Γιατί ο αποκλεισµός των Βραζιλίας και Γερµανίας στο Μουντιάλ δεν αποτελεί πλέον είδηση...
Άρθρο γνώμης
Πάνε οι εποχές που το βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο ήταν συνώνυµο της ποδοσφαιρικής µαγείας, της φαντασίας στο παιχνίδι, της απρόβλεπτης δηµιουργικότητας στο τερέν
Στις 7 Ιουλίου 2014 όλη η Βραζιλία θρηνούσε. Η φηµισµένη εθνική οµάδα ποδοσφαίρου συντριβόταν στο Μουντιάλ από τη Γερµανία µε το εξωπραγµατικό σκορ 7-1 και αποκλειόταν από τους τελικούς. Εκτοτε, µια κατάρα ακολουθεί την οµάδα που είχε για αστέρια της τον Πελέ, τον Ζίκο, τον Ρονάλντο και τον Ροναλντίνιο. Στερηµένη από τίτλους, έφτασε µε φιλοδοξίες στο φετινό Μουντιάλ στις ΗΠΑ, για να αποκλειστεί άδοξα από τη λιλιπούτεια Νορβηγία. Αλλά και η εθνική οµάδα της Γερµανίας λες και κατέβασε διακόπτες από τότε. Επαναπαύθηκε στις δάφνες της; Ποιος ξέρει... Από αποκλεισµό σε αποκλεισµό, από τη µία απογοήτευση στην άλλη, έπαψε να είναι ο φόβος και τρόµος των αντιπάλων. Ακόµα και το γνωστό «στο τέλος κερδίζουν οι Γερµανοί» έσβησε από τον χάρτη... Νωρίς νωρίς φέτος και η παραπαίουσα Mannschaft αποκλείστηκε στον γύρο των 32 από την Παραγουάη.
Πάνε οι εποχές που το βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο ήταν συνώνυµο της ποδοσφαιρικής µαγείας, της φαντασίας στο παιχνίδι, της απρόβλεπτης δηµιουργικότητας στο τερέν. Οσο για τη Γερµανία, σβήνει µε την πάροδο του χρόνου το περίφηµο θαύµα της Βέρνης, όταν το 1954 η οµάδα της ∆υτικής Γερµανίας, βγαλµένη από τις στάχτες του πολέµου, πήρε το Μουντιάλ ενάντια σε όλα τα προγνωστικά, αφήνοντας κληρονοµιά µια νοοτροπία µαχητικότητας µέχρι το τελευταίο λεπτό, δυναµισµού στο παιχνίδι, οµαδικότητας µε ταλαντούχους παίκτες.
Ολα αυτά αποτελούν παρελθόν. Το Μουντιάλ εξελίσσεται χωρίς τα δύο αυτά µεγάλα ονόµατα. Αν ρωτηθεί κάποιος ποιοι παίκτες ξεχώρισαν φέτος στις εθνικές οµάδες των δύο χωρών, δύσκολα να βρει όνοµα. Απρόσωπες οµάδες, χωρίς φαντασία και νεύρο. Ο αποκλεισµός τους ήταν ακόµη ένα δείγµα της παρατεταµένης κρίσης τους, αλλά και ένα οριστικό τέλος εποχής. Τι έφταιξε όµως γι’ αυτήν την κατάπτωση; Η συζήτηση έχει ανάψει για τα καλά. Ενας βασικός λόγος είναι η παγκοσµιοποίηση και, κυρίως, η οµογενοποίηση της ποδοσφαιρικής µηχανής.
