Οι πολυκατοικίες της οδού Αλκµήνης
Άρθρο γνώμης
Πάντα θα υπάρχουν αυτοί που θα θέλουν να γκρεµίσουν τα πάντα, για να τα ξανακτίσουν από την αρχή. Να φτιάξουν τους δικούς τους τέλειους κόσµους
Στην υπέροχη ταινία του Ασγκάρ Φαραντί «Ο εµποράκος» ο πρωταγωνιστής µε τη γυναίκα του αναγκάζονται να εγκαταλείψουν το σπίτι τους στην Τεχεράνη επειδή καταρρέει. Από µια ταράτσα βλέπει την τσιµεντούπολη της Τεχεράνης και αναρωτιέται αν θα έπρεπε να την γκρεµίσουν ολόκληρη και να την κτίσουν από την αρχή
. Αυτές οι σκηνές µού ήρθαν στο µυαλό µε την είδηση της κατάρρευσης της πολυκατοικίας στην οδό Αλκµήνης στα Κάτω Πετράλωνα, αλλά και µε όσα ακούστηκαν και γράφτηκαν έκτοτε. Τη στιγµή που γράφονται αυτές οι γραµµές άλλη µία πολυκατοικία της περιοχής εκκενώνεται για να γίνουν οι απαραίτητοι έλεγχοι. Ο σκοπός αυτού του άρθρου δεν είναι σε καµία περίπτωση να αποδώσει ευθύνες. Αυτή είναι δουλειά της ∆ικαιοσύνης. Οι ειδικοί συσχετίζουν την κατάρρευση της πολυκατοικίας µε την οικοδόµηση µιας σύγχρονης κατασκευής σε όµορο οικόπεδο, όπου κατεδαφίστηκε το προηγούµενο οίκηµα.
Αυτή η γειτονιά είναι µια µικρογραφία πολλών αναπτυξιακών projects στην Αθήνα. Μια καλή ιδέα που βρίσκει χρηµατοδότηση υλοποιείται σε µια γειτονιά που κτίστηκε βιαστικά τις δεκαετίες µετά τον πόλεµο, για να καλύψουν άλλες ανάγκες και µε άλλες προδιαγραφές. Εκείνα τα χρόνια έπρεπε να καλυφθούν οι στεγαστικές ανάγκες των εσωτερικών µεταναστών που συνέρρεαν στο κλεινόν άστυ. Κατά ειρωνικό τρόπο, η Ακρόπολη, που έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην επιλογή της πόλης ως πρωτεύουσας του βασιλείου της Ελλάδας, ήταν και ο λόγος που κράτησε τα κτίρια χαµηλά και κολλητά µεταξύ τους. Ετσι, οι πλουσιότεροι µπορούσαν από το ρετιρέ να έχουν θέα στον Ιερό Βράχο, ενώ οι λιγότερο προνοµιούχοι συνωστίζονταν σε µικροσκοπικά και ανήλιαγα διαµερίσµατα των χαµηλών ορόφων. Με τα χρόνια, οι περισσότεροι των ρετιρέ µετακινήθηκαν στα προάστια, ενώ η οικονοµική κρίση συνετέλεσε στην εγκατάλειψη της συντήρησης και του καλλωπισµού. Οσοι λοιπόν έρχονται να επενδύσουν ανακαινίζοντας, αλλάζοντας χρήσεις ή κτίζοντας καινούργια κτίρια µε σύγχρονες προδιαγραφές είναι τις περισσότερες φορές καλοδεχούµενοι στις γειτονιές της Αθήνας. Ο αποσπασµατικός χαρακτήρας της παρέµβασης δηµιουργεί συχνά εικόνες που οµοιάζουν σε κλίµακα µε το σεράι του πασά που βρίσκεται απέναντι από την παράγκα του Καραγκιόζη.
Οι «παράγκες» όµως, που πολλές φορές κάθε άλλο παρά παράγκες είναι, µπορούν να επωφεληθούν από τα νέα οικοδοµικά projects, που αναζωογονούν επί χρόνια παραµεληµένες περιοχές. Οι δήµοι σε συνεργασία µε την Κοινωνία των Πολιτών και την επιχειρηµατικότητα οφείλουν να επανασχεδιάσουν τις γειτονιές µε τα νέα δεδοµένα και τις σύγχρονες ανάγκες, έχοντας υπ’ όψιν ότι οι πόλεις στην εποχή µας διεκδικούν τους πολίτες.
Από την άλλη πλευρά, οι φιλόδοξοι επενδυτές-αναµορφωτές των ελληνικών πόλεων και των εξοχών οφείλουν να λαµβάνουν υπ’ όψιν τους τον περιβάλλοντα χώρο στον οποίο επενδύουν. Σεβόµενοι την ιστορία του, την αισθητική του και την καθηµερινότητα των περιοίκων. Αλλωστε, καλούνται να χρησιµοποιήσουν τις ίδιες υποδοµές. Τους ίδιους δρόµους, τα ίδια δίκτυα, τον ίδιο αέρα, το ίδιο χώµα όπου θα θεµελιώσουν. Και φυσικά δηµιουργώντας συνθήκες ανθεκτικότητας για όλους.
