Από την ακρίβεια στα κινεζικά e-shops - Η νέα καταναλωτική συνήθεια των Ελλήνων
Τι δείχνει έρευνα
Το 79% των Ελλήνων έχει αγοράσει από κινεζική πλατφόρμα ηλεκτρονικού εμπορίου, το υψηλότερο ποσοστό στην ευρωζώνη, σύμφωνα με την ΕΚΤ
Η συζήτηση γύρω από την Temu, τη Shein, την AliExpress και τις υπόλοιπες κινεζικές πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου συνήθως εξαντλείται στον αθέμιτο ανταγωνισμό, στα τελωνεία και στα πολύ φθηνά προϊόντα. Τα τελευταία στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, όμως, δείχνουν ότι για την Ελλάδα το ζήτημα έχει αποκτήσει πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις. Κι αυτό γιατί η χώρα μας εμφανίζει τη μεγαλύτερη διείσδυση κινεζικών marketplaces σε ολόκληρη την ευρωζώνη.
Διαβάστε: "Φρένο" στις παραγγελίες από Temu και Shein: Πτώση 53% στα δέματα μετά το τέλος των 3 ευρώ
Σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση «Consumer Expectations Survey» της ΕΚΤ, που πραγματοποιήθηκε τον περασμένο Απρίλιο, το 79% των Ελλήνων καταναλωτών δηλώνει ότι έχει αγοράσει τουλάχιστον μία φορά από κινεζική πλατφόρμα ηλεκτρονικού εμπορίου. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης που εξετάστηκαν. Ακολουθούν η Πορτογαλία με 77% και η Ισπανία με 69%, ενώ η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική στις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρώπης, με τη Γερμανία στο 40% και τη Γαλλία στο 43%. Γεγονός που καταδεικνύει ότι οι Ελληνες καταναλωτές έχουν εντάξει σε πολύ μεγάλο βαθμό αυτές τις πλατφόρμες στις αγοραστικές τους συνήθειες και ότι οι εγχώριοι παίκτες καλούνται πλέον να ανταγωνιστούν επιχειρήσεις που διαθέτουν τεράστια γκάμα προϊόντων, χαμηλές τιμές και παγκόσμια κλίμακα.
Η ίδια η ΕΚΤ αποδίδει τις μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των χωρών σε μια σειρά παραγόντων. Μεταξύ αυτών είναι οι καταναλωτικές συνήθειες, η αναγνωρισιμότητα των πλατφορμών, η αποτελεσματικότητα των δικτύων διανομής, η εμπιστοσύνη των καταναλωτών, αλλά και η ποιότητα και η ανταγωνιστικότητα των τοπικών εναλλακτικών στο λιανεμπόριο. Για την Ελλάδα, το τελευταίο στοιχείο είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον. Το 79% δείχνει ότι οι κινεζικές πλατφόρμες βρήκαν πρόσφορο έδαφος σε μια αγορά όπου μεγάλο μέρος των καταναλωτών αναζητεί πρωτίστως χαμηλές τιμές και πολύ μεγάλη επιλογή.
Η ΕΚΤ καταγράφει σημαντική χρήση και στα υψηλότερα εισοδήματα. Το γεγονός αυτό αποδυναμώνει την άποψη ότι πρόκειται αποκλειστικά για μια αγορά πολύ φθηνών προϊόντων που απευθύνεται σε συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα. Δεύτερος μεγάλος παράγοντας είναι η ποικιλία. Ρούχα, είδη σπιτιού και κουζίνας, ηλεκτρονικές συσκευές και gadgets βρίσκονται μεταξύ των δημοφιλέστερων κατηγοριών. Το μοντέλο μέχρι σήμερα στηριζόταν κυρίως σε αγορές μικρής αξίας. Σχεδόν τα δύο τρίτα των παραγγελιών που καταγράφει η ΕΚΤ δεν ξεπερνούν τα 25 ευρώ, ενώ περίπου το 90% βρίσκεται έως τα 50 ευρώ.
Παράλληλα, ένας στους πέντε καταναλωτές δηλώνει ότι πραγματοποιεί αγορές τουλάχιστον μία φορά τον μήνα. Η κλίμακα του φαινομένου είναι τεράστια. Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που επικαλείται η ΕΚΤ, περίπου το 90% των αποστολών ηλεκτρονικού εμπορίου αξίας έως 150 ευρώ που εισήλθαν στην Ευρωπαϊκή Ενωση το 2024 προέρχονταν από την Κίνα. Ο αριθμός των σχετικών αντικειμένων εκτινάχθηκε από 1,9 δισ. το 2023 σε 4,17 δισ. το 2024. Ωστόσο, τα νέα μέτρα που εφαρμόζονται στις χαμηλής αξίας αποστολές αρχίζουν να αλλάζουν τα δεδομένα.
