Ούτε κουβέντα στη ∆ΕΘ για τα "δύσκολα" θέµατα
Άρθρο γνώμης
Τα αποτελέσµατα των εξετάσεων PISA προβληµατίζουν κανέναν αρχηγό; Υπάρχει σχέδιο µε παρεµβάσεις για το περιεχόµενο και την ποιότητα της σχολικής εκπαίδευσης; Τολµά κανείς να µιλήσει για την αξιολόγηση;
Άλλη µία ∆ιεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης ολοκληρώθηκε, οι περισσότεροι πολιτικοί αρχηγοί απηύθυναν οµιλίες και απάντησαν σε ερωτήσεις δηµοσιογράφων και η ανάλυση άρχισε: Ποιος υποσχέθηκε τι και σε ποιους, πόσο θα κοστίσει, από πού θα βρεθούν τα χρήµατα, πόσο αξιόπιστες είναι οι εξαγγελίες αυτές.
Πολύ χρήσιµα όλα αυτά και ιδιαίτερα κατατοπιστικά. Όπως ιδιαίτερα χρήσιµη είναι και η παρατήρηση ότι για µία ακόµη χρονιά, τα «δύσκολα» θέµατα έµειναν στην άκρη. Κανείς δεν τα άγγιξε, κανείς δεν θέλησε να ασχοληθεί. Αυτό βέβαια δεν σηµαίνει ότι τα θέµατα αυτά δεν υπάρχουν ούτε ότι ως διά µαγείας θα εξαφανιστούν.
Πρώτο και σπουδαιότερο, το ∆ηµογραφικό. Καλές και ευπρόσδεκτες οι προτάσεις πολιτικής για το µέλλον, εδώ όµως έχουµε µια συγκεκριµένη πραγµατικότητα που δεν αλλάζει. Οι γεννήσεις στην Ελλάδα την περασµένη χρονιά, το 2025 δηλαδή, ήταν 65.594 (33.620 αγόρια και 31.974 κορίτσια), λιγότερες σε σύγκριση µε τις 68.467 (35.216 αγόρια και 33.251 κορίτσια) του 2024. Ας υποθέσουµε (όχι αυθαίρετα) ότι κατ’ ελάχιστο ένα 30% των παιδιών αυτών περίπου, µέχρι την ηλικία των 18 ετών είτε έχει µεταναστεύσει στο εξωτερικό µε την οικογένειά του είτε έχει εγκαταλείψει το σχολείο είτε έχει επιλέξει να σπουδάσει στο εξωτερικό ή έχει φύγει για διάφορους λόγους από τη ζωή. Αυτό σηµαίνει ότι στα ελληνικά ΑΕΙ θα εισαχθούν σε 17 χρόνια από σήµερα πάνω-κάτω 45.000 νέοι – περίπου 35.000 λιγότεροι από σήµερα. Ό,τι κι αν γίνει από εδώ και πέρα για το ∆ηµογραφικό, ο αριθµός αυτός δεν αλλάζει. Τµήµατα, σχολές, πιθανώς και πανεπιστήµια ολόκληρα, θα κλείσουν. Ποια προετοιµασία γίνεται για τη διαχείριση αυτής της πραγµατικότητας; Ποια συζήτηση διεξάγεται; Καµία.
Η άλλη όψη του δηµογραφικού είναι η λεγόµενη ενεργός γήρανση, για την οποία γίνεται ενδελεχής συζήτηση σε πολλές χώρες του εξωτερικού. Στην Ελλάδα, το 23,7% του πληθυσµού είναι 65 ετών και άνω. Περίπου 2.450.000 άνθρωποι. Το Εθνικό Σύστηµα Υγείας θα πιεστεί έτι περαιτέρω, γηροκοµεία θα χρειαστούν πολλά, µια σειρά ακόµα από παρεµβάσεις απαιτούνται άµεσα. ∆εν «πουλάει» το θέµα αυτό, εποµένως δεν µπαίνει στην ατζέντα της ∆ΕΘ.
