Η Σύνοδος του ΝΑΤΟ: Χθες, σήµερα, αύριο
Opinions
Το ΝΑΤΟ εξευρωπαΐζεται, ως όφειλε - Η Ελλάδα οφείλει να συνειδητοποιήσει ότι η αποτελεσµατική αντιµετώπιση της τουρκικής απειλής περνά µέσα από τη σοβαρή και ψύχραιµη ανάγνωση της διεθνούς πραγµατικότητας
Το ΝΑΤΟ δεν είναι µόνο η πιο πετυχηµένη στρατιωτική συµµαχία στην παγκόσµια ιστορία. Υπήρξε ο πιο κρίσιµος πολυµερής οργανισµός, µεταπολεµικά, για την ειρήνη και τη σταθερότητα της Ευρώπης. Το ΝΑΤΟ βασίσθηκε στην αµερικανική οµπρέλα ασφαλείας προς τη ∆υτική Ευρώπη, προκειµένου να αναχαιτίσει τη σοβιετική απειλή, όταν ο Κόκκινος Στρατός έφθασε στο Βερολίνο. Χωρίς το ΝΑΤΟ δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι οι Ευρωπαίοι θα τα κατάφερναν. Αλλά εξίσου σηµαντικό είναι ότι, αν δεν υπήρχε το ΝΑΤΟ, ίσως να αναζωπυρώνονταν οι παραδοσιακοί ανταγωνισµοί των ευρωπαϊκών δυνάµεων και, κυρίως, αυτός µεταξύ Γαλλίας και Γερµανίας. Ο κατευνασµός τους ήταν η απαραίτητη προϋπόθεση για να γεννηθεί και να προχωρήσει η ευρωπαϊκή ενοποίηση.
Η εγγύηση των ΗΠΑ, µιας δύναµης χωρίς εδαφικές διεκδικήσεις στην Ευρώπη, λειτούργησε καθησυχαστικά όχι µόνο προς τον εξωτερικό εχθρό, την ΕΣΣ∆, αλλά και τον εσωτερικό, την αναβίωση του γερµανικού µιλιταρισµού. Οπως ειπώθηκε από νωρίς, «το ΝΑΤΟ δηµιουργήθηκε για να κρατήσει τους Αµερικάνους µέσα, τους Σοβιετικούς έξω και τους Γερµανούς κάτω».
Το τέλος του Ψυχρού Πολέµου προκάλεσε µια υπαρξιακή κρίση για το ΝΑΤΟ. Χωρίς τη σοβιετική απειλή, ποιος έπρεπε να είναι ο ρόλος του οργανισµού; Οντας η βάση της ευρω-αµερικανικής πολιτικής και στρατιωτικής συνεργασίας, αποφασίστηκε ότι αποτελούσε µια πολύτιµη κληρονοµιά του Ψυχρού Πολέµου και µια χρήσιµη υποδοµή για τον µεταψυχροπολεµικό κόσµο, που δεν θα έπρεπε να χαθεί. Αλλωστε, αν το 1991 προσπαθούσαν οι Σύµµαχοι να το δηµιουργήσουν από την αρχή, είναι πολύ αµφίβολο αν η Γερουσία των ΗΠΑ θα έβρισκε την απαραίτητη πλειοψηφία των 2/3 για να εγκρίνει την αµερικανική συµµετοχή. ∆εν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν δώσει πουθενά αλλού και ποτέ την εγγύηση του Αρθρου 5 της ιδρυτικής Συνθήκης του ΝΑΤΟ, που αποτελεί και τον θεµέλιο λίθο του.
Μετά το 1991, το ΝΑΤΟ αναζήτησε νέους ρόλους και στόχους, κυρίως «εκτός περιοχής», πρώτα στη Βοσνία και, εντέλει, στο Αφγανιστάν. Το 2022, µε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η αναζήτηση τελείωσε και το ΝΑΤΟ επέστρεψε «στα βασικά»: δηλαδή, στην εξασφάλιση της προστασίας των εξωτερικών συνόρων της Συµµαχίας από απειλές τρίτων και, βασικά, µιας εκ νέου αναθεωρητικής Ρωσίας. Με λίγα λόγια, ο Βλαντιµίρ Πούτιν έλυσε το υπαρξιακό δίληµµα του ΝΑΤΟ και του έδωσε µια νέα ανάσα ζωής.
