Καθηγητής του Χάρβαρντ επιχειρεί να ανατρέψει τα δεδομένα: "Δεν έγραψε ο Όμηρος την Ιλιάδα και την Οδύσσεια"
Νέα θεωρία για τα ομηρικά έπη
Ο καθηγητής του Χάρβαρντ Γκρέγκορι Νάγκι υποστηρίζει ότι ο Όμηρος δεν ήταν ένας μοναδικός δημιουργός, αλλά σύμβολο μιας αιώνιας προφορικής ποιητικής παράδοσης
Για αιώνες η «Ιλιάδα» και η «Οδύσσεια» θεωρούνται έργα ενός και μόνο δημιουργού, του Ομήρου. Μια διαφορετική προσέγγιση, ωστόσο, προτείνει ο καθηγητής Κλασικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, Γκρέγκορι Νάγκι, ο οποίος υποστηρίζει ότι ο Όμηρος δεν ήταν το πρόσωπο που έγραψε τα δύο κορυφαία έπη της αρχαιότητας. «Ο Όμηρος δεν έγραψε τα έπη», δήλωσε χαρακτηριστικά σε συνέντευξή του στον podcaster Τζόναθαν Μπάι, παρουσιάζοντας τη θεωρία του ότι ο Όμηρος αποτέλεσε περισσότερο ένα σύμβολο μιας συλλογικής ποιητικής διαδικασίας που εξελίχθηκε μέσα στους αιώνες.
Διαβάστε: Έξαλλοι με τη Universal οι ιδιοκτήτες του πλοίου των Βίκινγκς που χρησιμοποιήθηκε στην "Οδύσσεια" του Νόλαν - Τι καταγγέλλουν, ζητούν αποζημίωση 6.000 δολαρίων (Βίντεο)
Έπειτα από δεκαετίες έρευνας πάνω στην ομηρική παράδοση και την ιστορική περίοδο στην οποία διαμορφώθηκαν τα έπη, ο Αμερικανός καθηγητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η «Ιλιάδα» και η «Οδύσσεια» δεν αποτελούν δημιούργημα ενός μοναδικού συγγραφέα. Αντίθετα, θεωρεί πως είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς προφορικής παράδοσης, η οποία εξελίχθηκε μέσα από δημόσιες απαγγελίες, ποιητικούς διαγωνισμούς και συνεχείς προσθήκες από διαφορετικούς δημιουργούς.
Η θεωρία του Νάγκι ξεκινά από μια παρατήρηση που άλλαξε ριζικά τον τρόπο με τον οποίο οι φιλόλογοι προσεγγίζουν τα ομηρικά έπη. Η «Ιλιάδα» και η «Οδύσσεια», εξηγεί, δεν υπήρξαν αρχικά ως γραπτά κείμενα. Οι ποιητές δεν απομνημόνευαν ένα ολοκληρωμένο έργο για να το απαγγείλουν αυτούσιο ούτε ακολουθούσαν κάποιο χειρόγραφο. Αντίθετα, η δημιουργική διαδικασία λάμβανε χώρα τη στιγμή της προφορικής εκφοράς του, αξιοποιώντας τεχνικές και μοτίβα τα οποία είχαν διαμορφωθεί μέσα σε μια παράδοση πολλών γενεών.
Για τον Νάγκι, το εύρημα αυτό αποτελεί μία από τις ισχυρότερες ενδείξεις ότι μια παρόμοια διαδικασία βρισκόταν πίσω και από τη δημιουργία των ομηρικών επών. Η προφορική σύνθεση δεν σημαίνει ότι κάθε εκδοχή της «Ιλιάδας» ή της «Οδύσσειας» ήταν εντελώς διαφορετική από την προηγούμενη. Οι ποιητές χρησιμοποιούσαν έναν κοινό γλωσσικό και αφηγηματικό μηχανισμό: στερεότυπες εκφράσεις, χαρακτηριστικά επίθετα, επαναλαμβανόμενες σκηνές και γνώριμα μοτίβα.
Τα στοιχεία αυτά λειτουργούσαν σαν δομικά υλικά. Με τη βοήθειά τους, οι ποιητές μπορούσαν να συνθέτουν χιλιάδες στίχους σε πραγματικό χρόνο, προσαρμόζοντας την αφήγηση στη διάρκεια της εκτέλεσης, στον χώρο και στις αντιδράσεις του ακροατηρίου.
