Το πρώτο "χτύπημα" Σέρμπου μετά την παραίτησή του από σύμβουλος του πρωθυπουργού:"Παίκτης ή μη παίκτης" η Ελλάδα στη Δύση;
Tι αναφέρει με άρθρο του
Ο Σωτήρης Σέρμπος "απελευθερωμένος" πλέον από την θεσμική ιδιότητα που μέχρι πριν λίγους μήνες κατείχε, ασκεί ιδιαίτερη κριτική στους χειρισμούς και τις επιλογές της Αθήνας στην εξωτερική πολιτική
Ιδιαίτερο πολιτικό ενδιαφέρον αποκτά παρέμβαση του Σωτήρη Σέρμπου καθώς ο καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής, γράφοντας στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», διατυπώνει για πρώτη σαφείς αιχμές για τον τρόπο με τον οποίο η Αθήνα ασκεί την εξωτερική της πολιτική έπειτα από την αποχώρησή του από τη θέση του συμβούλου του πρωθυπουργού για θέματα εξωτερικής πολιτικής.
Διαβάστε: Σέρμπος: Ένα διαζύγιο που περίμενε το… ΦΕΚ - Από το "άδειασμα" του Απριλίου στην έξοδο του Αυγούστου
Ο Σέρμπος θεωρεί δεδομένη την περαιτέρω γεωπολιτική αναβάθμιση της Τουρκίας και θέτει ένα ιδιαίτερα αιχμηρό δίλημμα για την Ελλάδα, σε σχέση με το εάν θα λειτουργήσει ως «αρχιτέκτονας» των εξελίξεων ή θα περιοριστεί στον ρόλο του «υπεργολάβου», φέρνοντας ως ιστορικό παράδειγμα ενεργητικής διπλωματίας τον Γιάννο Κρανιδιώτη και τη στρατηγική που οδήγησε στο Ελσίνκι. Το πιο ενδιαφέρον σημείο, ωστόσο, βρίσκεται στην κριτική του για τη σημερινή ελληνική στάση απέναντι στην επαναπροσέγγιση Δύσης και Τουρκίας. Κατά τον πρώην σύμβουλο του πρωθυπουργού, η Αθήνα δεν έχει διεκδικήσει ρόλο συνδιαμορφωτή του δυτικού ανοίγματος προς την Άγκυρα και κινδυνεύει να παρακολουθεί τις εξελίξεις αντί να συμμετέχει στη διαμόρφωσή τους.
Παράλληλα, ακόμη πιο ηχηρή είναι η αναφορά του στον τρόπο με τον οποίο, κατά την εκτίμησή του, αντιμετωπίζεται η Ελλάδα από τους συμμάχους της. Επισημαίνει ότι ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν διαπραγματεύεται απευθείας με τις ΗΠΑ και ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και αντιπαραβάλλει τη θέση της Αθήνας, υποστηρίζοντας ουσιαστικά ότι η διαφορά ανάμεσα σε έναν «παίκτη» και έναν «μη παίκτη» αποτυπώνεται στο εάν οι εταίροι ζητούν τη γνώμη σου ή απλώς σε ενημερώνουν για όσα πρόκειται να γίνουν. Εν συνεχεία ο Σέρμπος καταγράφει ως ανεκμετάλλευτη ευκαιρία έναν πιθανό ελληνικό διαμεσολαβητικό ρόλο στο Ιράν, ενώ θεωρεί ότι απουσιάζει και μια συγκροτημένη στρατηγική δημόσιας διπλωματίας που θα ενίσχυε την ελληνική επιρροή στο εσωτερικό της Δύσης.
Αυτή τη φορά ο πρώην σύμβουλος του Κυριάκου Μητσοτάκη αποφεύγει την ευθεία αναφορά στην κυβέρνηση. Οι «μπηχτές», ωστόσο, είναι δύσκολο να αγνοηθούν: Μιλά για μια Αθήνα που δεν διεκδίκησε ρόλο συνδιαμορφωτή στις σχέσεις Δύσης - Τουρκίας και φτάνει να θέτει το ερώτημα εάν η Ελλάδα αντιμετωπίζεται τελικά ως «παίκτης» ή ως «μη παίκτης». Και όλα αυτά στην πρώτη του τοποθέτηση μετά την έξοδο από το Μαξίμου.
Με ποια ιδιότητα σκοπεύει, λοιπόν, η Ελλάδα να συστηθεί εκτός συνόρων; Ως αναλώσιμος «υπεργολάβος» ή ως προνοητικός «αρχιτέκτονας»; Οι πρώτοι πολυάριθμοι. Oι δεύτεροι σπάνιοι. Ο τελευταίος αρχιτέκτονας ήταν ο Γιάννος Κρανιδιώτης. Δεν διαχειρίστηκε το Ελσίνκι αλλά το διαμόρφωσε, κλειδώνοντας την ευρωπαϊκή πορεία της Κύπρου, συνδέοντας διαφορετικά συμφέροντα και διαμορφώνοντας επωφελείς ισορροπίες. Στην πίεση του 1999 για την τουρκική υποψηφιότητα απάντησε με φράση που αξίζει να ξαναειπωθεί σήμερα: «Πού θα πάει, θα τα καταφέρουμε».
Σήμερα λείπει αυτό: ένα δυτικό πλαίσιο πολυμερούς διαπραγμάτευσης όπου η Ελλάδα κάθεται ως ίση προς ίσους, όχι ως παρατηρήτρια της στρατηγικής επανευθυγράμμισης Ευρώπης – Τουρκίας. Κανείς ισχυρός δεν ζήτησε από την Άγκυρα να αποκηρύξει τον μεγαλοϊδεατισμό της. Ούτε η Αθήνα διεκδίκησε συνιδιοκτησία του δυτικού ανοίγματος προς την Τουρκία. Στο ίδιο τραπέζι ανήκει και η ελληνική στάση στο Ουκρανικό – όχι ως λογαριασμός προς είσπραξη, αλλά ως επίκληση αμοιβαιότητας.
Πράγματι, ο Ερντογάν διαπραγματεύεται με ΗΠΑ και ορισμένα κράτη-μέλη της ΕΕ, όχι με την Ελλάδα που δεν αντιμετωπίζει ως ίση – η διαφορά παίκτη από μη παίκτη στη Δύση φαίνεται εκεί: στον δεύτερο λένε τι πρέπει να γίνει· στον πρώτο ρωτούν «τι νομίζεις πώς πρέπει να κάνουμε;».
Το ρίσκο δεν είναι της διαπραγμάτευσης αλλά της αναβολής της: σε συνθήκες αλλαγής καθεστώτος, αποτυχημένη διευθέτηση ανοίγει τον δρόμο σε εξαναγκαστική διπλωματία. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να αποδεσμευτεί αφήνοντας πίσω σχετικά σταθερούς μηχανισμούς εξυπηρέτησης συμφερόντων. Αν η Αθήνα φανεί αδιάλλακτη, το «πράσινο φως» θα δοθεί αλλού να επιβάλει τους όρους. Μήπως, η Δύση έχει, υπερβολικά μονόπλευρα, εκχωρήσει στην Ελλάδα το βάρος υπεράσπισης της «Δυτικής λίμνης», χωρίς αντίστοιχο λόγο στη διαμόρφωσή της;
Η λύση δεν είναι αφέλεια αλλά προτεραιότητα: πρώτα ενεργητική διαπραγμάτευση τολμηρού οράματος με Αμερικανούς και Ευρωπαίους για μια εκλογικευμένη Τουρκία, μετά η Άγκυρα. Η στάση αυτή δεν είναι επιθετικότητα αλλά εξωστρεφής πατριωτισμός, που ενίσχυσε τον ρόλο της χώρας.
Λείπει, τέλος, η αφηγηματική υποδομή: η δημόσια διπλωματία ως στοιχείο του σχεδιασμού, όχι συμπλήρωμα. Το 2015, η συμβολική βαρύτητα της Ελλάδας κινητοποίησε φιλελληνικές φωνές υπέρ της παραμονής στην ευρωζώνη. Ανάλογο απόθεμα νομιμοποίησης παραμένει ανενεργό στην επαναπροσέγγιση Τουρκίας – Δύσης. Το ίδιο ισχύει για τον διαμεσολαβητικό ρόλο πέραν των ελληνοτουρκικών: η ευρεία αποδοχή της από αντιμαχόμενα μέρη στο Ιράν θα προσέφερε μόχλευση και επιρροή εντός Δύσης, εξισορροπώντας την τουρκική αναβάθμιση – ευκαιρία, ανεκμετάλλευτη.
Το παράθυρο ευκαιρίας στενεύει. Το αν οι ευκαιρίες του τίτλου είναι χαμένες παραμένει ερωτηματικό – και η απάντηση εξαρτάται από εμάς: αν θα βρούμε τον δικό μας προνοητικό Κρανιδιώτη, με φιλότιμο και αυτοπεποίθηση, ή αν θα αρκεστούμε, για ακόμη μία φορά, με μάτια ερμητικά κλειστά, στην πεπατημένη.
