δώσουν ιδιαίτερα ισχυρούς σεισμούς.

Όπως αναφέρει, χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν το ρήγμα της Αμοργού, που έδωσε τον σεισμό των 7,5 Ρίχτερ το 1956, το ρήγμα της Κεφαλονιάς, από το οποίο προήλθε ο σεισμός των 7,2 Ρίχτερ το 1953, καθώς και το ρήγμα της Αταλάντης, που προκάλεσε τον σεισμό των 7 Ρίχτερ το 1894. Παράλληλα, σημειώνει ότι σημαντικό σεισμικό δυναμικό διαθέτουν και τα μεγάλα ρήγματα του Βόρειου Αιγαίου, αλλά και της θαλάσσιας περιοχής νότια της Κρήτης.

Ο κ. Γκανάς σημειώνει ότι, παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα διαθέτει γενικά σύγχρονες αντισεισμικές κατασκευές, η εκπαίδευση των πολιτών σε θέματα σεισμικής προστασίας χρειάζεται περαιτέρω ενίσχυση. Όπως λέει, οι ασκήσεις που πραγματοποιούνται στα σχολεία αποτελούν μια σημαντική πρωτοβουλία, όμως η εξοικείωση των πολιτών με τις σωστές οδηγίες προστασίας θα πρέπει να αποτελεί διαρκή προτεραιότητα, καθώς η χώρα ζει με έναν υπαρκτό και διαχρονικό σεισμικό κίνδυνο.

«Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στην Ελλάδα υπάρχουν μεγάλα ενεργά ρήγματα, τόσο στον χερσαίο όσο και στον υποθαλάσσιο χώρο. Αυτό σημαίνει ότι οφείλουμε να είμαστε πάντα προετοιμασμένοι και να επενδύουμε περισσότερο στη σεισμική παιδεία», καταλήγει.