Ο Νάγκι περιγράφει δύο βασικούς μηχανισμούς της προφορικής ποίησης: τη συμπύκνωση και την ανάπτυξη. Ο ίδιος μύθος μπορούσε να αποδοθεί μέσα σε λίγους στίχους ή να επεκταθεί σε μια πολύωρη αφήγηση, ανάλογα με τις συνθήκες της παράστασης και το ενδιαφέρον του κοινού. Αυτή η ευελιξία, σύμφωνα με τον καθηγητή, εξηγεί πώς τα έπη απέκτησαν εντυπωσιακή αφηγηματική συνοχή, χωρίς να αποτελούν κατ’ ανάγκην προϊόν μιας μοναδικής στιγμής έμπνευσης.
«Δεν συνεργάζομαι μόνο με όλους τους προγενέστερους ποιητές· ανταγωνίζομαι κιόλας μαζί τους. Αυτό είναι η προφορική παράδοση» αναφέρει ο Νάγκι, περιγράφοντας τη σχέση κάθε νέου δημιουργού με όσους είχαν προηγηθεί.
Ο ίδιος συνδέει ακόμη και το όνομα «Όμηρος» με την έννοια της ένωσης και της σύνδεσης. Σύμφωνα με την ερμηνεία του, ο Όμηρος μπορεί να νοηθεί συμβολικά ως εκείνος που συνενώνει διαφορετικές κοινότητες μέσα από μια κοινή ποιητική μνήμη.
Υπό αυτή την έννοια, δεν είναι μόνο το όνομα ενός δημιουργού, αλλά το σημείο στο οποίο συναντώνται πολλαπλές τοπικές παραδόσεις και διαφορετικές γενιές ποιητών. Καθοριστικός στη θεωρία του Νάγκι είναι και ο ρόλος του ακροατηρίου.
Ο προφορικός ποιητής δεν παρουσίαζε ένα απολύτως «κλειδωμένο» έργο. Παρατηρούσε τις αντιδράσεις των ακροατών και προσαρμοζόταν σε αυτές. Όταν το κοινό έδειχνε έντονο ενδιαφέρον, μπορούσε να επεκτείνει μια σκηνή, να αναπτύξει έναν χαρακτήρα ή να αφηγηθεί με περισσότερες λεπτομέρειες ένα επεισόδιο. Όταν η προσοχή μειωνόταν, η αφήγηση γινόταν πιο σύντομη και συμπυκνωμένη. Για να εξηγήσει αυτή τη δυναμική, ο Νάγκι αναφέρεται σε διαφορετικές προφορικές παραδόσεις, από τους Κιργίζιους επικούς ποιητές έως τους μεσαιωνικούς Ιρλανδούς βάρδους. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η σχέση του ποιητή με το κοινό επηρέαζε τη μορφή και τη διάρκεια κάθε εκτέλεσης.
Ίχνη αυτής της αλληλεπίδρασης, υποστηρίζει, διασώζονται ακόμη και μέσα στην «Οδύσσεια». Όταν ο Οδυσσέας αφηγείται τις περιπέτειές του στους Φαίακες, αναρωτιέται αν έχει ήδη μιλήσει υπερβολικά. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα, όμως, τον προτρέπουν να συνεχίσει την αφήγησή του όλη τη νύχτα.
Καθοριστικό ρόλο, σύμφωνα με τον Νάγκι, διαδραμάτισαν τα Παναθήναια στην Αθήνα. Εκεί οι ραψωδοί απήγγελλαν τα έπη μπροστά σε ένα ευρύ κοινό και ανταγωνίζονταν μεταξύ τους. Η κραταιά άποψη σχετικά με το πρόσωπο του Ομήρου είναι ότι ήταν υπαρκτό πρόσωπο, ο οποίος έζησε γύρω στον 8ο αιώνα π.Χ., πιθανώς στην Ιωνία, και ήταν καθοριστικός στη σύνθεση της «Ιλιάδας» και της «Οδύσσειας».
Διαβάστε: Έξαλλοι με τη Universal οι ιδιοκτήτες του πλοίου των Βίκινγκς που χρησιμοποιήθηκε στην "Οδύσσεια" του Νόλαν - Τι καταγγέλλουν, ζητούν αποζημίωση 6.000 δολαρίων (Βίντεο)
Έπειτα από δεκαετίες έρευνας πάνω στην ομηρική παράδοση και την ιστορική περίοδο στην οποία διαμορφώθηκαν τα έπη, ο Αμερικανός καθηγητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η «Ιλιάδα» και η «Οδύσσεια» δεν αποτελούν δημιούργημα ενός μοναδικού συγγραφέα. Αντίθετα, θεωρεί πως είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς προφορικής παράδοσης, η οποία εξελίχθηκε μέσα από δημόσιες απαγγελίες, ποιητικούς διαγωνισμούς και συνεχείς προσθήκες από διαφορετικούς δημιουργούς.
Η θεωρία του Νάγκι ξεκινά από μια παρατήρηση που άλλαξε ριζικά τον τρόπο με τον οποίο οι φιλόλογοι προσεγγίζουν τα ομηρικά έπη. Η «Ιλιάδα» και η «Οδύσσεια», εξηγεί, δεν υπήρξαν αρχικά ως γραπτά κείμενα. Οι ποιητές δεν απομνημόνευαν ένα ολοκληρωμένο έργο για να το απαγγείλουν αυτούσιο ούτε ακολουθούσαν κάποιο χειρόγραφο. Αντίθετα, η δημιουργική διαδικασία λάμβανε χώρα τη στιγμή της προφορικής εκφοράς του, αξιοποιώντας τεχνικές και μοτίβα τα οποία είχαν διαμορφωθεί μέσα σε μια παράδοση πολλών γενεών.
Οι έρευνες του '30 που αποτέλεσαν τη βάση της θεωρίας
Η άποψη αυτή εδράζεται στις έρευνες των Μίλμαν Πάρι και Άλμπερτ Λορντ, οι οποίοι τη δεκαετία του 1930 μελέτησαν προφορικούς επικούς ποιητές στη Γιουγκοσλαβία. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ορισμένοι τραγουδιστές μπορούσαν να αφηγηθούν έπη χιλιάδων στίχων χωρίς να χρησιμοποιούν γραπτό κείμενο. Δεν επαναλάμβαναν, όμως, ένα απομνημονευμένο ποίημα λέξη προς λέξη. Κάθε φορά δημιουργούσαν μια νέα εκδοχή, βασισμένοι σε ένα κοινό απόθεμα ιστοριών, εκφράσεων και αφηγηματικών σχημάτων.Για τον Νάγκι, το εύρημα αυτό αποτελεί μία από τις ισχυρότερες ενδείξεις ότι μια παρόμοια διαδικασία βρισκόταν πίσω και από τη δημιουργία των ομηρικών επών. Η προφορική σύνθεση δεν σημαίνει ότι κάθε εκδοχή της «Ιλιάδας» ή της «Οδύσσειας» ήταν εντελώς διαφορετική από την προηγούμενη. Οι ποιητές χρησιμοποιούσαν έναν κοινό γλωσσικό και αφηγηματικό μηχανισμό: στερεότυπες εκφράσεις, χαρακτηριστικά επίθετα, επαναλαμβανόμενες σκηνές και γνώριμα μοτίβα.
Τα στοιχεία αυτά λειτουργούσαν σαν δομικά υλικά. Με τη βοήθειά τους, οι ποιητές μπορούσαν να συνθέτουν χιλιάδες στίχους σε πραγματικό χρόνο, προσαρμόζοντας την αφήγηση στη διάρκεια της εκτέλεσης, στον χώρο και στις αντιδράσεις του ακροατηρίου.
Ο Νάγκι περιγράφει δύο βασικούς μηχανισμούς της προφορικής ποίησης: τη συμπύκνωση και την ανάπτυξη. Ο ίδιος μύθος μπορούσε να αποδοθεί μέσα σε λίγους στίχους ή να επεκταθεί σε μια πολύωρη αφήγηση, ανάλογα με τις συνθήκες της παράστασης και το ενδιαφέρον του κοινού. Αυτή η ευελιξία, σύμφωνα με τον καθηγητή, εξηγεί πώς τα έπη απέκτησαν εντυπωσιακή αφηγηματική συνοχή, χωρίς να αποτελούν κατ’ ανάγκην προϊόν μιας μοναδικής στιγμής έμπνευσης.