Θυμίζουμε ότι από την 1η Ιουλίου εφαρμόζεται χρέωση 3 ευρώ στα δέματα αξίας κάτω των 150 ευρώ. Τα πρώτα στοιχεία που παρατίθενται για τη Λιέγη, μία από τις βασικές πύλες εισόδου του ευρωπαϊκού e-commerce, δείχνουν ότι οι αποστολές ηλεκτρονικού εμπορίου υποχώρησαν κατά 24% σε ετήσια βάση τον Ιούλιο και κατά 41% σε σχέση με τον Ιούνιο. Το ενδιαφέρον, όμως, βρίσκεται αλλού: την ίδια περίοδο οι αποστολές σε ιδιώτες πελάτες από την Κίνα αξίας άνω των 150 ευρώ αυξήθηκαν κατά 10%. Εάν αυτή η τάση αποκτήσει μονιμότερα χαρακτηριστικά, η πίεση για το ελληνικό ηλεκτρονικό εμπόριο ενδέχεται να περάσει σε μια νέα φάση.
Υπάρχουν, βεβαίως, παράγοντες που εξακολουθούν να λειτουργούν υπέρ των ευρωπαϊκών και των ελληνικών επιχειρήσεων. Οι καταναλωτές που δεν χρησιμοποιούν κινεζικές πλατφόρμες αναφέρουν κυρίως ανησυχίες για την ποιότητα, την αξιοπιστία, την ασφάλεια προσωπικών δεδομένων και πληρωμών, την εξυπηρέτηση μετά την πώληση και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα.
Ορισμένοι δηλώνουν επίσης ότι προτιμούν ευρωπαϊκά προϊόντα ή ότι επιθυμούν να στηρίζουν τοπικές επιχειρήσεις και θέσεις εργασίας. Ωστόσο, η γεωπολιτική φαίνεται να έχει περιορισμένη επιρροή. Μόλις περίπου ένας στους πέντε δηλώνει ότι οι διεθνείς πολιτικές εντάσεις τον κάνουν λιγότερο πρόθυμο να αγοράσει από κινεζικές πλατφόρμες. Σε κάθε περίπτωση, η τιμή, η ευκολία και η ποικιλία παραμένουν ισχυρότερα κίνητρα.
*Δημοσιεύθηκε στα Παραπολιτικά
Διαβάστε: "Φρένο" στις παραγγελίες από Temu και Shein: Πτώση 53% στα δέματα μετά το τέλος των 3 ευρώ
Σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση «Consumer Expectations Survey» της ΕΚΤ, που πραγματοποιήθηκε τον περασμένο Απρίλιο, το 79% των Ελλήνων καταναλωτών δηλώνει ότι έχει αγοράσει τουλάχιστον μία φορά από κινεζική πλατφόρμα ηλεκτρονικού εμπορίου. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης που εξετάστηκαν. Ακολουθούν η Πορτογαλία με 77% και η Ισπανία με 69%, ενώ η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική στις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρώπης, με τη Γερμανία στο 40% και τη Γαλλία στο 43%. Γεγονός που καταδεικνύει ότι οι Ελληνες καταναλωτές έχουν εντάξει σε πολύ μεγάλο βαθμό αυτές τις πλατφόρμες στις αγοραστικές τους συνήθειες και ότι οι εγχώριοι παίκτες καλούνται πλέον να ανταγωνιστούν επιχειρήσεις που διαθέτουν τεράστια γκάμα προϊόντων, χαμηλές τιμές και παγκόσμια κλίμακα.
Η ίδια η ΕΚΤ αποδίδει τις μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των χωρών σε μια σειρά παραγόντων. Μεταξύ αυτών είναι οι καταναλωτικές συνήθειες, η αναγνωρισιμότητα των πλατφορμών, η αποτελεσματικότητα των δικτύων διανομής, η εμπιστοσύνη των καταναλωτών, αλλά και η ποιότητα και η ανταγωνιστικότητα των τοπικών εναλλακτικών στο λιανεμπόριο. Για την Ελλάδα, το τελευταίο στοιχείο είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον. Το 79% δείχνει ότι οι κινεζικές πλατφόρμες βρήκαν πρόσφορο έδαφος σε μια αγορά όπου μεγάλο μέρος των καταναλωτών αναζητεί πρωτίστως χαμηλές τιμές και πολύ μεγάλη επιλογή.