Το ΝΑΤΟ σήµερα βρίσκεται σε φάση µετάβασης και µεταφοράς του κέντρου βάρους του από τις ΗΠΑ στην Ευρώπη. Το ΝΑΤΟ εξευρωπαΐζεται, ως όφειλε. Σειρά Αµερικανών προέδρων είχαν δικαιολογηµένα απαιτήσει την αύξηση των αµυντικών δαπανών των Ευρωπαίων συµµάχων. Χρειάστηκε η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και οι απειλές του Ντόναλντ Τραµπ για να συνειδητοποιηθεί, έστω και καθυστερηµένα, η ανάγκη η Ευρώπη να αποκτήσει τις δικές της, αυξηµένες αµυντικές δυνατότητες, µέσα σε έναν ολοένα και πιο εχθρικό κόσµο.
Η Σύνοδος του ΝΑΤΟ στην Αγκυρα επιβεβαίωσε τον ατλαντικό δεσµό και την αποφασιστικότητα όλων των συµµάχων να επιταχύνουν τη µετάβαση, που είχε αποφασιστεί ήδη πέρσι στη Χάγη, µε τη µεγάλη αύξηση των αµυντικών δαπανών στο 3,5% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ. Κερδισµένη βγαίνει η Ουκρανία, που εξασφάλισε επιπλέον αµερικανική και ευρωπαϊκή στήριξη. Αλλά, εν µέρει, και η Τουρκία, της οποίας η πρόσφατη φιλοδυτική στροφή, η προσωπική υποστήριξη του Τραµπ αλλά και η άποψη πολλών ότι η Τουρκία είναι ένα «αναγκαίο κακό» για την ευρωπαϊκή ασφάλεια επιτρέπουν στον πρόεδρο Ερντογάν να ισχυρίζεται ότι είναι διεθνής παίκτης, µε την ανοχή, αλλά, ενίοτε, και την αποδοχή της ∆ύσης.
Η Σύνοδος της Αγκυρας δεν έβγαλε κάποια µεγάλη είδηση. Αυτή είναι και η επιτυχία της. Ο Τραµπ, πέραν των προκλητικών δηλώσεών του, εµφανίστηκε πιο συνεργάσιµος. Και η πώληση των F-35 στην Τουρκία παραµένει αβέβαιη, παρά τους επαίνους µε τους οποίους έρρανε ο Τραµπ γενναιόδωρα τον Ερντογάν.
Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα, λαός και πολιτικό σύστηµα, οφείλει να συνειδητοποιήσει ότι ο κόσµος δεν περιστρέφεται γύρω από τις δικές της αγωνίες και ότι η αποτελεσµατική αντιµετώπιση της τουρκικής απειλής περνά µέσα από τη σοβαρή και ψύχραιµη ανάγνωση της διεθνούς πραγµατικότητας, την «ευθυγράµµιση» των εθνικών επιδιώξεων µε ευρύτερα συµφέροντα και τη συνεννόηση του πολιτικού κόσµου στο εσωτερικό, µακριά από κορώνες και ευκολίες. Και σίγουρα χωρίς τις αγκυλώσεις και το άνοιγµα εκ νέου του παλαιού τραύµατος στις σχέσεις Ελλάδας-ΝΑΤΟ, που προκάλεσαν το πραξικόπηµα των συνταγµαταρχών το 1967 και η τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974.
*Άρθρο του Δημήτρη Καιρίδη, Κοινοβουλευτικού Εκπροσώπου της Ν.Δ., Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων στα Παραπολιτικά
Η εγγύηση των ΗΠΑ, µιας δύναµης χωρίς εδαφικές διεκδικήσεις στην Ευρώπη, λειτούργησε καθησυχαστικά όχι µόνο προς τον εξωτερικό εχθρό, την ΕΣΣ∆, αλλά και τον εσωτερικό, την αναβίωση του γερµανικού µιλιταρισµού. Οπως ειπώθηκε από νωρίς, «το ΝΑΤΟ δηµιουργήθηκε για να κρατήσει τους Αµερικάνους µέσα, τους Σοβιετικούς έξω και τους Γερµανούς κάτω».
Το τέλος του Ψυχρού Πολέµου προκάλεσε µια υπαρξιακή κρίση για το ΝΑΤΟ. Χωρίς τη σοβιετική απειλή, ποιος έπρεπε να είναι ο ρόλος του οργανισµού; Οντας η βάση της ευρω-αµερικανικής πολιτικής και στρατιωτικής συνεργασίας, αποφασίστηκε ότι αποτελούσε µια πολύτιµη κληρονοµιά του Ψυχρού Πολέµου και µια χρήσιµη υποδοµή για τον µεταψυχροπολεµικό κόσµο, που δεν θα έπρεπε να χαθεί. Αλλωστε, αν το 1991 προσπαθούσαν οι Σύµµαχοι να το δηµιουργήσουν από την αρχή, είναι πολύ αµφίβολο αν η Γερουσία των ΗΠΑ θα έβρισκε την απαραίτητη πλειοψηφία των 2/3 για να εγκρίνει την αµερικανική συµµετοχή. ∆εν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν δώσει πουθενά αλλού και ποτέ την εγγύηση του Αρθρου 5 της ιδρυτικής Συνθήκης του ΝΑΤΟ, που αποτελεί και τον θεµέλιο λίθο του.
