Η ελληνική ηγεσία και διπλωµατία εξάντλησε τα περιθώρια καλών προθέσεων τη διετία 2023-2025 απέναντι στην Τουρκία, για τη δηµιουργία και εµπέδωση ενός αξιόπιστα διαφορετικού και εµπράγµατα βελτιωµένου κλίµατος συνεργασίας µεταξύ των δύο χωρών. Αξέχαστη θα µείνει µάλιστα και η περίφηµη «∆ιακήρυξη των Αθηνών» που για κάποιους παράγοντες της ελληνικής διπλωµατίας είχε ρεαλιστική βάση ως προς την προοπτική της. Ο καιρός και η ιστορία κύλησαν. Οι δύο χώρες, ακολουθώντας τις εθνικές στρατηγικές επιλογές τους και στη βάση της συγκυρίας εντάσεων και πολέµων στην Ανατολή στη Γάζα, στο Ιράν, στον Λίβανο αλλά και στα αραβικά κράτη ή στην Κύπρο, που βρέθηκαν στο στόχαστρο των απειλών ή δριµύτατων πληγµάτων από την Τεχεράνη, επιχείρησαν να εξυπηρετήσουν εθνικές προτεραιότητές τους, διµερείς συµµαχικές υποχρεώσεις τους και η Ελλάδα την ασφάλεια περιοχής της Μεσογείου ως ναυτική ευρωπαϊκή δύναµη. Η γενικότερη στρατηγική της Ελλάδας για τη Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή και τις διαδροµές από και προς την Ασία και την Αφρική διαφέρει από εκείνη της Τουρκίας, χωρίς όµως αυτό να σηµαίνει ότι µεταξύ τους προκύπτει άµεσο µέτωπο έντασης.

Μέχρι που η Τουρκία, βλέποντας την Ελλάδα να κινητοποιείται για την ασφάλεια της Κύπρου έναντι της Χεζµπολάχ ή των Φρουρών της Επανάστασης αλλά και να εξοπλίζει την εθνική επικράτειά της στο νησιωτικό µέτωπο του Ανατολικού Αιγαίου -φυσικές αµυντικές κινήσεις δηλαδή στη βάση των ραγδαίων εξελίξεων-, άρχισε να αναπτύσσει σενάρια ενάντια στη συµµαχία 3+1 Ελλάδας - Κύπρου - Ισραήλ - ΗΠΑ, ότι τάχα στρέφεται εναντίον της. Φυσικά ο ανταγωνισµός της µε το Ισραήλ για τη «νέα αρχιτεκτονική» στη ∆υτική Ασία αλλά και η παράκαµψη του διαδρόµου IMEC, που δεν σχετίζεται µε αυτή, µπορεί να της αυξάνει την πίεση. Αλλά αυτό δεν µπορεί να εξηγήσει την αναβάθµιση των απειλών απέναντι στη διπλωµατία και στις πολιτικές ασφάλειας της Ελλάδας.

Συγκεκριµένα σε µια κλιµάκωση της έντασης από την πλευρά της Τουρκίας φέρεται αποφασισµένη η ηγεσία της να νοµοθετήσει στο εσωτερικό της δίκαιο ουσιαστικά επέκταση του casus belli, συµπεριλαµβάνοντας τις αυθαίρετες αιτιάσεις της περί «γκρίζων ζωνών» στο Αιγαίο ή της επιρροής απολύτως αυθαίρετων γεωγραφικά ΑΟΖ στην Ανατολική και Νότιο Μεσόγειο. Τις προθέσεις της αυτές συνοδεύει µε την έναρξη νέων προκλητικών ενεργειών στο πεδίο, µε τη χρήση στρατιωτικών µέσων, παρενοχλώντας µισθωµένα ερευνητικά σκάφη ή τους Έλληνες αλιείς πέραν των 6 ναυτικών µιλίων στη θάλασσα και παραβιάζοντας το FIR Αθηνών. Η Ελλάδα από την πλευρά της δεν έχει κανένα λόγο να ξεκινήσει έναν νέο κύκλο «κλεφτοπολέµου» εντυπώσεων µε την Τουρκία, όπως αυτός που εξελίσσεται για περίπου µισό αιώνα.

Ας ληφθούν αποφάσεις σε εθνικό αλλά και συµµαχικό επίπεδο, έστω και αν το σενάριο εκλογών τον Οκτώβριο πάψει να βρίσκεται στην άκρη του τραπεζιού. Η Αθήνα µπορεί να προχωρήσει άµεσα -ούτως ή άλλως πρόκειται για µονοµερή νοµικά απόφαση- στην επέκταση των υδάτων πλήρους εθνικής δικαιοδοσίας από τα 6 ν.µ. στα 10 ν.µ., διατηρώντας το δικαίωµά της να τα επεκτείνει σε άλλη φάση µέχρι τα 12 ν.µ. Με τον τρόπο αυτό θα ευθυγραµµίσει τον εναέριο χώρο µε τη θαλάσσια επικράτειά της όπως είναι το νοµικά προβλεπτό και θα καταθέσει στο ΝΑΤΟ το νέο εύρος που την αφορά. Ταυτόχρονα, όπως διατυπώθηκε σε άρθρο του αξιότιµου συναδέλφου Λάµπρου Καλαρρύτη στην «Απογευµατινή» (φύλλο 14/5/2026), µπορεί να αναλυθεί και να ακολουθηθεί η προτεινόµενη διαδικασία του έγκριτου νοµικού σε θέµατα διεθνούς και ευρωπαϊκού δικαίου Θ. Κατσούφρου για κοινή προσφυγή και συνυποσχετικό δέσµευσης από Αθήνα και Λευκωσία στην εφαρµογή της όποιας απόφασης στο ∆ιεθνές ∆ικαστήριο του Λουξεµβούργου (ευρωπαϊκό δίκαιο) για τη χάραξη ΑΟΖ µεταξύ Ελλάδας και Κύπρου. Εφόσον η δικαστική απόφαση είναι θετική στη βάση του ισχύοντος ∆ιεθνούς ∆ικαίου της Θάλασσας, θα αρθούν και τα εµπόδια µε τα καλώδια ηλεκτρικού ρεύµατος ή ψηφιακών δεδοµένων ή αγωγών που θέτει η Τουρκία. Ταυτόχρονα θα απαντηθεί σε πρακτικό και νοµικό επίπεδο το casus belli που νοµοθετεί στο Κοινοβούλιό της.

Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή