Πρόσφατα είχα την τύχη να βρω µια τηλεοπτική συνέντευξη του Γιώργου Γεννηµατά στη Λιάνα Κανέλλη, που είναι διαθέσιµη στο YouTube. Σύµφωνα µε τον αείµνηστο πολιτικό, δύο είναι τα χειρότερα δείγµατα λαϊκισµού. Το δεύτερο ήταν «να απευθυνόµαστε όχι στις ελπίδες, όχι στις προσδοκίες του λαού, λέγοντας την αλήθεια, αλλά στις καταβολές του». Συνέχισε διευκρινίζοντας: «Το παρελθόν ζει στη µνήµη µας και στην ιστορική µνήµη των πολιτών. Οταν το φέρνουµε στην επιφάνεια για να κάνουµε πολιτική, αυτό είναι επικίνδυνο. ∆εν είναι µόνο διχαστικό, αλλά τους καλλιεργεί ακριβώς το πιο χειρότερο (sic) αίσθηµα και συναίσθηµα για να ακολουθήσει πολιτικά ένα κόµµα».

Ο Γεννηµατάς στη συνέντευξη, που δόθηκε το 1990, αναφέρει ότι όλα τα κόµµατα το έπραξαν. Και είχε δίκιο. Η Νέα ∆ηµοκρατία, µετά τη σαρωτική επικράτηση το 1974, εµφανιζόταν ως η µοναδική λύση σταθερότητας µετά την επταετή δικτατορία, αλλά και την ταραγµένη δεκαετία του ’60. Υπήρχε ακόµη ο φόβος ότι η εναλλακτική στον Καραµανλή ήταν για κάποιους τα τανκς, όπως φέρεται να έχει δηλώσει ο Μίκης Θεοδωράκης, και για άλλους µια εκδοχή σοσιαλισµού, όπως τα υπόλοιπα Βαλκάνια. Το 1984, όταν ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης εξελέγη πρόεδρος της Ν.∆., ήταν η σειρά του Ανδρέα Παπανδρέου να φέρει στην επιφάνεια το παρελθόν. Ο τότε πρωθυπουργός µίλησε για «Εφιάλτη», αναφερόµενος στα Ιουλιανά, ενώ ο Μένιος Κουτσόγιωργας από το βήµα της Βουλής, απευθυνόµενος στους βουλευτές της Ν.∆., χρησιµοποίησε την εµβληµατική φράση: «Εσείς δεν δικαιούστε διά να οµιλείτε», κάτι που ρητά καταδίκασε ο Γεννηµατάς στην ίδια συνέντευξη. ∆εν έζησε για να δει τον σύντροφό του Κώστα Σηµίτη να καταθέτει στα πρακτικά της Βουλής το µανιφέστο της χούντας, ταυτίζοντας τη Ν.∆. µε την Ακροδεξιά. Το «σκληρό ροκ», εµπνεύσεως Κώστα Λαλιώτη, φωτογράφιζε την αξιωµατική αντιπολίτευση ταυτόχρονα ως φιλοχουντική αλλά και σκληρή «νεοφιλελεύθερη» της περιόδου 1990-1993. Παρεµφερής ήταν και η ρητορική της Νέας ∆ηµοκρατίας έναντι του επελαύνοντος ΣΥΡΙΖΑ την περίοδο 2012-2015. Πέρα από επικίνδυνη, µακροπρόθεσµα αυτή η στρατηγική αποδεικνύεται και αναποτελεσµατική. Η ρητορική του 1974 και του 1977 δεν απέδωσε το 1981 και το ΠΑΣΟΚ επικράτησε µε τεράστια διαφορά της Ν.∆. Ο Ανδρέας Παπανδρέου, µε τη βοήθεια της «Αυριανής», το 1985 έπεισε τους κεντρώους ψηφοφόρους ότι ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, εκτός από αποστάτης, ήταν συνεργάτης των ναζί, αλλά το 1990 η Ν.∆. έφτασε το 47%. Το σηµιτικό ΠΑΣΟΚ τρόµαξε τους µετριοπαθείς το 2000, αξιοποιώντας και τις δηλώσεις του Βύρωνα Πολύδωρα για τα «δικά µας παιδιά», αλλά τέσσερα χρόνια αργότερα ο Κώστας Καραµανλής κέρδισε άνετα τις εκλογές. Το ίδιο συνέβη και µε τον Αλέξη Τσίπρα. Ο φόβος τού στέρησε τη νίκη στις εκλογές του 2012, κατόρθωσε όµως να επικρατήσει σε όλες τις κάλπες του 2015 και να σχηµατίσει κυβέρνηση µε τους Ανεξάρτητους Έλληνες.

Η στρατηγική της Ν.∆. το επόµενο διάστηµα θα στηριχθεί σε µεγάλο βαθµό στο ζήτηµα της σταθερότητας, για να διεκδικήσει εκ νέου την αυτοδυναµία. Η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα προκαλεί από µόνη της φόβο σε ένα µέρος του εκλογικού σώµατος. ∆εν αρκεί, όµως, η υπόµνηση του 2015 για να επαναφέρει το κυβερνών κόµµα σε ποσοστά αυτοδυναµίας. Χρειάζεται να παρουσιάσει έναν ελκυστικό στόχο για τα επόµενα χρόνια και έναν ρεαλιστικό οδικό χάρτη. Χωρίς να φοβάται το πολιτικό κόστος, που, κατά τον Γεννηµατά, είναι το πρώτο δείγµα λαϊκισµού.

*Σύμβολος στρατηγικής, επικοινωνίας και πολιτικής διαχείρισης