Μετά το 1991, το ΝΑΤΟ αναζήτησε νέους ρόλους και στόχους, κυρίως «εκτός περιοχής», πρώτα στη Βοσνία και, εντέλει, στο Αφγανιστάν. Το 2022, µε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η αναζήτηση τελείωσε και το ΝΑΤΟ επέστρεψε «στα βασικά»: δηλαδή, στην εξασφάλιση της προστασίας των εξωτερικών συνόρων της Συµµαχίας από απειλές τρίτων και, βασικά, µιας εκ νέου αναθεωρητικής Ρωσίας. Με λίγα λόγια, ο Βλαντιµίρ Πούτιν έλυσε το υπαρξιακό δίληµµα του ΝΑΤΟ και του έδωσε µια νέα ανάσα ζωής.
Το ΝΑΤΟ σήµερα βρίσκεται σε φάση µετάβασης και µεταφοράς του κέντρου βάρους του από τις ΗΠΑ στην Ευρώπη. Το ΝΑΤΟ εξευρωπαΐζεται, ως όφειλε. Σειρά Αµερικανών προέδρων είχαν δικαιολογηµένα απαιτήσει την αύξηση των αµυντικών δαπανών των Ευρωπαίων συµµάχων. Χρειάστηκε η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και οι απειλές του Ντόναλντ Τραµπ για να συνειδητοποιηθεί, έστω και καθυστερηµένα, η ανάγκη η Ευρώπη να αποκτήσει τις δικές της, αυξηµένες αµυντικές δυνατότητες, µέσα σε έναν ολοένα και πιο εχθρικό κόσµο.
Η Σύνοδος του ΝΑΤΟ στην Αγκυρα επιβεβαίωσε τον ατλαντικό δεσµό και την αποφασιστικότητα όλων των συµµάχων να επιταχύνουν τη µετάβαση, που είχε αποφασιστεί ήδη πέρσι στη Χάγη, µε τη µεγάλη αύξηση των αµυντικών δαπανών στο 3,5% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ. Κερδισµένη βγαίνει η Ουκρανία, που εξασφάλισε επιπλέον αµερικανική και ευρωπαϊκή στήριξη. Αλλά, εν µέρει, και η Τουρκία, της οποίας η πρόσφατη φιλοδυτική στροφή, η προσωπική υποστήριξη του Τραµπ αλλά και η άποψη πολλών ότι η Τουρκία είναι ένα «αναγκαίο κακό» για την ευρωπαϊκή ασφάλεια επιτρέπουν στον πρόεδρο Ερντογάν να ισχυρίζεται ότι είναι διεθνής παίκτης, µε την ανοχή, αλλά, ενίοτε, και την αποδοχή της ∆ύσης.
Η Σύνοδος της Αγκυρας δεν έβγαλε κάποια µεγάλη είδηση. Αυτή είναι και η επιτυχία της. Ο Τραµπ, πέραν των προκλητικών δηλώσεών του, εµφανίστηκε πιο συνεργάσιµος. Και η πώληση των F-35 στην Τουρκία παραµένει αβέβαιη, παρά τους επαίνους µε τους οποίους έρρανε ο Τραµπ γενναιόδωρα τον Ερντογάν.
Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα, λαός και πολιτικό σύστηµα, οφείλει να συνειδητοποιήσει ότι ο κόσµος δεν περιστρέφεται γύρω από τις δικές της αγωνίες και ότι η αποτελεσµατική αντιµετώπιση της τουρκικής απειλής περνά µέσα από τη σοβαρή και ψύχραιµη ανάγνωση της διεθνούς πραγµατικότητας, την «ευθυγράµµιση» των εθνικών επιδιώξεων µε ευρύτερα συµφέροντα και τη συνεννόηση του πολιτικού κόσµου στο εσωτερικό, µακριά από κορώνες και ευκολίες. Και σίγουρα χωρίς τις αγκυλώσεις και το άνοιγµα εκ νέου του παλαιού τραύµατος στις σχέσεις Ελλάδας-ΝΑΤΟ, που προκάλεσαν το πραξικόπηµα των συνταγµαταρχών το 1967 και η τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974.
*Άρθρο του Δημήτρη Καιρίδη, Κοινοβουλευτικού Εκπροσώπου της Ν.Δ., Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων στα Παραπολιτικά