Σε πτωτική πορεία το κόμμα της Καρυστιανού, 6 μονάδες κάτω σε σχεδόν 3 μήνες - Τα λάθη που οδήγησαν τους ψηφοφόρους της "Ελπίδας" στους αναποφάσιστους
Η αρχή της νέας προεκλογικής πολιτικής σεζόν ξεκίνησε με δημοσκοπικές ανακατατάξεις
Τον Ιούνιο, λίγες μέρες μετά την ιδρυτική της διακήρυξη, η "Ελπίδα για τη Δημοκρατία" κατέγραψε ποσοστό της τάξης του 9,2% στην πρόθεση ψήφου, επίδοση που την τοποθετούσε στην τέταρτη θέση, πολύ κοντά στο ΠΑΣΟΚ, με τη δημοφιλία της Μαρίας Καρυστιανού να ξεπερνά στις περισσότερες μετρήσεις την αντίστοιχη των άλλων πολιτικών αρχηγών
Η αρχή της νέας προεκλογικής πολιτικής σεζόν ξεκίνησε με δημοσκοπικές ανακατατάξεις, όχι τόσο για τα κόμματα που διεκδικούν την κυβέρνηση ή τον ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αλλά για εκείνα που βρίσκονται χαμηλότερα και διεκδικούν τον ρόλο της εναλλακτικής πολιτικής αντιπροσώπευσης ενός σημαντικού τμήματος του εκλογικού σώματος, που αισθάνεται αποκομμένο από το σημερινό κομματικό σύστημα.
Αναφέρομαι κυρίως στο νεοσύστατο κόμμα της κ. Καρυστιανού, την Ελπίδα για τη Δημοκρατία, τα ποσοστά του οποίου φαίνεται να βρίσκονται σε πτωτική πορεία, παρά τα αισιόδοξα μηνύματα και τις υψηλές επιδόσεις που αποτυπώθηκαν με την εμφάνισή του.
Διαβάστε: Δημοσκοπήσεις: Ανακατατάξεις και κινητικότητα ψηφοφόρων στη "δεξιά ψήφο" με φόντο τις γεωπολιτικές εξελίξεις - Τι δείχνουν τα ποσοστά των "φιλορώσων"
Τον Ιούνιο, λίγες μέρες μετά την ιδρυτική της διακήρυξη, η «Ελπίδα» κατέγραψε ποσοστό της τάξης του 9,2% στην πρόθεση ψήφου, επίδοση που την τοποθετούσε στην τέταρτη θέση, πολύ κοντά στο ΠΑΣΟΚ, με τη δημοφιλία της κ. Καρυστιανού να ξεπερνά στις περισσότερες μετρήσεις την αντίστοιχη των άλλων πολιτικών αρχηγών.
Οι εσωτερικές αναταράξεις και οι αποχωρήσεις στελεχών που ακολούθησαν το επόμενο διάστημα, ωστόσο, θόλωσαν την εικόνα του κόμματος και απομείωσαν σε σημαντικό βαθμό την επιρροή του, με το ποσοστό να καταγράφεται στο 6,1% τον Ιούλιο και στο 3% σήμερα. Η κ. Καρυστιανού δεν κατάφερε να συγκρατήσει τις φυγόκεντρες δυνάμεις που αναπτύχθηκαν στο εσωτερικό, ενώ δεν πρόλαβε να δημιουργήσει μια συνεκτική κομματική δομή που θα μπορούσε να θεραπεύσει και να λειάνει τις διαφορετικές απόψεις και πολιτικές κατευθύνσεις που είναι αναμενόμενο να υπάρχουν σε ένα νέο εγχείρημα.
Η επικεφαλής της «Ελπίδας» απέφυγε από την πρώτη στιγμή την ένταξη σε ένα αυστηρό ιδεολογικό πλαίσιο, θέλοντας να κινηθεί πέραν του άξονα Αριστερά - Δεξιά, στην προσπάθειά της να διευρύνει το ακροατήριό της στην πρώτη φάση και να αποφύγει τους πολιτικούς αποκλεισμούς. Η προσέγγιση αυτή φάνηκε να λειτουργεί αρχικά, έγινε όμως πολύ γρήγορα φανερό ότι η πολιτική κατεύθυνση ήταν δεξιόστροφη τόσο για την ίδια όσο και για το εν δυνάμει ακροατήριό της. Αυτό μάλλον λειτούργησε αποθαρρυντικά για ένα τμήμα ψηφοφόρων αριστερής και κεντρο αριστερής προέλευσης που ήθελαν να συνταχθούν με την κ. Καρυστιανού και της πολιτικές της επιδιώξεις.
