Οι ΗΠΑ στην εποχή της προεδρίας Τραµπ, στη δεύτερη θητεία του, δεν ακολουθούν τις παγιωµένες παραµέτρους για τον συντονισµό της ∆ύσης. ∆εν κάνουν πολιτικές ως πλανητική δύναµη. ∆εν πληρώνουν το κόστος της ασφάλειας του συνασπισµού µε την Ευρώπη. ∆εν λαµβάνουν στρατηγικές αποφάσεις στη βάση της πολυµέρειας µε τις άλλες δυτικές δυνάµεις. ∆εν περιφρονούν το επονοµαζόµενο δυτικό ηµισφαίριο, ούτε την Ασία, επιµένοντας στις νόρµες της Ατλαντικής διαδροµής ως επίκεντρο της ισορροπίας στον κόσµο. ∆εν λογίζουν τον εαυτό τους ως βασικό δρώντα σε έναν παγκοσµιοποιηµένο κόσµο ισχύος και κατανοµής. ∆εν εξαγγέλλουν δόγµατα εθνικής ασφάλειας συνεργαζόµενες µε αρχιτεκτονικές άλλων. Οι ΗΠΑ ορίζουν την ισχύ της ∆ύσης, στον παγκόσµιο καταµερισµό µε κύριο ανταγωνιστικό πόλο την Κίνα, στη βάση µίας εθνικοποιηµένης οµοσπονδίας στα όρια της αυτοκρατορίας.

Άρα, τα όσα εξελίχθηκαν για τρεις δεκαετίες στο πλαίσιο Οργανισµών, όπως οι G7 ή οι G20 δεν αφορούν πλέον το παρόν. Επίσης, οι κατευθύνσεις του φόρουµ του Νταβός, των ιδρυµάτων και των λεσχών τύπου Σόρος, Ροκφέλερ και των άλλων, δεν ορίζουν τα «θέλω» και τα «µπορώ» του Λευκού Οίκου. Το ίδιο συµβαίνει σε κοινωνικό και εσωτερικό επίπεδο µε τα «ανοιχτά σύνορα» στη λαθραία µετανάστευση. Με τη woke ατζέντα του δικαιωµατισµού, µε το τέλος της ιστορίας των εθνών, των θρησκειών και των φύλων.

Οι ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραµπ δεν δέχονται να ηττηθούν χωρίς να δώσουν µάχη. Εθελούσια. ∆εν απορυθµίζουν άλλο την οµοσπονδία των αµερικανικών πολιτειών και δεν αποδέχονται να αναλώσουν τις δυνάµεις σε βάρος του έθνους και του λαού τους. Μοιάζει η Ουάσινγκτον σήµερα να παραµένει πρόθυµη να ασκήσει ηγεσία στη ∆ύση, ακόµη και µε την εταιρική -οικονοµική, εµπορική ενεργειακή- έννοια από τη θέση της αδιαµφισβήτητης ισχύος ή επιρροής και όχι στη βάση συνδιαλέξεων και συσχετισµών µε «συµµαχίες προθύµων» µε πολυµερή και αντικρουόµενα συµφέροντα έναντι των ΗΠΑ, όπως αυτά των αµήχανων Ευρωπαίων, αλλά ούτε διστακτικών συµµάχων στην ευρεία Ανατολή.

Ο Ντόναλντ Τραµπ και τα παρόντα, εν ενεργεία επιτελεία του, δεν έχουν πολύ χρόνο στη διάθεσή τους προκειµένου να δοµήσουν ένα νέο αµερικανικό κόσµο -pax Americana- σε ∆ύση και Ανατολή, µε δεδοµένο ότι αντιµάχονται αυταρχικές ηγεσίες όπως αυτή του Κοµµουνιστικού Κόµµατος της Κίνας, του ολιγάρχη Πούτιν στη Ρωσία, ηγετών όπως ο Ερντογάν και άλλοι στο Ισλάµ των Βασιλείων και των Εµιράτων. Ο χρόνος είναι συγκεκριµένος και κινείται µέχρι τον επόµενο Νοέµβριο 2026, όπου υπάρχουν οι ενδιάµεσες εκλογές στις ΗΠΑ και στη συνέχεια µέχρι το 2028 όπου κλείνει αυτός ο δεύτερος και τελευταίος κύκλος υπό την ηγεσία Τραµπ. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ είναι ένας εκλεγµένος ηγέτης µε ευρεία και άνετη πλειοψηφία στις εκλογές του τέλους του 2024. Υπέστη πολιτικούς διωγµούς και συκοφαντίες ακραίες από τον κύκλο των ∆ηµοκρατικών και τις διεθνείς λέσχες της παγκοσµιοποίησης όπου Γης. Αλλά άντεξε. Αµύνθηκε, επιβίωσε, κυριάρχησε. Με τη δύναµη και τη θέληση του λαού: του µέσου Αµερικανού και όχι της πλειοψηφίας των ελίτ, που του εµπιστεύθηκε το όραµα και την ελπίδα µιας ανάδρασης της ∆ύσης, στην ισοπέδωση και την οµοιοµορφία που επιθυµούν να επιβάλουν τα καθεστώτα της Ανατολής και οι γίγαντες της Ασίας.

Ο πρόεδρος Τραµπ δεν είναι πολέµαρχος, ούτε παρανοϊκός και αυθαίρετος όπως πολλοί που «ξεβολεύτηκαν» στην Ελλάδα επιθυµούν να τον παρουσιάσουν. Έχει βεβαίως επιχειρηµατική πρακτική στη διεθνή πολιτική της ηγέτιδας δύναµης της ∆ύσης. Αλλά η Ελλάδα όπως έχει διαφανεί από την εµπειρία κερδίζει στις περιόδους διοίκησης των Ρεπουµπλικανών του ρεύµατος Τραµπ στις ΗΠΑ. Με τις ηγεσίες των ∆ηµοκρατικών δεν χάνει. Με τους Ρεπουµπλικανούς κερδίζει. Στην παρούσα φάση πρέπει οργανωµένα να κάτσει στο τραπέζι του πόκερ και να συµµετάσχει µε πεποίθηση και ευελιξία. Η στρατηγική της την τελευταία δεκαετία είναι επιτυχής και εύστοχη και αποτελεί το κατάλληλο διαβατήριο.