Υπάρχουν οι περιβόητες ποδοσφαιρικές σχολές, που έχουν αναχθεί σε δόγµα, µε τους προπονητές να το εφαρµόζουν τυφλά. Εδώ και αρκετό καιρό το ποδόσφαιρο εξελίσσεται µε βάση ταξινοµηµένα συστήµατα, ψηφιακές αναλύσεις και αλγόριθµους, µετατροπή των οµάδων σε πειθαρχηµένα σύνολα, που δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για αυτοσχεδιασµούς και «παρεκτροπές». Το βλέπουµε και σε αυτό το Μουντιάλ. Μερικές φορές ο ένας αγώνας µοιάζει να είναι πιστό αντίγραφο του άλλου. Ατελείωτες πάσες εδώ και εκεί, µπρος-πίσω που κουράζουν, σφιχτές άµυνες -οι γραµµές των αµυντικών για να εξουδετερώσουν τους επιθετικούς της αντίπαλης οµάδας έχουν τελειοποιηθεί-, συγκεκριµένοι ρόλοι στους παίκτες, που δεν επιτρέπεται να τους απεκδυθούν. Στο σκληρό αυτό πλαίσιο παιχνιδιού οι παρεκκλίσεις ή, ακόµα χειρότερα, τα λάθη δεν συγχωρούνται.
Η αλήθεια είναι πως η τεχνολογική στήριξη των οµάδων, η µετάδοση τεχνογνωσίας βοηθά σύνολα από µικρότερες χώρες -όπως η Νορβηγία ή το Μαρόκο- να βγουν από την ποδοσφαιρική αφάνεια. Ετσι διακρίθηκαν οµάδες, όπως του Πράσινου Ακρωτηρίου. Και αν δεν υπήρχε η ιστορική ανατροπή της Αργεντινής την περασµένη Τρίτη, θα λέγαµε πως και η Αίγυπτος ξεχώρισε µε την ποιότητα του παιχνιδιού της.
Ωστόσο, ο κανόνας είναι άλλος. Μιλώντας ειδικά για τις δύο µεγάλες οµάδες που είναι πλέον εκτός των τελικών, είναι τα «συστήµατα» µε βάση τις επαγγελµατικές προδιαγραφές -τα χρήµατα είναι πολλά...- που, στη Βραζιλία για παράδειγµα, ευνουχίζουν τα ταλέντα και τις ποδοσφαιρικές ιδιοφυΐες. ∆εν είναι τυχαίο ότι σχεδόν όλοι οι Βραζιλιάνοι παίκτες παίζουν στα ευρωπαϊκά πρωταθλήµατα, εκεί όπου ο ποδοσφαιρικός σχεδιασµός έχει αναχθεί σε υπέρτατη επιστήµη, κατατροπώνοντας τάσεις αυτοσχεδιασµού. Εκεί δηλαδή όπου οι Βραζιλιάνοι άσοι από µικροί διαπρέπουν στις φαβέλες και στο ελεύθερο παιχνίδι. Τώρα πλέον τα µεγάλα ταλέντα φεύγουν νωρίς για την Αγγλία ή σε άλλες χώρες και υποτάσσονται στους σχεδιασµούς των συλλόγων.
Αλλά και οι Γερµανοί ποδοσφαιριστές υποκύπτουν στη σκοπιµότητα του παιχνιδιού και τους προκαθορισµένους κανόνες, στερώντας τους το στοιχείο της επιθετικότητας και µαχητικότητας που τους διέκρινε και πνίγοντας τα προσόντα των ταλέντων που αναδεικνύονται, για να µπουν στα «κουτάκια». Οι οµάδες -εθνικές αλλά και µεγάλες δυνάµεις στα εθνικά πρωταθλήµατα- αλλάζουν προπονητές σαν τα πουκάµισα, σε µια προσπάθεια διαχείρισης της µετριότητας. Ας µην ξεχνάµε ότι στο γερµανικό πρωτάθληµα -και όχι µόνο- οι ελεύθερες µεταγραφές από άλλες χώρες περιορίζουν τον χώρο ανάδειξης εγχώριων ταλέντων. Εχουµε φτάσει έτσι στο φετινό Μουντιάλ να θαυµάζουµε είτε αστέρες που φτάνουν στο τέλος της καριέρας τους -όπως ο Μέσι ή ο Ρονάλντο- είτε ποδοσφαιριστών από µικρότερες χώρες, όπως ο «βίκινγκ» Χάαλαντ της Νορβηγίας. Ενας Γιαµάλ δεν φέρνει την άνοιξη...
