Πολιτική αλλαγή ή σταθερότητα: Πόσο απέναντι πια;
Άρθρο γνώμης
Στις ώριµες δηµοκρατίες η εναλλαγή των κυβερνήσεων θεωρείται στοιχείο σταθερότητας, όχι απειλή της. Αποκλείεται, συνεπώς, ένας που επιθυµεί πολιτική αλλαγή να θέλει παράλληλα και µια µετεκλογική σταθερότητα; Οχι βέβαια
Ναι, είναι αλήθεια πως το αίτηµα για «πολιτική αλλαγή» καταγράφεται ως επιλογή από το 60% της κοινής γνώµης στις δηµοσκοπήσεις· αυτή είναι η εκτίµηση της Metron Analysis, ενώ ορισµένες αναλύσεις ανάγουν στο 70% τις προτιµήσεις. Από την άλλη, οι απαντήσεις στην έρευνα της Opinion Poll πριν από ένα µήνα, στο ερώτηµα αν κριτήριο ψήφου θα είναι η πολιτική σταθερότητα ή η διαµαρτυρία, το 56,6% προκρίνουν τη σταθερότητα και το 33,5% τη διαµαρτυρία. Εκ πρώτης όψεως τα ποσοστά αθροίζονται ανορθόδοξα. Μήπως πάλι µετρούν λάθος οι δηµοσκόποι; Μήπως θέλουν να θολώσουν τα νερά, να εµφανίσουν τάσεις που κονταροχτυπιούνται;
Το δίληµµα «πολιτική αλλαγή ή σταθερότητα» κυριαρχεί στην πολιτική αντιπαράθεση, σε υψηλούς µάλιστα τόνους. Ενδεικτικά, η κυβέρνηση επενδύει στο αφήγηµα της «σταθερότητας», χαρακτηρίζοντας την αντιπολίτευση «αλλοπρόσαλλη». Από την άλλη, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ προτάσσει το αίτηµα για πολιτική αλλαγή, που -κατά τον Ν. Ανδρουλάκη- περνά µέσα από την ήττα της Ν.∆. και την ανάδειξη του ΠΑΣΟΚ σε πρώτο κόµµα. Ο Αλέξης Τσίπρας αποσυνδέει το αίτηµα για σταθερότητα από τη στασιµότητα.
Είναι όµως επί της ουσίας σωστό να φέρνουµε απέναντι τις δύο αυτές παραµέτρους; Εχουµε «πολιτική αλλαγή Vs σταθερότητα» ή τα πράγµατα είναι πιο περίπλοκα; Μια ενδιαφέρουσα τοποθέτηση είχε κάνει προ µηνών ο διευθύνων της Metron Analysis, Στράτος Φαναράς. Αναλύοντας το τι σηµαίνει οι έξι στους δέκα να επιζητούν την πολιτική αλλαγή, σηµείωνε πως «όταν ρωτάµε αν αυτό που κυρίως χρειαζόµαστε είναι πολιτική αλλαγή ή πολιτική σταθερότητα, ένα ποσοστό πολύ µεγάλο, 60% και πάνω, λένε ‘‘πολιτική αλλαγή’’, χωρίς αυτό όµως να ταυτίζεται και -το σηµειώνω και το υπογραµµίζω- µε την έννοια της κυβερνητικής εναλλαγής». Για να προσθέσει ότι «όλοι αυτοί οι άνθρωποι δεν σηµαίνει ότι θεωρούν ότι υπάρχει εκεί έξω κάποιο, κάπου, ένα σχήµα που αν αντικαταστήσει τη σηµερινή κυβέρνηση τα πράγµατα θα φτιάξουν. Το αντίθετο. Υπάρχει µια διασπορά απόψεων, µια διασπορά προτιµήσεων, µια µεγάλη οµάδα η οποία δεν ενδιαφέρεται να συµµετάσχει στα κοινά, γιατί θεωρεί ότι δεν υπάρχουν πολιτικές λύσεις. Αρα, όλο αυτό δηµιουργεί ένα πρόβληµα το οποίο δεν έχει τα χαρακτηριστικά που παλιά είχαµε στη µεταπολιτευτική δηµοκρατία. ∆ηλαδή δεν έχουµε εναλλακτικές µέσα στο ίδιο το πολιτικό σύστηµα για να διαλέγουµε και να προχωρά µε στην επόµενη ηµέρα... ∆εν είναι τα πράγµα τα σε µια πορεία business as usual», κατέληξε.