Διαβάστε: Σέρμπος: Ένα διαζύγιο που περίμενε το… ΦΕΚ - Από το "άδειασμα" του Απριλίου στην έξοδο του Αυγούστου
Ο Σέρμπος θεωρεί δεδομένη την περαιτέρω γεωπολιτική αναβάθμιση της Τουρκίας και θέτει ένα ιδιαίτερα αιχμηρό δίλημμα για την Ελλάδα, σε σχέση με το εάν θα λειτουργήσει ως «αρχιτέκτονας» των εξελίξεων ή θα περιοριστεί στον ρόλο του «υπεργολάβου», φέρνοντας ως ιστορικό παράδειγμα ενεργητικής διπλωματίας τον Γιάννο Κρανιδιώτη και τη στρατηγική που οδήγησε στο Ελσίνκι. Το πιο ενδιαφέρον σημείο, ωστόσο, βρίσκεται στην κριτική του για τη σημερινή ελληνική στάση απέναντι στην επαναπροσέγγιση Δύσης και Τουρκίας. Κατά τον πρώην σύμβουλο του πρωθυπουργού, η Αθήνα δεν έχει διεκδικήσει ρόλο συνδιαμορφωτή του δυτικού ανοίγματος προς την Άγκυρα και κινδυνεύει να παρακολουθεί τις εξελίξεις αντί να συμμετέχει στη διαμόρφωσή τους.
Παράλληλα, ακόμη πιο ηχηρή είναι η αναφορά του στον τρόπο με τον οποίο, κατά την εκτίμησή του, αντιμετωπίζεται η Ελλάδα από τους συμμάχους της. Επισημαίνει ότι ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν διαπραγματεύεται απευθείας με τις ΗΠΑ και ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και αντιπαραβάλλει τη θέση της Αθήνας, υποστηρίζοντας ουσιαστικά ότι η διαφορά ανάμεσα σε έναν «παίκτη» και έναν «μη παίκτη» αποτυπώνεται στο εάν οι εταίροι ζητούν τη γνώμη σου ή απλώς σε ενημερώνουν για όσα πρόκειται να γίνουν. Εν συνεχεία ο Σέρμπος καταγράφει ως ανεκμετάλλευτη ευκαιρία έναν πιθανό ελληνικό διαμεσολαβητικό ρόλο στο Ιράν, ενώ θεωρεί ότι απουσιάζει και μια συγκροτημένη στρατηγική δημόσιας διπλωματίας που θα ενίσχυε την ελληνική επιρροή στο εσωτερικό της Δύσης.
Τα "πυρά" Σέρμπου και η παραίτησή του
Ο Σωτήρης Σέρμπος "απελευθερωμένος" πλέον από την θεσμική ιδιότητα που μέχρι πριν λίγους μήνες κατείχε, ασκεί ιδιαίτερη κριτική στους χειρισμούς και τις επιλογές της Αθήνας στην εξωτερική πολιτική. Δεν είναι, άλλωστε, η πρώτη φορά που οι τοποθετήσεις του προκαλούν αποστάσεις από την κυβέρνηση. Τον περασμένο Απρίλιο, με αφορμή όσα είχε υποστηρίξει για την αμερικανική στρατηγική απέναντι στο Ιράν, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος είχε σπεύσει να ξεκαθαρίσει ότι οι συγκεκριμένες απόψεις δεν εξέφραζαν ούτε την κυβέρνηση ούτε τον πρωθυπουργό.Αυτή τη φορά ο πρώην σύμβουλος του Κυριάκου Μητσοτάκη αποφεύγει την ευθεία αναφορά στην κυβέρνηση. Οι «μπηχτές», ωστόσο, είναι δύσκολο να αγνοηθούν: Μιλά για μια Αθήνα που δεν διεκδίκησε ρόλο συνδιαμορφωτή στις σχέσεις Δύσης - Τουρκίας και φτάνει να θέτει το ερώτημα εάν η Ελλάδα αντιμετωπίζεται τελικά ως «παίκτης» ή ως «μη παίκτης». Και όλα αυτά στην πρώτη του τοποθέτηση μετά την έξοδο από το Μαξίμου.
Αναλυτικά το άρθρο του Σωτήρη Σέρμπου στην εφημερίδα "ΤΑ ΝΕΑ"
Η αναμενόμενη αναβάθμιση της Τουρκίας είναι δεδομένο, όχι πρόβλεψη. Μετά την Ουκρανία και το Ιράν, η Αγκυρα αναδεικνύεται σταθεροποιητικός εταίρος της Δύσης, ενώ τα συστημικά αναχώματα υποχωρούν, αφήνοντας χώρο σε «γυμνή» αναμέτρηση ισχύος, δίχως διαιτητή. Ρωσικός και τουρκικός αναθεωρητισμός δεν διαφέρουν σε αρχή, μόνο σε δύο μέτρα και δύο σταθμά από τη Δύση. Σε αυτό το περιβάλλον αναδύεται η λογική μιας μεγάλης διαπραγμάτευσης στο τρίγωνο Δύσης -Ελλάδας – Τουρκίας. Το ερώτημα είναι αν η Αθήνα θα διαμορφώσει ενεργά τη δυτική πολιτική ή θα την παραλάβει έτοιμη.Με ποια ιδιότητα σκοπεύει, λοιπόν, η Ελλάδα να συστηθεί εκτός συνόρων; Ως αναλώσιμος «υπεργολάβος» ή ως προνοητικός «αρχιτέκτονας»; Οι πρώτοι πολυάριθμοι. Oι δεύτεροι σπάνιοι. Ο τελευταίος αρχιτέκτονας ήταν ο Γιάννος Κρανιδιώτης. Δεν διαχειρίστηκε το Ελσίνκι αλλά το διαμόρφωσε, κλειδώνοντας την ευρωπαϊκή πορεία της Κύπρου, συνδέοντας διαφορετικά συμφέροντα και διαμορφώνοντας επωφελείς ισορροπίες. Στην πίεση του 1999 για την τουρκική υποψηφιότητα απάντησε με φράση που αξίζει να ξαναειπωθεί σήμερα: «Πού θα πάει, θα τα καταφέρουμε».
