Δολοφονία Σταυρούλας Λεβεντάκη: Τα πέντε λάθη που πρόδωσαν τον 43χρονο Σκοπιανό - Η σακούλα με τα αυγά, οι αντιφάσεις στις καταθέσεις και τα αόρατα ίχνη αίματος
Τι αποκάλυψε η εγκληματολογική έρευνα
Πώς η Ασφάλεια Χανίων ξετύλιξε το κουβάρι της δολοφονίας της Σταυρούλας Λεβεντάκη
Για σχεδόν τρεις εβδομάδες η Σταυρούλα Λεβεντάκη θεωρούνταν ακόμα μία αγνοούμενη γυναίκα. Οταν ο αδελφός της δήλωσε την εξαφάνισή της στις 8 Ιουνίου, κανείς δεν γνώριζε ότι η 45χρονη είχε ήδη δολοφονηθεί από τις 30 Μαΐου και ότι η σορός της βρισκόταν θαμμένη σε αγροτεμάχιο στον Βατόλακκο Χανίων. Οι αστυνομικοί κλήθηκαν ουσιαστικά να ερευνήσουν ένα έγκλημα που είχε συμβεί δέκα ημέρες νωρίτερα, με πολύτιμο χρόνο να έχει ήδη χαθεί και τα περισσότερα ίχνη να έχουν, θεωρητικά, εξαφανιστεί.
Ο 43χρονος Σκοπιανός, καθ’ ομολογίαν δράστης πίστευε ότι είχε οργανώσει προσεκτικά κάθε βήμα της συγκάλυψης. Είχε καθαρίσει το σπίτι, είχε μεταφέρει και θάψει τη σορό, είχε πετάξει το κινητό τηλέφωνο του θύματος, είχε πραγματοποιήσει αναλήψεις από τις τραπεζικές της κάρτες για να δημιουργήσει την εντύπωση της ληστείας και είχε διαγράψει υλικό από κάμερες ασφαλείας. Όμως, όπως αποδείχθηκε, όσο προσεκτικό κι αν φαίνεται ένα σχέδιο συγκάλυψης, πάντα αφήνει πίσω του ψήγματα της αλήθειας.
Δολοφονία Σταυρούλας Λεβεντάκη: Πώς η ΕΛΑΣ έφτασε στη σύλληψη του Σκοπιανού
Το πρώτο λάθος του ήταν η ίδια η ημερομηνία που επέλεξε να δώσει στους αστυνομικούς. Στην αρχική του κατάθεση υποστήριξε ότι είχε δει τη Σταυρούλα στις 29 Μαΐου και όχι στις 30 Μαΐου, ημέρα κατά την οποία τελικά αποδείχθηκε ότι δολοφονήθηκε. Μάλιστα, εμφανιζόταν απόλυτα βέβαιος για όσα έλεγε, εξηγώντας ότι θυμόταν την ημερομηνία επειδή το είχε συζητήσει με τη σύζυγό του.
Μια φαινομενικά ασήμαντη λεπτομέρεια ήταν αυτή που άρχισε να γκρεμίζει το άλλοθί του. Ο άνθρωπος που είχε δώσει στη Σταυρούλα αυγά λίγο πριν εξαφανιστεί κατέθεσε ότι η συνάντησή τους έγινε στις 30 Μαΐου. Η λεπτομέρεια αποκτούσε ακόμα μεγαλύτερη σημασία επειδή κάμερες ασφαλείας είχαν καταγράψει τη γυναίκα να κατευθύνεται προς το σπίτι του δράστη κρατώντας ακριβώς τη συγκεκριμένη σακούλα.
Έτσι, η προσπάθεια μετατόπισης της ημέρας εξαφάνισης κατέρρευσε. Και μαζί της άρχισε να καταρρέει και το υπόλοιπο οικοδόμημα που είχε στήσει. Οι αστυνομικοί παρατήρησαν γρήγορα ότι οι εξηγήσεις του 43χρονου άλλαζαν από κατάθεση σε κατάθεση. Αρχικά, ισχυρίστηκε ότι παρέμεινε όλη την ημέρα στο σπίτι του. Στη συνέχεια θυμήθηκε ότι είχε πάει να ταΐσει τις κότες του και ότι απλώς είχε ξεχάσει να το αναφέρει. Οι κάμερες, όμως, κατέγραφαν μια διαφορετική πραγματικότητα. Ήταν η στιγμή που ο 43χρονος άρχισε να μετατρέπεται από μάρτυρας σε πρόσωπο ιδιαίτερου αστυνομικού ενδιαφέροντος.
Το κρίσιμο στοιχείο για την έρευνα
Οι αστυνομικοί είχαν στα χέρια τους ένα κρίσιμο στοιχείο: κάμερα ασφαλείας κατέγραψε τη Σταυρούλα Λεβεντάκη στις 16.18 το απόγευμα της 30ής Μαΐου να στρίβει σε αδιέξοδο δρόμο, όπου βρισκόταν η οικία του 43χρονου. Αυτό που δεν κατέγραψε ποτέ καμία κάμερα ήταν η έξοδός της.
