Πολλά γράφονται και περισσότερα συζητούνται για την ασφάλεια και τη στρατικοποίηση εκ νέου της Ευρώπης, έπειτα από δεκαετίες «πασιφισµού» και εµµονής στον woke δικαιωµατισµό και τα «ανοιχτά σύνορα». Ο τετραετής, πλέον, πόλεµος στην Ουκρανία, µετά την εισβολή της Ρωσίας το 2022, αιφνιδίασε δοµικά τις εφησυχασµένες ελίτ στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Πολύ περισσότερο συντάραξε τη µακαριότητα και τον µερκαντιλισµό τους η επικράτηση του Ντ. Τραµπ για δεύτερη θητεία στον Λευκό Οίκο, τον Νοέµβριο του 2024. Ο τρόπος που αυτός εκφράζεται για τις ευρωπαϊκές ηγεσίες, αλλά και η απαρέσκεια της πέραν του Ατλαντικού αµερικανικής οµοσπονδίας, όπως αυτή διατυπώθηκε ως προς τη στρατηγική σηµασία της Ευρώπης στο δόγµα εθνικής ασφαλείας, δηµιούργησαν συνθήκες διάσπασης στη συνοχή και στον µεταπολεµικό δεσµό της ∆ύσης ένθεν και ένθεν του ωκεανού. Η εταιρική µέχρι πρότινος Ευρωπαϊκή Ενωση αναζήτησε σε συνθήκες αµηχανίας και σοκ µια επόµενη ηµέρα για τη συλλογική της ασφάλεια, προβάλλοντας τη Ρωσία και την απειλή ενός νέου παγκόσµιου πολέµου στα εδάφη της «γηραιάς ηπείρου ως άµεση.

Επίσης εξαιτίας του γεγονότος ότι ο χαρακτήρας της Eνωσης είναι εταιρικός, η συζήτηση για την ασφάλειά της ξεκίνησε από τον οικονοµικό τοµέα, ο οποίος αφορά το κόστος επανεξοπλισµού των κρατών-µελών σε µια βάση πακέτων ενίσχυσης ή κεφαλαίων προνοµιακού δανεισµού (ReArm), που σχετίζονται περισσότερο µε την πολεµική βιοµηχανία και το οικονοµικό πλεονέκτηµα της Γαλλίας και της Γερµανίας παρά µε τη συγκρότηση µιας νέας δοµής. Η επαναλαµβανόµενη θεωρία στις δεκαετίες µετά το τέλος του Ψυχρού Πολέµου περί ενιαίου (federal) και συλλογικού ευρωστρατού επίσης περιέπλεξε τις συζητήσεις. Στον πόλεµο στην Ουκρανία προστέθηκε το 2023 ο πόλεµος του Ισραήλ εναντίον της «Χαµάς» στη Γάζα και της «Χεζµπολάχ» στον Λίβανο, που κατέληξε στον επονοµαζόµενο «Πόλεµο των 12 ηµερών», µε στόχο την καταστροφή του πυρηνικού προγράµµατος του Ιράν, το καλοκαίρι του 2025. Κορύφωση, ο συµµαχικός πόλεµος ευρείας κλιµάκωσης που ξεκίνησαν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ, µε στόχο, αυτήν τη φορά, την καταστροφή των οπλοστασίων συνολικά του Ιράν και την αποδόµηση του ισλαµικού καθεστώτος. Παράπλευρα, το Ισραήλ επιχειρεί έναν «οριστικό πόλεµο» ενάντια στο στρατιωτικό σκέλος της «Χεζµπολάχ» στον Λίβανο. 

Οι αντιλήψεις της Ουάσινγκτον σε σχέση µε την ανάληψη της ασφάλειας της Ευρώπης από τους Ευρωπαίους αυτοτελώς όχι µόνον δεν άλλαξαν, αλλά επιβεβαιώνονται. Οµοίως και η απόσταση µεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ σε εκτιµήσεις, θεωρήσεις και προτεραιότητες.

