Εδώ και αρκετά χρόνια, ο Ιεροκλής Μιχαηλίδης ζει στην Αθήνα και στο θέατρο εμφανίζεται κάθε χρόνο, καθώς για εκείνον είναι καθημερινότητα, είπε στον Γιάννη Ξυνόπουλο στο «Secret» στο ένθετο του πολιτισμού της εφημερίδας ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ που κυκλοφόρησε το Σάββατο 14/02/2020.

«Φέτος δούλεψα και το καλοκαίρι, που συνήθως κάθομαι. Γενικά τα καλοκαίρια αποφεύγω να είμαι σε παραστάσεις, γιατί συνήθως ο χειμώνας είναι βαρύς και δύσκολος, με δύο και τρεις δουλειές, αλλά φέτος το καλοκαίρι εργάστηκα».

Μπορεί να μην έχει λείψει μέρα από το θέατρο, αλλά το ευρύ κοινό τον θυμάται από την τηλεόραση, αφού οι «Ιστορίες του αστυνόμου Μπέκα» παίζουν ακόμη στην τηλεόραση.

«Λογικό», λέει, «αφού η τηλεόραση μπαίνει στα σπίτια μας καθημερινά. Χαρακτηριστικά θα σας πω ότι μια επιτυχημένη παράσταση μπορεί να τη δουν γύρω στους 70.000-80.000 θεατές, ενώ ένα τηλεοπτικό επεισόδιο, ακόμα και σε επανάληψη, θα το δουν 500.000 άνθρωποι σε μία ώρα. Είναι μεγάλη η διαφορά της προσέγγισης».



Τώρα εμφανίζεται στην κωμωδία «Ένα λιοντάρι μεσοπέλαγα». Είναι η πρώτη παραγωγή του θεάτρου «Μικρού Άνεσις» του κορυφαίου Πολωνού δραματουργού Σλάβομιρ Μρόζεκ, σε σκηνοθεσία Νικίτα Μιλιβόγιεβιτς, με τον οποίο συναντιέται για δεύτερη φορά μετά την επιτυχημένη τους συνεργασία στους «Ήρωες» του G. Sibleyras. Μαζί του οι Α. Πελτέκης, Γ. Οικονομίδης και Θ. Κοντογιώργης.

«Η κεντρική ιδέα είναι μήπως πρέπει να φαγωθεί κάποιος για να σωθούν οι άλλοι δύο και αρχίζει η επιχειρηματολογία για το πώς θα γίνει η επιλογή του υποψηφίου για φάγωμα», εξηγεί.

Με τη φράση «Άγαμοι Θύται» μπορεί να μπει κάποιος φυλακή, αλλά εκείνος έκανε καριέρα. «Νομίζω ότι δεν είναι η φράση, αλλά το τι κρύβεται από πίσω. Όταν ήρθαμε για δουλειά στην Αθήνα, η λέξη ήταν σοκαριστική, γιατί η πρώτη μας εμφάνιση ήταν με τον Γιώργο Νταλάρα, παρά το ότι εμείς εμφανιζόμασταν περί τα δύο χρόνια πριν στη Θεσσαλονίκη.



Οπότε προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση, αλλά κράτησε μερικούς μήνες. Μετά επικράτησε η δουλειά. Από τότε, όμως, έχουν περάσει σχεδόν τριάντα χρόνια», διηγείται.

«Αυτό ξεκίνησε από μια ατομική προσπάθεια, ως one man show, και όχι μόνο ο Αθερίδης, αλλά τουλάχιστον δέκα με δεκαπέντε άνθρωποι που κάλεσα να παίξουν στις παραστάσεις μας προχώρησαν. Το λέω με κάποια έπαρση αυτό, αλλά από όσους είχα επιλέξει σε αυτές τις δουλειές σχεδόν οι εννέα στους δέκα έκαναν πολύ σπουδαία πράγματα, αφού έγιναν performers ή ηθοποιοί».

Για τη σημερινή πραγματικότητα λέει: «Είμαι ένας από τους ανθρώπους που γκρίνιαζαν τις καλές μέρες, πριν έρθει στην Ελλάδα η κρίση. Όταν ήρθε, ήμουν πολύ προβληματισμένος. Ήταν πολύ λάθος ο χειρισμός από όλο το πολιτικό προσωπικό.


Ειδικά το αντιμνημονιακό παραλήρημα και το ότι δεν συνεννοηθήκαμε μεταξύ μας να “βάλουμε πλάτη” για να τελειώνει όλο αυτό μια ώρα γρηγορότερα. Φτάσαμε στο χείλος του γκρεμού και το ότι διασωθήκαμε είναι σημαντικό, αλλά ακόμη παλεύουμε τα βαθύτερα αίτια».

Πιστεύει πως οι παλιοί πολιτικοί (Κ. Καραμανλής, Α. Παπανδρέου, Κ. Μητσοτάκης, Χ. Φλωράκης, Λ. Κύρκος) δεν θα άφηναν τη χώρα να φτάσει σε αυτό το σημείο. Ίσως γιατί είχαν περάσει πόλεμο (και εμφύλιο) και γνώριζαν τις συνέπειες αυτής της σύγκρουσης.

«Θα έβαζαν σε πρώτη προτεραιότητα τη χώρα και το κοινό μας καλό. Οι νεότεροι έπαιξαν με φοβερό κυνισμό στις πλάτες μας. Σε μια χώρα που αποδυναμώνεται οικονομικά αποδυναμώνεται και η στρατιωτική της ισχύς και, όταν είσαι ανίσχυρος, δεν μπορείς ούτε να κάνεις διπλωματία ούτε να κρατήσεις τις θέσεις σου. Αυτό είναι ένα αποτέλεσμα που το βλέπουμε τώρα».