Σήμερα λείπει αυτό: ένα δυτικό πλαίσιο πολυμερούς διαπραγμάτευσης όπου η Ελλάδα κάθεται ως ίση προς ίσους, όχι ως παρατηρήτρια της στρατηγικής επανευθυγράμμισης Ευρώπης – Τουρκίας. Κανείς ισχυρός δεν ζήτησε από την Άγκυρα να αποκηρύξει τον μεγαλοϊδεατισμό της. Ούτε η Αθήνα διεκδίκησε συνιδιοκτησία του δυτικού ανοίγματος προς την Τουρκία. Στο ίδιο τραπέζι ανήκει και η ελληνική στάση στο Ουκρανικό – όχι ως λογαριασμός προς είσπραξη, αλλά ως επίκληση αμοιβαιότητας.
Πράγματι, ο Ερντογάν διαπραγματεύεται με ΗΠΑ και ορισμένα κράτη-μέλη της ΕΕ, όχι με την Ελλάδα που δεν αντιμετωπίζει ως ίση – η διαφορά παίκτη από μη παίκτη στη Δύση φαίνεται εκεί: στον δεύτερο λένε τι πρέπει να γίνει· στον πρώτο ρωτούν «τι νομίζεις πώς πρέπει να κάνουμε;».
Το ρίσκο δεν είναι της διαπραγμάτευσης αλλά της αναβολής της: σε συνθήκες αλλαγής καθεστώτος, αποτυχημένη διευθέτηση ανοίγει τον δρόμο σε εξαναγκαστική διπλωματία. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να αποδεσμευτεί αφήνοντας πίσω σχετικά σταθερούς μηχανισμούς εξυπηρέτησης συμφερόντων. Αν η Αθήνα φανεί αδιάλλακτη, το «πράσινο φως» θα δοθεί αλλού να επιβάλει τους όρους. Μήπως, η Δύση έχει, υπερβολικά μονόπλευρα, εκχωρήσει στην Ελλάδα το βάρος υπεράσπισης της «Δυτικής λίμνης», χωρίς αντίστοιχο λόγο στη διαμόρφωσή της;
Η λύση δεν είναι αφέλεια αλλά προτεραιότητα: πρώτα ενεργητική διαπραγμάτευση τολμηρού οράματος με Αμερικανούς και Ευρωπαίους για μια εκλογικευμένη Τουρκία, μετά η Άγκυρα. Η στάση αυτή δεν είναι επιθετικότητα αλλά εξωστρεφής πατριωτισμός, που ενίσχυσε τον ρόλο της χώρας.
Λείπει, τέλος, η αφηγηματική υποδομή: η δημόσια διπλωματία ως στοιχείο του σχεδιασμού, όχι συμπλήρωμα. Το 2015, η συμβολική βαρύτητα της Ελλάδας κινητοποίησε φιλελληνικές φωνές υπέρ της παραμονής στην ευρωζώνη. Ανάλογο απόθεμα νομιμοποίησης παραμένει ανενεργό στην επαναπροσέγγιση Τουρκίας – Δύσης. Το ίδιο ισχύει για τον διαμεσολαβητικό ρόλο πέραν των ελληνοτουρκικών: η ευρεία αποδοχή της από αντιμαχόμενα μέρη στο Ιράν θα προσέφερε μόχλευση και επιρροή εντός Δύσης, εξισορροπώντας την τουρκική αναβάθμιση – ευκαιρία, ανεκμετάλλευτη.
Το παράθυρο ευκαιρίας στενεύει. Το αν οι ευκαιρίες του τίτλου είναι χαμένες παραμένει ερωτηματικό – και η απάντηση εξαρτάται από εμάς: αν θα βρούμε τον δικό μας προνοητικό Κρανιδιώτη, με φιλότιμο και αυτοπεποίθηση, ή αν θα αρκεστούμε, για ακόμη μία φορά, με μάτια ερμητικά κλειστά, στην πεπατημένη.