Προκύπτουν δύο θεωρήσεις, στη βάση του ρεαλισµού, που µπορούν να ακολουθήσουν από κοινού τα ευρωπαϊκά έθνη. Η µία, να οργανωθούν ως µια Κοινωνία των Ευρωπαϊκών Εθνών στη βάση του εξοπλισµού τους, σε µια συνέχεια της οικονοµικής, εµπορικής και νοµισµατικής κοινότητάς τους. Η εν λόγω Κοινωνία των Εθνών να αποδεχθεί την ηγεσία των ΗΠΑ και να µετεξελιχθεί σε ενιαίο συνασπισµό στρατηγικά. Είναι µια προσέγγιση που θα δεχόταν η ηγεσία Τραµπ στην Ουάσινγκτον. Την απορρίπτουν, όµως, οι περισσότερες ευρωπαϊκές ηγεσίες. Μια έτερη προσέγγιση είναι να εγκαταλειφθούν οι έωλες φιλοδοξίες περί ενιαίου ευρωστρατού και να αξιοποιηθούν η εµπειρία, η οργάνωση και οι λειτουργίες, δοµικές και επιχειρησιακές, του ΝΑΤΟ. Τα 23 εθνικά κράτη από τα 27 µέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης είναι ήδη και µέλη του ΝΑΤΟ. Οι Ενοπλες ∆υνάµεις τους, ασχέτως επάρκειας σε όγκο και εξοπλισµούς, είναι συντεταγµένες µε προδιαγραφές και λειτουργίες ΝΑΤΟ. Τέσσερις χώρες της Ε.Ε. δεν είναι µέλη του ΝΑΤΟ. Συγκεκριµένα, η Κύπρος (που προτίθεται να ενταχθεί σε στρατιωτικό συνασπισµό), η Αυστρία, η Ιρλανδία και η Μάλτα (µε καθεστώς ουδετερότητας, επί του παρόντος). Τρεις δυνάµεις του ΝΑΤΟ δεν πατούν σε ευρωπαϊκό έδαφος, άρα δεν µπορούν να ενταχθούν στο ευρωπαϊκό ΝΑΤΟ: οι ΗΠΑ (που βαθµηδόν εκφράζουν την επιθυµία να αποχωρήσουν από τον ρόλο τους στην Ευρώπη), ο Καναδάς και η Τουρκία. Το Ηνωµένο Βασίλειο (από τις κεντρικές δυνάµεις στη γεωγραφική Ευρώπη, µπορεί να παρακάµψει το Brexit στρατιωτικά), η Νορβηγία, η Αλβανία, το Μαυροβούνιο, η Βόρεια Μακεδονία και η Ισλανδία έχουν προδιαγραφές που µπορούν να ενταχθούν στον ευρωπαϊκό αµυντικό συνασπισµό, αφού είναι µέλη του ΝΑΤΟ, αλλά όχι της Ε.Ε. Το Ευρωπαϊκό Αµυντικό Σύµφωνο µε τη διαδικασία αυτή µπορεί, πάντως, να υπερβεί ως συνασπισµός τα 30 εθνικά κράτη. Σε συλλογικό επίπεδο, το µερίδιο εισφοράς των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ µπορεί να καλυφθεί από τον κοινό προϋπολογισµό, ενώ τα κράτηµέλη θα συναποφασίσουν σε πρώτη φάση αν θα καλύπτουν την ανάγκη των εθνικών πολεµικών εξοπλισµών τους στο 3%-5% του ΑΕΠ υποχρεωτικά. Η συσσωρευµένη εµπειρία του ΝΑΤΟ από τη δεκαετία του 1950 δίνει ασφαλή διέξοδο για τη συγκρότηση, τη δοµή και τον τρόπο διοίκησης και λειτουργίας του Ευρωπαϊκού Στρατιωτικού Συµφώνου.

Ο σύνδεσµος µε τις ΗΠΑ θα διατηρηθεί σε συλλογική βάση για την Ευρώπη, πέρα από τις επιµέρους διµερείς συνεργασίες και συµφωνίες των εθνικών κρατών.