Μήπως τελικά η «σταθερότητα» και η «πολιτική αλλαγή» αναφέρονται σε διαφορετικές διαστάσεις της πολιτικής; Η σταθερότητα αφορά την οµαλή λειτουργία των θεσµών, την προβλεψιµότητα, την αποφυγή παρατεταµένης ακυβερνησίας ή µεγάλων αναταράξεων. Η πολιτική αλλαγή αφορά την αλλαγή κυβέρνησης, πολιτικών, προσώπων ή κατεύθυνσης της χώρας. Αυτά δεν είναι εγγενώς αντίθετα. Σε όλες τις ώριµες δηµοκρατίες η εναλλαγή των κυβερνήσεων θεωρείται στοιχείο της σταθερότητας, όχι απειλή της. Αποκλείεται, συνεπώς, ένας που επιθυµεί πολιτική αλλαγή να θέλει παράλληλα και µια µετεκλογική σταθερότητα; Οχι βέβαια. Οταν ο ερωτώµενος καλείται να επιλέξει µεταξύ «σταθερότητας» και «πολιτικής αλλαγής», ουσιαστικά καλείται να διαλέξει ανάµεσα σε δύο θετικά φορτισµένες αξίες, ενώ πολλοί θα επέλεγαν και τις δύο αν τους δινόταν η δυνατότητα.
Η κυβέρνηση προτάσσει τη σταθερότητα την εποµένη των εκλογών, καθώς επιδιώκει τη συνέχεια του κυβερνητικού έργου, δηµιουργώντας παράλληλα συνειρµούς αβεβαιότητας σε περίπτωση που έρθει στο προσκήνιο µια κα τακερµατισµένη αντιπολίτευση. Σοβαρό πρόβληµα έχει και η αντιπολίτευση -τουλάχιστον τα θεσµικά κόµµατα ή αυτά που ευαγγελίζονται ριζικές ανατροπές. Αν πράγµατι περίπου 7 στους 10 δηλώνουν ότι επιθυµούν πολιτική αλλαγή, αυτό δεν σηµαίνει ότι οι ίδιοι είναι πρόθυµοι να δεχθούν οποιαδήποτε µορφή αστάθειας. Αντιθέτως, πιθανότατα αναζητούν έναν πολιτικό φορέα που να τους πείθει ότι µπορεί να αλλάξει την κυβέρνηση διατηρώντας τη θεσµική και οικονοµική σταθερότητα. Η δυσκολία της αντιπολίτευσης είναι ακριβώς ότι, µέχρι στιγµής, δεν έχει πείσει αρκετούς ψηφοφόρους πως µπορεί να συνδυάσει αυτά τα δύο.
Υπάρχουν επιπλέον δύο παράµετροι που θολώνουν την εικόνα. Η µία είναι ο έντονος αντισυστηµισµός σηµαντικού µέρους της κοινής γνώµης, που δεν εµπιστεύεται το πολιτικό σύστηµα, τα κόµµατα, που όµως εκφράζει τη διάθεση µε αλλαγές ακόµα και µε καταστροφική διάθεση. «Γαία πυρί µιχθήτω»... Η άλλη παράµετρος είναι ο πειρασµός του λαϊκισµού, που δεν επιτρέπει ακόµα και σε νέους πολιτικούς σχηµατισµούς να εκφράσουν το ρεύµα δυσαρέσκειας σε κατεύθυνση αλλαγής, αλλά στα αδιέξοδα µιας ανέξοδης υποσχεσιολογίας.
Το πραγµατικό δίληµµα δεν είναι «πολιτική αλλαγή ή σταθερότητα», αλλά «ποιος µπορεί να εγγυηθεί σταθερότητα µέσα από την αλλαγή». Μια επιπρόσθετη ένδειξη της αλλαγής µε σταθερότητα είναι η αντοχή της λύσης της αυτοδυναµίας. Στην τελευταία δηµοσκόπηση της GPO το 48,6% προκρίνουν την επιλογή της αυτοδύναµης κυβέρνησης και το 46,3% µια κυβέρνηση συνεργασίας. Συνεπώς, ένα σηµαντικό τµήµα της κοινωνίας πιθανότατα συνδυάζει και τις δύο επιθυµίες: θέλει αλλαγή κυβέρνησης, αλλά θέλει η νέα κυβέρνηση να είναι ισχυρή και σταθερή.
