Αντιγράφω από µία τοπική ειδησεογραφική ιστοσελίδα της Ηπείρου, το Epiruspost: «Μια ακόµη χρονιά υψηλών επιδόσεων καταγράφει το 7ο Γενικό Λύκειο Ιωαννίνων, καθώς οι µαθητές και οι µαθήτριες του σχολείου σηµείωσαν ιδιαίτερα σηµαντικές επιτυχίες στις Πανελλαδικές Εξετάσεις 2026. Η µεγάλη πλειονότητα των υποψηφίων κατάφερε να εξασφαλίσει την εισαγωγή της στην Τριτοβάθµια Εκπαίδευση, µε το ποσοστό επιτυχίας να αγγίζει το 100%, επιβεβαιώνοντας τη σταθερή πορεία του σχολείου στις εξετάσεις των τελευταίων ετών». Κατ’ αρχάς να πούµε µπράβο στα παιδιά, στους καθηγητές και φυσικά στους γονείς τους. Κατά δεύτερον, να θέσουµε µε αφορµή το ρεπορτάζ αυτό ένα αφελές ίσως ερώτηµα: γιατί να είναι µια τέτοια είδηση στοιχείο ενός ρεπορτάζ και µάλιστα χωρίς ακριβή στοιχεία, αφού δεν παρατίθεται (καθώς προφανώς δεν το δίνει το σχολείο) το ποσοστό της επιτυχίας των αποφοίτων τού εν λόγω σχολείου στις Πανελλαδικές Εξετάσεις; Γιατί να µη δηµοσιοποιεί υποχρεωτικά κάθε σχολείο, δηµόσιο και ιδιωτικό, σε όλη την επικράτεια, το ποσοστό επιτυχίας στα ΑΕΙ της χώρας των µαθητών της Γ΄ Λυκείου που επέλεξαν να δώσουν Πανελλαδικές Εξετάσεις;

Η απάντηση, φυσικά, είναι απλή: γιατί παρότι όλοι σχεδόν οµνύουν στην αξιολόγηση, κανείς πραγµατικά δεν τη θέλει. Κανείς δεν θέλει να µπει σε αυτήν τη βάσανο, να κοιτάξει τον εαυτό του στον καθρέφτη και στη συνέχεια να αναζητήσει την αλήθεια: Το «Χ» ή το «Ψ» σχολείο έχει χαµηλές επιδόσεις στις Πανελλαδικές διότι είναι χαµηλό των επίπεδο των καθηγητών ή διότι είναι υπερβολικά µεγάλος ο αριθµός των µαθητών ανά τµήµα και δεν µπορεί να γίνει αποτελεσµατικά η διδασκαλία ή γιατί είναι πολύ χαµηλή η κρατική χρηµατοδότηση ή γιατί η κρατική χρηµατοδότηση είναι µια χαρά αλλά σπαταλάται αντί να δαπανάται. Ή για έναν συνδυασµό πολλών ακόµα αιτιών και παραγόντων. Αντίστροφα, ένα σχολείο έχει υψηλές επιδόσεις και µπορεί να ακολουθεί κάποιες πρακτικές τις οποίες θα µπορούσαν να υιοθετήσουν και άλλα σχολεία. Είναι δύσκολη και απαιτητική η άσκηση της αξιολόγησης, που κανείς στην πραγµατικότητα -ή έστω ελάχιστοιδεν είναι διατεθειµένος να την κάνει.