Ο Ουρουγουανός συγγραφέας Εντουάρντο Γκαλεάνο έχει, κατά πολλούς, γράψει το καλύτερο βιβλίο για το ποδόσφαιρο. «Η ιστορία του ποδοσφαίρου είναι ένα θλιµµένο ταξίδι από την οµορφιά στο καθήκον» έγραφε. Ή ότι «το γκολ είναι ο οργασµός του ποδοσφαίρου. Και όπως οι οργασµοί, έχει γίνει όλο και πιο σπάνιο στη σύγχρονη ζωή»! Εχει άδικο;
Δημοσιεύτηκε στην «Κυριακάτικη Απογευματινή»
Πάνε οι εποχές που το βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο ήταν συνώνυµο της ποδοσφαιρικής µαγείας, της φαντασίας στο παιχνίδι, της απρόβλεπτης δηµιουργικότητας στο τερέν. Οσο για τη Γερµανία, σβήνει µε την πάροδο του χρόνου το περίφηµο θαύµα της Βέρνης, όταν το 1954 η οµάδα της ∆υτικής Γερµανίας, βγαλµένη από τις στάχτες του πολέµου, πήρε το Μουντιάλ ενάντια σε όλα τα προγνωστικά, αφήνοντας κληρονοµιά µια νοοτροπία µαχητικότητας µέχρι το τελευταίο λεπτό, δυναµισµού στο παιχνίδι, οµαδικότητας µε ταλαντούχους παίκτες.
Ολα αυτά αποτελούν παρελθόν. Το Μουντιάλ εξελίσσεται χωρίς τα δύο αυτά µεγάλα ονόµατα. Αν ρωτηθεί κάποιος ποιοι παίκτες ξεχώρισαν φέτος στις εθνικές οµάδες των δύο χωρών, δύσκολα να βρει όνοµα. Απρόσωπες οµάδες, χωρίς φαντασία και νεύρο. Ο αποκλεισµός τους ήταν ακόµη ένα δείγµα της παρατεταµένης κρίσης τους, αλλά και ένα οριστικό τέλος εποχής. Τι έφταιξε όµως γι’ αυτήν την κατάπτωση; Η συζήτηση έχει ανάψει για τα καλά. Ενας βασικός λόγος είναι η παγκοσµιοποίηση και, κυρίως, η οµογενοποίηση της ποδοσφαιρικής µηχανής.
Υπάρχουν οι περιβόητες ποδοσφαιρικές σχολές, που έχουν αναχθεί σε δόγµα, µε τους προπονητές να το εφαρµόζουν τυφλά. Εδώ και αρκετό καιρό το ποδόσφαιρο εξελίσσεται µε βάση ταξινοµηµένα συστήµατα, ψηφιακές αναλύσεις και αλγόριθµους, µετατροπή των οµάδων σε πειθαρχηµένα σύνολα, που δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για αυτοσχεδιασµούς και «παρεκτροπές». Το βλέπουµε και σε αυτό το Μουντιάλ. Μερικές φορές ο ένας αγώνας µοιάζει να είναι πιστό αντίγραφο του άλλου. Ατελείωτες πάσες εδώ και εκεί, µπρος-πίσω που κουράζουν, σφιχτές άµυνες -οι γραµµές των αµυντικών για να εξουδετερώσουν τους επιθετικούς της αντίπαλης οµάδας έχουν τελειοποιηθεί-, συγκεκριµένοι ρόλοι στους παίκτες, που δεν επιτρέπεται να τους απεκδυθούν. Στο σκληρό αυτό πλαίσιο παιχνιδιού οι παρεκκλίσεις ή, ακόµα χειρότερα, τα λάθη δεν συγχωρούνται.
Η αλήθεια είναι πως η τεχνολογική στήριξη των οµάδων, η µετάδοση τεχνογνωσίας βοηθά σύνολα από µικρότερες χώρες -όπως η Νορβηγία ή το Μαρόκο- να βγουν από την ποδοσφαιρική αφάνεια. Ετσι διακρίθηκαν οµάδες, όπως του Πράσινου Ακρωτηρίου. Και αν δεν υπήρχε η ιστορική ανατροπή της Αργεντινής την περασµένη Τρίτη, θα λέγαµε πως και η Αίγυπτος ξεχώρισε µε την ποιότητα του παιχνιδιού της.
Ωστόσο, ο κανόνας είναι άλλος. Μιλώντας ειδικά για τις δύο µεγάλες οµάδες που είναι πλέον εκτός των τελικών, είναι τα «συστήµατα» µε βάση τις επαγγελµατικές προδιαγραφές -τα χρήµατα είναι πολλά...- που, στη Βραζιλία για παράδειγµα, ευνουχίζουν τα ταλέντα και τις ποδοσφαιρικές ιδιοφυΐες. ∆εν είναι τυχαίο ότι σχεδόν όλοι οι Βραζιλιάνοι παίκτες παίζουν στα ευρωπαϊκά πρωταθλήµατα, εκεί όπου ο ποδοσφαιρικός σχεδιασµός έχει αναχθεί σε υπέρτατη επιστήµη, κατατροπώνοντας τάσεις αυτοσχεδιασµού. Εκεί δηλαδή όπου οι Βραζιλιάνοι άσοι από µικροί διαπρέπουν στις φαβέλες και στο ελεύθερο παιχνίδι. Τώρα πλέον τα µεγάλα ταλέντα φεύγουν νωρίς για την Αγγλία ή σε άλλες χώρες και υποτάσσονται στους σχεδιασµούς των συλλόγων.
Αλλά και οι Γερµανοί ποδοσφαιριστές υποκύπτουν στη σκοπιµότητα του παιχνιδιού και τους προκαθορισµένους κανόνες, στερώντας τους το στοιχείο της επιθετικότητας και µαχητικότητας που τους διέκρινε και πνίγοντας τα προσόντα των ταλέντων που αναδεικνύονται, για να µπουν στα «κουτάκια». Οι οµάδες -εθνικές αλλά και µεγάλες δυνάµεις στα εθνικά πρωταθλήµατα- αλλάζουν προπονητές σαν τα πουκάµισα, σε µια προσπάθεια διαχείρισης της µετριότητας. Ας µην ξεχνάµε ότι στο γερµανικό πρωτάθληµα -και όχι µόνο- οι ελεύθερες µεταγραφές από άλλες χώρες περιορίζουν τον χώρο ανάδειξης εγχώριων ταλέντων. Εχουµε φτάσει έτσι στο φετινό Μουντιάλ να θαυµάζουµε είτε αστέρες που φτάνουν στο τέλος της καριέρας τους -όπως ο Μέσι ή ο Ρονάλντο- είτε ποδοσφαιριστών από µικρότερες χώρες, όπως ο «βίκινγκ» Χάαλαντ της Νορβηγίας. Ενας Γιαµάλ δεν φέρνει την άνοιξη...
Ο Ουρουγουανός συγγραφέας Εντουάρντο Γκαλεάνο έχει, κατά πολλούς, γράψει το καλύτερο βιβλίο για το ποδόσφαιρο. «Η ιστορία του ποδοσφαίρου είναι ένα θλιµµένο ταξίδι από την οµορφιά στο καθήκον» έγραφε. Ή ότι «το γκολ είναι ο οργασµός του ποδοσφαίρου. Και όπως οι οργασµοί, έχει γίνει όλο και πιο σπάνιο στη σύγχρονη ζωή»! Εχει άδικο;
Δημοσιεύτηκε στην «Κυριακάτικη Απογευματινή»