Μήπως τελικά κερδισµένος θα βγει όχι όποιος εξαντλείται αποδοµώντας το «πολιτική αλλαγή ή σταθερότητα», αλλά, αντίθετα, επεν δύσει στο «αλλαγή µε σταθερότητα»;
Δημοσιεύθηκε στην Κυριακάτικη Απογευματινή
Το δίληµµα «πολιτική αλλαγή ή σταθερότητα» κυριαρχεί στην πολιτική αντιπαράθεση, σε υψηλούς µάλιστα τόνους. Ενδεικτικά, η κυβέρνηση επενδύει στο αφήγηµα της «σταθερότητας», χαρακτηρίζοντας την αντιπολίτευση «αλλοπρόσαλλη». Από την άλλη, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ προτάσσει το αίτηµα για πολιτική αλλαγή, που -κατά τον Ν. Ανδρουλάκη- περνά µέσα από την ήττα της Ν.∆. και την ανάδειξη του ΠΑΣΟΚ σε πρώτο κόµµα. Ο Αλέξης Τσίπρας αποσυνδέει το αίτηµα για σταθερότητα από τη στασιµότητα.
Είναι όµως επί της ουσίας σωστό να φέρνουµε απέναντι τις δύο αυτές παραµέτρους; Εχουµε «πολιτική αλλαγή Vs σταθερότητα» ή τα πράγµατα είναι πιο περίπλοκα; Μια ενδιαφέρουσα τοποθέτηση είχε κάνει προ µηνών ο διευθύνων της Metron Analysis, Στράτος Φαναράς. Αναλύοντας το τι σηµαίνει οι έξι στους δέκα να επιζητούν την πολιτική αλλαγή, σηµείωνε πως «όταν ρωτάµε αν αυτό που κυρίως χρειαζόµαστε είναι πολιτική αλλαγή ή πολιτική σταθερότητα, ένα ποσοστό πολύ µεγάλο, 60% και πάνω, λένε ‘‘πολιτική αλλαγή’’, χωρίς αυτό όµως να ταυτίζεται και -το σηµειώνω και το υπογραµµίζω- µε την έννοια της κυβερνητικής εναλλαγής». Για να προσθέσει ότι «όλοι αυτοί οι άνθρωποι δεν σηµαίνει ότι θεωρούν ότι υπάρχει εκεί έξω κάποιο, κάπου, ένα σχήµα που αν αντικαταστήσει τη σηµερινή κυβέρνηση τα πράγµατα θα φτιάξουν. Το αντίθετο. Υπάρχει µια διασπορά απόψεων, µια διασπορά προτιµήσεων, µια µεγάλη οµάδα η οποία δεν ενδιαφέρεται να συµµετάσχει στα κοινά, γιατί θεωρεί ότι δεν υπάρχουν πολιτικές λύσεις. Αρα, όλο αυτό δηµιουργεί ένα πρόβληµα το οποίο δεν έχει τα χαρακτηριστικά που παλιά είχαµε στη µεταπολιτευτική δηµοκρατία. ∆ηλαδή δεν έχουµε εναλλακτικές µέσα στο ίδιο το πολιτικό σύστηµα για να διαλέγουµε και να προχωρά µε στην επόµενη ηµέρα... ∆εν είναι τα πράγµα τα σε µια πορεία business as usual», κατέληξε.
Μήπως τελικά η «σταθερότητα» και η «πολιτική αλλαγή» αναφέρονται σε διαφορετικές διαστάσεις της πολιτικής; Η σταθερότητα αφορά την οµαλή λειτουργία των θεσµών, την προβλεψιµότητα, την αποφυγή παρατεταµένης ακυβερνησίας ή µεγάλων αναταράξεων. Η πολιτική αλλαγή αφορά την αλλαγή κυβέρνησης, πολιτικών, προσώπων ή κατεύθυνσης της χώρας. Αυτά δεν είναι εγγενώς αντίθετα. Σε όλες τις ώριµες δηµοκρατίες η εναλλαγή των κυβερνήσεων θεωρείται στοιχείο της σταθερότητας, όχι απειλή της. Αποκλείεται, συνεπώς, ένας που επιθυµεί πολιτική αλλαγή να θέλει παράλληλα και µια µετεκλογική σταθερότητα; Οχι βέβαια. Οταν ο ερωτώµενος καλείται να επιλέξει µεταξύ «σταθερότητας» και «πολιτικής αλλαγής», ουσιαστικά καλείται να διαλέξει ανάµεσα σε δύο θετικά φορτισµένες αξίες, ενώ πολλοί θα επέλεγαν και τις δύο αν τους δινόταν η δυνατότητα.
Η κυβέρνηση προτάσσει τη σταθερότητα την εποµένη των εκλογών, καθώς επιδιώκει τη συνέχεια του κυβερνητικού έργου, δηµιουργώντας παράλληλα συνειρµούς αβεβαιότητας σε περίπτωση που έρθει στο προσκήνιο µια κα τακερµατισµένη αντιπολίτευση. Σοβαρό πρόβληµα έχει και η αντιπολίτευση -τουλάχιστον τα θεσµικά κόµµατα ή αυτά που ευαγγελίζονται ριζικές ανατροπές. Αν πράγµατι περίπου 7 στους 10 δηλώνουν ότι επιθυµούν πολιτική αλλαγή, αυτό δεν σηµαίνει ότι οι ίδιοι είναι πρόθυµοι να δεχθούν οποιαδήποτε µορφή αστάθειας. Αντιθέτως, πιθανότατα αναζητούν έναν πολιτικό φορέα που να τους πείθει ότι µπορεί να αλλάξει την κυβέρνηση διατηρώντας τη θεσµική και οικονοµική σταθερότητα. Η δυσκολία της αντιπολίτευσης είναι ακριβώς ότι, µέχρι στιγµής, δεν έχει πείσει αρκετούς ψηφοφόρους πως µπορεί να συνδυάσει αυτά τα δύο.
Υπάρχουν επιπλέον δύο παράµετροι που θολώνουν την εικόνα. Η µία είναι ο έντονος αντισυστηµισµός σηµαντικού µέρους της κοινής γνώµης, που δεν εµπιστεύεται το πολιτικό σύστηµα, τα κόµµατα, που όµως εκφράζει τη διάθεση µε αλλαγές ακόµα και µε καταστροφική διάθεση. «Γαία πυρί µιχθήτω»... Η άλλη παράµετρος είναι ο πειρασµός του λαϊκισµού, που δεν επιτρέπει ακόµα και σε νέους πολιτικούς σχηµατισµούς να εκφράσουν το ρεύµα δυσαρέσκειας σε κατεύθυνση αλλαγής, αλλά στα αδιέξοδα µιας ανέξοδης υποσχεσιολογίας.
Το πραγµατικό δίληµµα δεν είναι «πολιτική αλλαγή ή σταθερότητα», αλλά «ποιος µπορεί να εγγυηθεί σταθερότητα µέσα από την αλλαγή». Μια επιπρόσθετη ένδειξη της αλλαγής µε σταθερότητα είναι η αντοχή της λύσης της αυτοδυναµίας. Στην τελευταία δηµοσκόπηση της GPO το 48,6% προκρίνουν την επιλογή της αυτοδύναµης κυβέρνησης και το 46,3% µια κυβέρνηση συνεργασίας. Συνεπώς, ένα σηµαντικό τµήµα της κοινωνίας πιθανότατα συνδυάζει και τις δύο επιθυµίες: θέλει αλλαγή κυβέρνησης, αλλά θέλει η νέα κυβέρνηση να είναι ισχυρή και σταθερή.
Μήπως τελικά κερδισµένος θα βγει όχι όποιος εξαντλείται αποδοµώντας το «πολιτική αλλαγή ή σταθερότητα», αλλά, αντίθετα, επεν δύσει στο «αλλαγή µε σταθερότητα»;
Δημοσιεύθηκε στην Κυριακάτικη Απογευματινή