"Ο 'Όμηρος' ίσως ήταν το όνομα μιας παράδοσης", λέει ο καθηγητής του Χάρβαρντ
Η πιο ριζοσπαστική πλευρά της θεωρίας του Γκρέγκορι Νάγκι αφορά στην ίδια την ταυτότητα του Ομήρου. Για τον καθηγητή του Χάρβαρντ, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον αν υπήρξε ένα ιστορικό πρόσωπο με αυτό το όνομα, αλλά τι ακριβώς αντιπροσώπευε ο «Όμηρος» για τους αρχαίους Έλληνες. Κατά την ερμηνεία του, ο Όμηρος δεν ήταν απαραίτητα ένας ποιητής. Μπορεί να ήταν το πρόσωπο-σύμβολο μιας δημιουργικής διαδικασίας που διήρκεσε πολλούς αιώνες.«Δεν συνεργάζομαι μόνο με όλους τους προγενέστερους ποιητές· ανταγωνίζομαι κιόλας μαζί τους. Αυτό είναι η προφορική παράδοση» αναφέρει ο Νάγκι, περιγράφοντας τη σχέση κάθε νέου δημιουργού με όσους είχαν προηγηθεί.
Ο ίδιος συνδέει ακόμη και το όνομα «Όμηρος» με την έννοια της ένωσης και της σύνδεσης. Σύμφωνα με την ερμηνεία του, ο Όμηρος μπορεί να νοηθεί συμβολικά ως εκείνος που συνενώνει διαφορετικές κοινότητες μέσα από μια κοινή ποιητική μνήμη.
Υπό αυτή την έννοια, δεν είναι μόνο το όνομα ενός δημιουργού, αλλά το σημείο στο οποίο συναντώνται πολλαπλές τοπικές παραδόσεις και διαφορετικές γενιές ποιητών. Καθοριστικός στη θεωρία του Νάγκι είναι και ο ρόλος του ακροατηρίου.
Ο προφορικός ποιητής δεν παρουσίαζε ένα απολύτως «κλειδωμένο» έργο. Παρατηρούσε τις αντιδράσεις των ακροατών και προσαρμοζόταν σε αυτές. Όταν το κοινό έδειχνε έντονο ενδιαφέρον, μπορούσε να επεκτείνει μια σκηνή, να αναπτύξει έναν χαρακτήρα ή να αφηγηθεί με περισσότερες λεπτομέρειες ένα επεισόδιο. Όταν η προσοχή μειωνόταν, η αφήγηση γινόταν πιο σύντομη και συμπυκνωμένη. Για να εξηγήσει αυτή τη δυναμική, ο Νάγκι αναφέρεται σε διαφορετικές προφορικές παραδόσεις, από τους Κιργίζιους επικούς ποιητές έως τους μεσαιωνικούς Ιρλανδούς βάρδους. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η σχέση του ποιητή με το κοινό επηρέαζε τη μορφή και τη διάρκεια κάθε εκτέλεσης.
Ίχνη αυτής της αλληλεπίδρασης, υποστηρίζει, διασώζονται ακόμη και μέσα στην «Οδύσσεια». Όταν ο Οδυσσέας αφηγείται τις περιπέτειές του στους Φαίακες, αναρωτιέται αν έχει ήδη μιλήσει υπερβολικά. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα, όμως, τον προτρέπουν να συνεχίσει την αφήγησή του όλη τη νύχτα.
Καθοριστικό ρόλο, σύμφωνα με τον Νάγκι, διαδραμάτισαν τα Παναθήναια στην Αθήνα. Εκεί οι ραψωδοί απήγγελλαν τα έπη μπροστά σε ένα ευρύ κοινό και ανταγωνίζονταν μεταξύ τους. Η κραταιά άποψη σχετικά με το πρόσωπο του Ομήρου είναι ότι ήταν υπαρκτό πρόσωπο, ο οποίος έζησε γύρω στον 8ο αιώνα π.Χ., πιθανώς στην Ιωνία, και ήταν καθοριστικός στη σύνθεση της «Ιλιάδας» και της «Οδύσσειας».