Οι αρχικές μετρήσεις έδειχναν τη δύναμη του κόμματος να είναι συγκεντρωμένη στη Βόρεια Ελλάδα, ενώ οι δυνητικοί ψηφοφόροι στην πλειοψηφία τους θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αστικής προέλευσης, με μεσαία εισοδηματικά κριτήρια, κεντρώας και κεντροδεξιάς ιδεολογικής απόχρωσης, που τοποθετούσαν ψηλά τα ζητήματα της διαφθοράς και του κράτους Δικαίου. Η βασική προσδοκία αυτών των πολιτών ήταν ότι η κ. Καρυστιανού θα μπορούσε να κινητοποιήσει δυνάμεις που αισθάνονταν αποκομμένες από το παρόν πολιτικό σύστημα και να εμφυσήσει ελπίδα και προοπτική σε κοινά που αισθάνονταν απογοήτευση. Τα συγκεκριμένα τμήματα του πληθυσμού επέλεγαν να παραβλέπουν την έλλειψη πολιτικής εμπειρίας της Μ. Καρυστιανού και εξέφραζαν την επιθυμία για ένα άλλο μοντέλο πολιτικής ηθικής και πρακτικής.
Δεν μπορούμε, φυσικά, να προβλέψουμε αν αυτή η τάση θα διατηρηθεί ή θα ανατραπεί το επόμενο διάστημα, αυτό, ωστόσο, που έχουμε τώρα ως ερευνητικό δεδομένο είναι η μετατόπιση ενός τμήματος ψηφοφόρων της «Ελπίδας» στη ζώνη των αναποφάσιστων, γεγονός που τους καθιστά διεκδικήσιμους και από άλλους πολιτικούς χώρους. Οπως σημειώσαμε και παραπάνω, πρόκειται κατά βάση για ψηφοφόρους απογοητευμένους από το υπάρχον κομματικό σύστημα που αναζητούν μια νέα πολιτική διέξοδο. Τους ψηφοφόρους, βέβαια, αυτούς τους κινητοποίησε η ίδια η κ. Καρυστιανού και δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν θα μπορούσαν εύκολα να συνταχθούν με ένα άλλο νέο εγχείρημα, όπως αυτό του κ. Σαμαρά ή του κ. Τσίπρα. Τα πολιτικά χαρακτηριστικά που περιγράψαμε παραπάνω προσιδιάζουν περισσότερο σε αυτά του κ. Σαμαρά, που επιχειρεί να ηγηθεί μιας διαφορετικής Δεξιάς. Είναι αμφίβολο, ωστόσο, αν μπορεί να θεωρηθεί ως φορέας μιας νέας πρότασης που θα συγκινήσει τα συγκεκριμένα ακροατήρια.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Παραπολιτικά».
Αναφέρομαι κυρίως στο νεοσύστατο κόμμα της κ. Καρυστιανού, την Ελπίδα για τη Δημοκρατία, τα ποσοστά του οποίου φαίνεται να βρίσκονται σε πτωτική πορεία, παρά τα αισιόδοξα μηνύματα και τις υψηλές επιδόσεις που αποτυπώθηκαν με την εμφάνισή του.
Διαβάστε: Δημοσκοπήσεις: Ανακατατάξεις και κινητικότητα ψηφοφόρων στη "δεξιά ψήφο" με φόντο τις γεωπολιτικές εξελίξεις - Τι δείχνουν τα ποσοστά των "φιλορώσων"
Τον Ιούνιο, λίγες μέρες μετά την ιδρυτική της διακήρυξη, η «Ελπίδα» κατέγραψε ποσοστό της τάξης του 9,2% στην πρόθεση ψήφου, επίδοση που την τοποθετούσε στην τέταρτη θέση, πολύ κοντά στο ΠΑΣΟΚ, με τη δημοφιλία της κ. Καρυστιανού να ξεπερνά στις περισσότερες μετρήσεις την αντίστοιχη των άλλων πολιτικών αρχηγών.
Οι εσωτερικές αναταράξεις και οι αποχωρήσεις στελεχών που ακολούθησαν το επόμενο διάστημα, ωστόσο, θόλωσαν την εικόνα του κόμματος και απομείωσαν σε σημαντικό βαθμό την επιρροή του, με το ποσοστό να καταγράφεται στο 6,1% τον Ιούλιο και στο 3% σήμερα. Η κ. Καρυστιανού δεν κατάφερε να συγκρατήσει τις φυγόκεντρες δυνάμεις που αναπτύχθηκαν στο εσωτερικό, ενώ δεν πρόλαβε να δημιουργήσει μια συνεκτική κομματική δομή που θα μπορούσε να θεραπεύσει και να λειάνει τις διαφορετικές απόψεις και πολιτικές κατευθύνσεις που είναι αναμενόμενο να υπάρχουν σε ένα νέο εγχείρημα.
