Η φονική έκρηξη στο εργοστάσιο παραγωγής και συσκευασίας ξιδιού στα Εξαμίλια Κορινθίας, όπου ένας 67χρονος εργαζόμενος έχασε τη ζωή του, επαναφέρει με δραματικό τρόπο στο προσκήνιο το ζήτημα της ασφάλειας στους χώρους εργασίας και των ελέγχων σε βιομηχανικές εγκαταστάσεις. Το εργατικό δυστύχημα σημειώθηκε τη Δευτέρα 27 Ιουλίου, περίπου στις 13:36. Σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής στοιχεία, ο 67χρονος εκτελούσε εργασίες ηλεκτροσυγκόλλησης κοντά σε παροχή υγραερίου, όταν σημειώθηκε η ισχυρή έκρηξη και ακολούθησε μεγάλη πυρκαγιά. Οι έρευνες εξετάζουν, μεταξύ άλλων, εάν υπήρξε διαρροή από σωλήνα που μετέφερε προπάνιο, χωρίς ακόμη να υπάρχει οριστικό πόρισμα για τα αίτια.

Διαβάστε: Κορινθία: Τρεις φονικές εκρήξεις σε εργοστάσια μέσα σε επτά μήνες με επτά νεκρούς εργαζόμενους - Η μαύρη λίστα των εργατικών δυστυχημάτων μεγαλώνει (Εικόνες)

Στο σημείο βρίσκονταν πέντε εργαζόμενοι της επιχείρησης, ενώ από την έκρηξη έχασε τη ζωή του ο 67χρονος. Για την υπόθεση συνελήφθησαν ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης, ο τεχνικός ασφαλείας και ο επιβλέπων λειτουργίας, οι οποίοι αναμένεται να οδηγηθούν στον εισαγγελέα εντός της ημέρας, ενώ το ανακριτικό κλιμάκιο της Πυροσβεστικής συνεχίζει την έρευνα.

Με αφορμή τη νέα τραγωδία, ο Σταύρος Χρηστίδης, μέλος της Διοίκησης του Εργατικού Κέντρου Δυτικής Αττικής και αντιπρόεδρος του Κλαδικού Σωματείου Ενέργειας, περιγράφει στο parapolitika.gr μια ιδιαίτερα ανησυχητική εικόνα στους χώρους εργασίας.


"Έχουμε νεκρούς και σακατεμένους εργάτες"

Ο κ. Χρηστίδης αναφέρεται στα αλλεπάλληλα εργατικά ατυχήματα και δυστυχήματα που καταγράφονται σε διαφορετικούς κλάδους, από εργοστάσια και οικοδομές έως τους διανομείς. «Έχουμε πολλούς τραυματίες. Γενικά έχουμε πολλά εργατικά ατυχήματα, νεκρούς και σακατεμένους εργάτες», σημειώνει, καταγγέλλοντας πως «στο κυνήγι του κόστους δεν λογαριάζουν τίποτα. Ούτε μέτρα ασφαλείας ούτε συνθήκες εργασίας».


Οι καταγγελίες για εργασία μέσα στον καύσωνα

Ο κ. Χρηστίδης αναφέρεται και στις συνθήκες εργασίας κατά τις ημέρες ακραίων θερμοκρασιών, υποστηρίζοντας ότι υπήρξαν επιχειρήσεις που συνέχισαν να λειτουργούν παρά τα μέτρα που είχαν ανακοινωθεί για την προστασία των εργαζομένων. Όπως επισημαίνει, εργατικά σωματεία χρειάστηκε να παρέμβουν σε χώρους δουλειάς προκειμένου να σταματήσουν εργασίες που πραγματοποιούνταν μέσα στον καύσωνα και να εφαρμοστούν οι σχετικές προβλέψεις του υπουργείου. «Τα σωματεία πήγαιναν και σταματούσαν επιχειρήσεις που δούλευαν και δεν εφάρμοζαν την εγκύκλιο του υπουργείου που προέβλεπε παύση εργασιών», αναφέρει χαρακτηριστικά.


"Η Επιθεώρηση δεν επαρκεί για μια τόσο μεγάλη βιομηχανική περιοχή"

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στη Δυτική Αττική, καθώς, σύμφωνα με τον ίδιο, το πρόσφατο εργατικό δυστύχημα στον Ασπρόπυργο δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο γεγονός. «Δεν είναι το πρώτο ατύχημα που γίνεται. Έχουμε δεκάδες ατυχήματα καθημερινά», σημειώνει, τονίζοντας ότι η αρμόδια υπηρεσία δεν διαθέτει το προσωπικό που απαιτείται για να πραγματοποιεί τον αριθμό και την έκταση των ελέγχων που χρειάζεται μια τόσο μεγάλη βιομηχανική περιοχή. «Η Επιθεώρηση δεν επαρκεί για να μπορέσει να κάνει τη δουλειά που πρέπει σε μια τόσο μεγάλη βιομηχανική περιοχή», λέει χαρακτηριστικά.


"Υπάρχουν άλλα τόσα που δεν έχουν καταγραφεί"

Παράλληλα, ο κ. Χρηστίδης θέτει το ζήτημα της υποκαταγραφής των εργατικών ατυχημάτων και δυστυχημάτων, υποστηρίζοντας ότι οι αριθμοί που γίνονται γνωστοί δεν αποτυπώνουν την πλήρη εικόνα. Όπως εξηγεί, τα σοβαρά περιστατικά που έχουν γίνει γνωστά αποτελούν μόνο ένα μέρος όσων συμβαίνουν στους χώρους δουλειάς. «Είναι αυτά που έχουν συμβεί και άλλα τόσα που δεν έχουν καταγραφεί από το υπουργείο», καταγγέλλει.

Ζητά, παράλληλα, να υπάρξει πλήρης καταγραφή όχι μόνο των εργατικών ατυχημάτων, αλλά και των επαγγελματικών ασθενειών, ώστε να υπάρχει σαφέστερη εικόνα για τις συνέπειες που έχουν οι συνθήκες εργασίας στην υγεία των εργαζομένων.

Για τον κ. Χρηστίδη, το βασικό ζήτημα είναι ευρύτερο: η πρόληψη πριν από το δυστύχημα και όχι η αναζήτηση απαντήσεων μόνο αφού χαθεί μια ανθρώπινη ζωή.

Η φονική έκρηξη στην Κορινθία προστίθεται σε μια σειρά περιστατικών που επαναφέρουν το ερώτημα κατά πόσο οι ελεγκτικοί μηχανισμοί διαθέτουν το προσωπικό και τα μέσα που απαιτούνται για να πραγματοποιούν τους απαιτούμενους ελέγχους, αλλά και κατά πόσο τα μέτρα υγιεινής και ασφαλείας εφαρμόζονται ουσιαστικά μέσα στους χώρους δουλειάς.