Το γεγονός αυτό αποτέλεσε σημείο καμπής για την έρευνα. Παράλληλα, η ανάλυση δεκάδων ωρών βιντεοληπτικού υλικού αποκάλυψε μετακινήσεις του υπόπτου που δεν συμβάδιζαν με όσα υποστήριζε. Καταγράφηκε να αποχωρεί από το σπίτι του, να κινείται προς τις Μουρνιές και να επιστρέφει λίγο αργότερα σε χρονικό σημείο που, σύμφωνα με τη μετέπειτα ομολογία του, είχε ήδη αφαιρέσει τη ζωή της 45χρονης και είχε πραγματοποιήσει ανάληψη χρημάτων από τις τραπεζικές της κάρτες. Αργότερα το ίδιο βράδυ καταγράφηκε να φεύγει ξανά από το σπίτι του. Σύμφωνα με όσα ομολόγησε, ήταν η διαδρομή κατά την οποία ξεφορτώθηκε προσωπικά αντικείμενα της Σταυρούλας και κατέστρεψε το κινητό της τηλέφωνο, προσπαθώντας να εξαφανίσει κάθε ίχνος που θα μπορούσε να τον συνδέσει με την εξαφάνισή της. Το επόμενο πρωί, λίγο μετά τις 6.20, οι κάμερες τον κατέγραψαν να αναχωρεί με το μπλε βαν του. Μέσα σε αυτό βρισκόταν, όπως παραδέχθηκε αργότερα, η σορός της γυναίκας.
Τα εγκληματολογικά ευρήματα
Παρά τα παραπάνω, η υπόθεση δεν θα μπορούσε να «δέσει» χωρίς τα εγκληματολογικά ευρήματα. Ο δράστης ήταν πεπεισμένος ότι είχε καθαρίσει αποτελεσματικά τον χώρο. Η έρευνα, ωστόσο, αποκάλυψε ένα σπίτι που εξακολουθούσε να «μιλάει».
Με τη χρήση ειδικών πηγών φωτισμού και εξειδικευμένων μεθόδων ανίχνευσης βιολογικών ιχνών, τα στελέχη της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών εντόπισαν κηλίδες αίματος σε πόρτες, τοίχους, έπιπλα, ντουλάπια, στην κρεβατοκάμαρα, ακόμα και σε αντικείμενα καθημερινής χρήσης. Στα σκουπίδια βρέθηκε και ένα άδειο μπουκάλι aqua forte, στοιχείο που παρέπεμπε σε προσπάθεια εντατικού καθαρισμού. Η εικόνα συμπληρώθηκε όταν οι εγκληματολόγοι ερεύνησαν το μπλε βαν. Και εκεί εντοπίστηκαν ίχνη αίματος στον πίσω αποθηκευτικό χώρο, επιβεβαιώνοντας ότι το όχημα είχε χρησιμοποιηθεί για τη μεταφορά της σορού. Οι εργαστηριακές εξετάσεις DNA ήρθαν να δώσουν την τελική απάντηση. Το γενετικό υλικό που βρέθηκε ταυτοποιήθηκε ως προερχόμενο από γυναίκα και, μέσω συγκριτικής ανάλυσης με δείγματα των γονέων της αγνοούμενης, αποδόθηκε με εξαιρετικά υψηλό βαθμό βεβαιότητας στη Σταυρούλα Λεβεντάκη. Από εκείνο το σημείο και μετά ο κλοιός είχε κλείσει οριστικά.
Η ομολογία του 43χρονου δράστη
Υπό το βάρος των ευρημάτων, των καταθέσεων, των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων, του βιντεοληπτικού υλικού και των αποτελεσμάτων των εγκληματολογικών εξετάσεων, ο 43χρονος λύγισε. Ομολόγησε τη δολοφονία και υπέδειξε το σημείο όπου είχε θάψει τη σορό της γυναίκας.
Η υπόθεση της Σταυρούλας Λεβεντάκη δεν αποτελεί μόνο ένα από τα πιο συγκλονιστικά εγκλήματα των τελευταίων μηνών στην Κρήτη. Συνιστά ταυτόχρονα και ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς μια έρευνα που ξεκίνησε με σημαντική χρονική καθυστέρηση κατάφερε να ανασυνθέσει κάθε κρίσιμη λεπτομέρεια. Γιατί, τελικά, ο άνθρωπος που πίστεψε ότι είχε σβήσει όλα τα ίχνη του προδόθηκε από τα ίδια τα λάθη του: μια λανθασμένη ημερομηνία, μερικές αντιφάσεις, λίγες σταγόνες αίματος και μια σακούλα με αυγά που αποδείχθηκε πιο αποκαλυπτική από όσο θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί.
Δημοσιεύτηκε στα Παραπολιτικά