Η επικεφαλής της «Ελπίδας» απέφυγε από την πρώτη στιγμή την ένταξη σε ένα αυστηρό ιδεολογικό πλαίσιο, θέλοντας να κινηθεί πέραν του άξονα Αριστερά - Δεξιά, στην προσπάθειά της να διευρύνει το ακροατήριό της στην πρώτη φάση και να αποφύγει τους πολιτικούς αποκλεισμούς. Η προσέγγιση αυτή φάνηκε να λειτουργεί αρχικά, έγινε όμως πολύ γρήγορα φανερό ότι η πολιτική κατεύθυνση ήταν δεξιόστροφη τόσο για την ίδια όσο και για το εν δυνάμει ακροατήριό της. Αυτό μάλλον λειτούργησε αποθαρρυντικά για ένα τμήμα ψηφοφόρων αριστερής και κεντρο αριστερής προέλευσης που ήθελαν να συνταχθούν με την κ. Καρυστιανού και της πολιτικές της επιδιώξεις.
Οι αρχικές μετρήσεις έδειχναν τη δύναμη του κόμματος να είναι συγκεντρωμένη στη Βόρεια Ελλάδα, ενώ οι δυνητικοί ψηφοφόροι στην πλειοψηφία τους θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αστικής προέλευσης, με μεσαία εισοδηματικά κριτήρια, κεντρώας και κεντροδεξιάς ιδεολογικής απόχρωσης, που τοποθετούσαν ψηλά τα ζητήματα της διαφθοράς και του κράτους Δικαίου. Η βασική προσδοκία αυτών των πολιτών ήταν ότι η κ. Καρυστιανού θα μπορούσε να κινητοποιήσει δυνάμεις που αισθάνονταν αποκομμένες από το παρόν πολιτικό σύστημα και να εμφυσήσει ελπίδα και προοπτική σε κοινά που αισθάνονταν απογοήτευση. Τα συγκεκριμένα τμήματα του πληθυσμού επέλεγαν να παραβλέπουν την έλλειψη πολιτικής εμπειρίας της Μ. Καρυστιανού και εξέφραζαν την επιθυμία για ένα άλλο μοντέλο πολιτικής ηθικής και πρακτικής.
42,4% των ψηφοφόρων της «Ελπίδας» διαφωνεί με τη συνέχιση της στήριξης του ΝΑΤΟ προς την Ουκρανία.
17,4% των ψηφοφόρων της «Ελπίδας» θεωρεί πως η Ρωσία είναι σύμμαχος χώρα προς την Ελλάδα.
Δεν μπορούμε, φυσικά, να προβλέψουμε αν αυτή η τάση θα διατηρηθεί ή θα ανατραπεί το επόμενο διάστημα, αυτό, ωστόσο, που έχουμε τώρα ως ερευνητικό δεδομένο είναι η μετατόπιση ενός τμήματος ψηφοφόρων της «Ελπίδας» στη ζώνη των αναποφάσιστων, γεγονός που τους καθιστά διεκδικήσιμους και από άλλους πολιτικούς χώρους. Οπως σημειώσαμε και παραπάνω, πρόκειται κατά βάση για ψηφοφόρους απογοητευμένους από το υπάρχον κομματικό σύστημα που αναζητούν μια νέα πολιτική διέξοδο. Τους ψηφοφόρους, βέβαια, αυτούς τους κινητοποίησε η ίδια η κ. Καρυστιανού και δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν θα μπορούσαν εύκολα να συνταχθούν με ένα άλλο νέο εγχείρημα, όπως αυτό του κ. Σαμαρά ή του κ. Τσίπρα. Τα πολιτικά χαρακτηριστικά που περιγράψαμε παραπάνω προσιδιάζουν περισσότερο σε αυτά του κ. Σαμαρά, που επιχειρεί να ηγηθεί μιας διαφορετικής Δεξιάς. Είναι αμφίβολο, ωστόσο, αν μπορεί να θεωρηθεί ως φορέας μιας νέας πρότασης που θα συγκινήσει τα συγκεκριμένα ακροατήρια.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Παραπολιτικά».