Πάντα θα υπάρχουν αυτοί που θα θέλουν να γκρεµίσουν τα πάντα, για να τα ξανακτίσουν από την αρχή. Να φτιάξουν τους δικούς τους τέλειους κόσµους. Ο πρωταγωνιστής του «Εµποράκου» διαπιστώνει έως το τέλος της ταινίας ότι είναι πολύ περισσότερο συντηρητικός από όσο θεωρούσε. Μέρος της κοινότητας στην οποία µεγάλωσε, σε µια άλλη πόλη της Ανατολής.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Παραπολιτικά»
. Αυτές οι σκηνές µού ήρθαν στο µυαλό µε την είδηση της κατάρρευσης της πολυκατοικίας στην οδό Αλκµήνης στα Κάτω Πετράλωνα, αλλά και µε όσα ακούστηκαν και γράφτηκαν έκτοτε. Τη στιγµή που γράφονται αυτές οι γραµµές άλλη µία πολυκατοικία της περιοχής εκκενώνεται για να γίνουν οι απαραίτητοι έλεγχοι. Ο σκοπός αυτού του άρθρου δεν είναι σε καµία περίπτωση να αποδώσει ευθύνες. Αυτή είναι δουλειά της ∆ικαιοσύνης. Οι ειδικοί συσχετίζουν την κατάρρευση της πολυκατοικίας µε την οικοδόµηση µιας σύγχρονης κατασκευής σε όµορο οικόπεδο, όπου κατεδαφίστηκε το προηγούµενο οίκηµα.
Αυτή η γειτονιά είναι µια µικρογραφία πολλών αναπτυξιακών projects στην Αθήνα. Μια καλή ιδέα που βρίσκει χρηµατοδότηση υλοποιείται σε µια γειτονιά που κτίστηκε βιαστικά τις δεκαετίες µετά τον πόλεµο, για να καλύψουν άλλες ανάγκες και µε άλλες προδιαγραφές. Εκείνα τα χρόνια έπρεπε να καλυφθούν οι στεγαστικές ανάγκες των εσωτερικών µεταναστών που συνέρρεαν στο κλεινόν άστυ. Κατά ειρωνικό τρόπο, η Ακρόπολη, που έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην επιλογή της πόλης ως πρωτεύουσας του βασιλείου της Ελλάδας, ήταν και ο λόγος που κράτησε τα κτίρια χαµηλά και κολλητά µεταξύ τους. Ετσι, οι πλουσιότεροι µπορούσαν από το ρετιρέ να έχουν θέα στον Ιερό Βράχο, ενώ οι λιγότερο προνοµιούχοι συνωστίζονταν σε µικροσκοπικά και ανήλιαγα διαµερίσµατα των χαµηλών ορόφων. Με τα χρόνια, οι περισσότεροι των ρετιρέ µετακινήθηκαν στα προάστια, ενώ η οικονοµική κρίση συνετέλεσε στην εγκατάλειψη της συντήρησης και του καλλωπισµού. Οσοι λοιπόν έρχονται να επενδύσουν ανακαινίζοντας, αλλάζοντας χρήσεις ή κτίζοντας καινούργια κτίρια µε σύγχρονες προδιαγραφές είναι τις περισσότερες φορές καλοδεχούµενοι στις γειτονιές της Αθήνας. Ο αποσπασµατικός χαρακτήρας της παρέµβασης δηµιουργεί συχνά εικόνες που οµοιάζουν σε κλίµακα µε το σεράι του πασά που βρίσκεται απέναντι από την παράγκα του Καραγκιόζη.
Οι «παράγκες» όµως, που πολλές φορές κάθε άλλο παρά παράγκες είναι, µπορούν να επωφεληθούν από τα νέα οικοδοµικά projects, που αναζωογονούν επί χρόνια παραµεληµένες περιοχές. Οι δήµοι σε συνεργασία µε την Κοινωνία των Πολιτών και την επιχειρηµατικότητα οφείλουν να επανασχεδιάσουν τις γειτονιές µε τα νέα δεδοµένα και τις σύγχρονες ανάγκες, έχοντας υπ’ όψιν ότι οι πόλεις στην εποχή µας διεκδικούν τους πολίτες.
Από την άλλη πλευρά, οι φιλόδοξοι επενδυτές-αναµορφωτές των ελληνικών πόλεων και των εξοχών οφείλουν να λαµβάνουν υπ’ όψιν τους τον περιβάλλοντα χώρο στον οποίο επενδύουν. Σεβόµενοι την ιστορία του, την αισθητική του και την καθηµερινότητα των περιοίκων. Αλλωστε, καλούνται να χρησιµοποιήσουν τις ίδιες υποδοµές. Τους ίδιους δρόµους, τα ίδια δίκτυα, τον ίδιο αέρα, το ίδιο χώµα όπου θα θεµελιώσουν. Και φυσικά δηµιουργώντας συνθήκες ανθεκτικότητας για όλους.
Πάντα θα υπάρχουν αυτοί που θα θέλουν να γκρεµίσουν τα πάντα, για να τα ξανακτίσουν από την αρχή. Να φτιάξουν τους δικούς τους τέλειους κόσµους. Ο πρωταγωνιστής του «Εµποράκου» διαπιστώνει έως το τέλος της ταινίας ότι είναι πολύ περισσότερο συντηρητικός από όσο θεωρούσε. Μέρος της κοινότητας στην οποία µεγάλωσε, σε µια άλλη πόλη της Ανατολής.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Παραπολιτικά»