Η τάση που οδηγεί τους καταναλωτές σε αυτές τις πλατφόρμες
Η έρευνα της ΕΚΤ είναι σαφής ως προς το τι οδηγεί τους καταναλωτές σε αυτές τις πλατφόρμες. Οι λέξεις που εμφανίζονται συχνότερα στις απαντήσεις είναι «τιμή», «φθηνό» και «φθηνότερο». Η ακρίβεια των τελευταίων ετών μπορεί να έχει αποκλιμακωθεί σε επίπεδο πληθωρισμού, όμως το συνολικό επίπεδο τιμών παραμένει αυξημένο και οι καταναλωτές εξακολουθούν να συγκρίνουν έντονα τις διαθέσιμες επιλογές. Η τάση είναι ακόμα πιο έντονη στα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, όπου η χρήση κινεζικών ιστοσελίδων λιανικής πώλησης είναι μεγαλύτερη.Η ΕΚΤ καταγράφει σημαντική χρήση και στα υψηλότερα εισοδήματα. Το γεγονός αυτό αποδυναμώνει την άποψη ότι πρόκειται αποκλειστικά για μια αγορά πολύ φθηνών προϊόντων που απευθύνεται σε συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα. Δεύτερος μεγάλος παράγοντας είναι η ποικιλία. Ρούχα, είδη σπιτιού και κουζίνας, ηλεκτρονικές συσκευές και gadgets βρίσκονται μεταξύ των δημοφιλέστερων κατηγοριών. Το μοντέλο μέχρι σήμερα στηριζόταν κυρίως σε αγορές μικρής αξίας. Σχεδόν τα δύο τρίτα των παραγγελιών που καταγράφει η ΕΚΤ δεν ξεπερνούν τα 25 ευρώ, ενώ περίπου το 90% βρίσκεται έως τα 50 ευρώ.
Παράλληλα, ένας στους πέντε καταναλωτές δηλώνει ότι πραγματοποιεί αγορές τουλάχιστον μία φορά τον μήνα. Η κλίμακα του φαινομένου είναι τεράστια. Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που επικαλείται η ΕΚΤ, περίπου το 90% των αποστολών ηλεκτρονικού εμπορίου αξίας έως 150 ευρώ που εισήλθαν στην Ευρωπαϊκή Ενωση το 2024 προέρχονταν από την Κίνα. Ο αριθμός των σχετικών αντικειμένων εκτινάχθηκε από 1,9 δισ. το 2023 σε 4,17 δισ. το 2024. Ωστόσο, τα νέα μέτρα που εφαρμόζονται στις χαμηλής αξίας αποστολές αρχίζουν να αλλάζουν τα δεδομένα.
Θυμίζουμε ότι από την 1η Ιουλίου εφαρμόζεται χρέωση 3 ευρώ στα δέματα αξίας κάτω των 150 ευρώ. Τα πρώτα στοιχεία που παρατίθενται για τη Λιέγη, μία από τις βασικές πύλες εισόδου του ευρωπαϊκού e-commerce, δείχνουν ότι οι αποστολές ηλεκτρονικού εμπορίου υποχώρησαν κατά 24% σε ετήσια βάση τον Ιούλιο και κατά 41% σε σχέση με τον Ιούνιο. Το ενδιαφέρον, όμως, βρίσκεται αλλού: την ίδια περίοδο οι αποστολές σε ιδιώτες πελάτες από την Κίνα αξίας άνω των 150 ευρώ αυξήθηκαν κατά 10%. Εάν αυτή η τάση αποκτήσει μονιμότερα χαρακτηριστικά, η πίεση για το ελληνικό ηλεκτρονικό εμπόριο ενδέχεται να περάσει σε μια νέα φάση.
Υπάρχουν, βεβαίως, παράγοντες που εξακολουθούν να λειτουργούν υπέρ των ευρωπαϊκών και των ελληνικών επιχειρήσεων. Οι καταναλωτές που δεν χρησιμοποιούν κινεζικές πλατφόρμες αναφέρουν κυρίως ανησυχίες για την ποιότητα, την αξιοπιστία, την ασφάλεια προσωπικών δεδομένων και πληρωμών, την εξυπηρέτηση μετά την πώληση και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα.
Ορισμένοι δηλώνουν επίσης ότι προτιμούν ευρωπαϊκά προϊόντα ή ότι επιθυμούν να στηρίζουν τοπικές επιχειρήσεις και θέσεις εργασίας. Ωστόσο, η γεωπολιτική φαίνεται να έχει περιορισμένη επιρροή. Μόλις περίπου ένας στους πέντε δηλώνει ότι οι διεθνείς πολιτικές εντάσεις τον κάνουν λιγότερο πρόθυμο να αγοράσει από κινεζικές πλατφόρμες. Σε κάθε περίπτωση, η τιμή, η ευκολία και η ποικιλία παραμένουν ισχυρότερα κίνητρα.
*Δημοσιεύθηκε στα Παραπολιτικά