Πάµε στα της σχολικής εκπαίδευσης. Καλοδεχούµενες οι δεσµεύσεις για αυξήσεις στους µισθούς δασκάλων και καθηγητών, για περισσότερες προσλήψεις, για βελτίωση στις σχολικές υποδοµές – αν και οι πηγές χρηµατοδότησης πολλών εξ αυτών µοιάζουν λίγο θολές. Αλλά τέλος πάντων. Τα αποτελέσµατα των εξετάσεων PISA προβληµατίζουν κανέναν πολιτικό αρχηγό; Υπάρχει σχέδιο µε ριζοσπαστικές παρεµβάσεις για το περιεχόµενο και την ποιότητα της σχολικής εκπαίδευσης; Τολµά κανείς να µιλήσει για την αξιολόγηση εκπαιδευτικών και σχολικών µονάδων;
Αντιγράφω από τη σχετική ανακοίνωση του υπουργείου Παιδείας για τα αποτελέσµατα της έρευνας PISA 2025: «Σηµαντικά υψηλότερο ποσοστό µαθητών/τριών στην Ελλάδα (40,9% στις Φυσικές Επιστήµες, 43,8% στην Κατανόηση Κειµένου και 49,5% στα Μαθηµατικά) τελειώνει την Υποχρεωτική Εκπαίδευση χωρίς να διαθέτει το βασικό επίπεδο λειτουργικού εγγραµµατισµού, το οποίο απαιτείται ώστε να µπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της καθηµερινότητας, κατανοώντας απλά φαινόµενα, το νόηµα απλών κειµένων και κάνοντας απλούς µαθηµατικούς συλλογισµούς και πράξεις». Όχι απλώς δεν γνωρίζουν άλγεβρα και γεωµετρία δηλαδή έχοντας τελειώσει το Γυµνάσιο, δεν µπορούν καν να αντιληφθούν π.χ. τι µπορεί να σηµαίνει η φράση «ΦΠΑ 24%» ή να βρουν την αρχική τιµή ενός προϊόντος που πωλείται µε έκπτωση 20% (πραγµατική ερώτηση σε διαγωνισµό PISA).
Για τις µειώσεις φορολογικών συντελεστών, τους έκτακτους φόρους σε υψηλά εισοδήµατα και κέρδη, ακούστηκαν πολλά. Για την καταπολέµηση της φοροδιαφυγής, τίποτα. Τα στοιχεία δείχνουν ότι µε βάση τις περσινές φορολογικές δηλώσεις, 7 στους 10 ιδιοκτήτες µπαρ δηλώνουν ζηµίες. Ένα στα δύο εστιατόρια επίσης εµφανίζει ζηµίες. Έξι στα δέκα κοµµωτήρια δηλώνουν ζηµίες! Οι ελαιοχρωµατιστές (που αποτελεί ένα µικρό θαύµα αν καταφέρεις να βρεις έναν τις ηµέρες που θα ήθελες) δηλώνουν µέσο µηνιαίο εισόδηµα 345 ευρώ τον µήνα… Οι ψυκτικοί βγάζουν επίσης πολύ λιγότερα από τον κατώτατο µισθό, µε µέσο µηνιαίο εισόδηµα 556 ευρώ. Πολλά ακόµα τέτοια στοιχεία υπάρχουν, τα οποία επειδή ωστόσο θίγουν συγκεκριµένα µεγάλα κοµµάτια της λεγόµενης εκλογικής πελατείας, δεν συζητάει κανείς όχι τη λύση ούτε καν το πρόβληµα.
Η ενίσχυση των µικροµεσαίων επιχειρήσεων είναι επίσης σε πρώτο πλάνο των εξαγγελιών των κοµµάτων – και ορθώς. Η ανάγκη να «µεγαλώσουν» οι επιχειρήσεις αυτές, δεν είναι. Σύµφωνα µε τα τελευταία διαθέσιµα στοιχεία (της Κοµισιόν), στη χώρα µας λειτουργούν 739.378 πολύ µικρές επιχειρήσεις, που απασχολούν δηλαδή από 0 ως 9 εργαζόµενους. Ο αριθµός αυτός αντιπροσωπεύει το 94,7% του συνόλου των επιχειρήσεων που υπάρχουν στην Ελλάδα. Οι πολιτικοί αρχηγοί πιθανώς να αντιλαµβάνονται ότι το µοντέλο αυτό δεν είναι βιώσιµο σε µια ολοένα και πιο ανταγωνιστική διεθνή οικονοµία, σε µια εποχή δε που η τεχνητή νοηµοσύνη προελαύνει ραγδαία και αλλάζει ριζικά τον τρόπο που λειτουργούν µια σειρά από κλάδοι. ∆εν τολµούν όµως να το πουν και να προτείνουν λύσεις και κίνητρα, διότι εκλογικά δεν «συµφέρει». Ας ελπίσουµε τουλάχιστον στον δρόµο για τις κάλπες αυτές -και αρκετές ακόµα- µεγάλες προκλήσεις που είναι µπροστά µας, να βρουν τον δρόµο για την προεκλογική συζήτηση.
Δημοσιεύθηκε στην «Απογευματινή»