Αλλά για να πάµε και πιο πέρα, στα πανεπιστήµια. Πρόσφατα είδε το φως της δηµοσιότητας η ετήσια έκθεση από τον διεθνή οίκο αξιολόγησης των πανεπιστηµιακών ιδρυµάτων Quacquarelli Symonds (QS) και διαβάζουµε ότι τα επτά ελληνικά πανεπιστήµια που υπήρχαν και στην προηγούµενη έκθεση υποχώρησαν στην κατάταξη, αλλά παράλληλα πλασαρί στηκαν για πρώτη φορά τρία ελληνικά, µε αποτέλεσµα να υπάρχουν δέκα ελληνικά ΑΕΙ στα πρώτα 1.500 παγκοσµίως. Είδαµε και πρυτάνεις ή µεµονωµένους καθηγητές να σχολιάζουν την κατάταξη του ιδρύµατος στο οποίο υπηρετούν. Μάλιστα. Στο εσωτερικό της χώρας γιατί δεν γίνεται µια αντίστοιχη δουλειά; Μπορούν πολύ απλά να ρωτήσουν το Quacquarelli Symonds (QS) ή το Times Higher Education (THE) ή το Shanghai Ranking Consultancy ή κάποιον έγκριτο και διεθνώς αναγνωρισµένο φορέα ποια ακριβώς κριτήρια εφαρµόζει, ποια µεθοδολογία ακολουθεί, τι στοιχεία και δεδοµένα αξιοποιεί και να εφαρµόσουµε τη βέλτιστη πρακτική στην Ελλάδα. Να έχουµε έτσι µια ετήσια κατάταξη των 24 ελληνικών δηµόσιων πανεπιστηµίων -αλλά και των µη κρατικών που ήδη ξεκίνησαν να λειτουργούν- και να µπορεί ο κάθε µαθητής που δίνει Πανελλαδικές Εξετάσεις και ο γονιός του που τον συµβουλεύει να έχουν µια καλύτερη άποψη για το πανεπιστήµιο όπου επιδιώκει να περάσει. Και όχι µόνο σε επίπεδο ΑΕΙ: να µαθαίνουµε ετησίως τη σειρά κατάταξης των επτά τµηµάτων Ιατρικής στη χώρα, των εννιά τµηµάτων Αρχιτεκτονικής, των έξι τµηµάτων Χηµείας κ.ο.κ. Αξιολόγηση στην πράξη και διαφάνεια παντού.

Να είναι παράλληλα ανοιχτά όλα τα δεδοµένα, για κάθε ενδιαφερόµενο, σε ανωνυµοποιηµένη µορφή: τι ποσοστό των φοιτητών τελειώνει εντός του προβλεπόµενου ορίου φοίτησης, πόσα διδακτορικά εκπονούνται ετησίως και τι αντίκρισµα έχουν στην ακαδηµαϊκή κοινότητα, πόσες ώρες διδασκαλίας την εβδοµάδα έχουν κατά µέσο όρο σε κάθε εξάµηνο οι καθηγητές και οι αναπληρωτές καθηγητές κάθε τµήµατος, πόσες αναφορές στη διεθνή ακαδηµαϊκή βιβλιογραφία έχουν ετησίως τα µέλη του ∆ιδακτικού Επιστηµονικού Προσωπικού κάθε σχολής κ.ά.

Όνειρα θερινής νυκτός: ούτε τις επιδόσεις των σχολείων πρόκειται να µάθουµε ποτέ ούτε των πανεπιστηµίων. Καµία διαφάνεια, καµία πρόοδος. Και ας συντηρούνται και τα δύο από τον κρατικό προϋπολογισµό, από τα χρήµατα δηλαδή των φορολογουµένων. Και ας φοιτούν εκεί τα παιδιά των φορολογούµενων πολιτών. Έχετε ακούσει κανένα πολιτικό κόµµα ή φορέα να ζητάει κάτι τέτοιο; Κάποια συνδικαλιστική οργάνωση καθηγητών ή δασκάλων; Κάποια φοιτητική παράταξη; Ουδείς ενδιαφέρεται να ταράξει τα λιµνάζοντα νερά της ελληνικής σχολικής και πανεπιστηµιακής εκπαίδευσης. Και ας κινείται αυτή µέσα σε ένα διαρκώς πιο ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον. Τα αποτελέσµατα, δυστυχώς, θα τα βρούµε όλοι µπροστά µας.

Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή