H ανακάλυψη από ψαράδες ενός θαλάσσιου µη επανδρωµένου σκάφους ουκρανικής κατασκευής σε σπηλιά στη Λευκάδα, φορτωµένου εκρηκτικά και µε οδηγίες χρήσης για τον κατά τόπους χειριστή του, ήταν ένα σοκ για το σύστηµα και τις δοµές εθνικής ασφάλειας της χώρας µας. Η κυβέρνηση και τα αρµόδια υπουργεία Εξωτερικών, Αµύνης (κυρίως), Ναυτιλίας (που έχει την ευθύνη του Λιµενικού), Προστασίας του Πολίτη (στο πεδίο της Αστυνοµίας και της εσωτερικής ασφάλειας) και φυσικά η ΕΥΠ ανέλαβαν την έρευνα για την ταυτοποίηση του drone, την αποστολή του, τις διαδροµές του και τους χειρισµούς της Ελλάδας προς το Κίεβο ή τις ευρωπαϊκές δοµές. Το µη επανδρωµένο-πυρπολικό είχε ταυτότητα, αποστολή και στρατηγική µε την υπογραφή του Κιέβου, είτε ξεκίνησε από τις ακτές της Λιβύης είτε από την Αλβανία από την εκεί τουρκική βάση.

Η Αθήνα αντιµετώπισε µε ψυχραιµία και συγκρότηση την όλη κατάσταση. Εν αρχή έθεσε το θέµα στη σύνοδο των υπουργών Εξωτερικών της Ευρώπης ο αρµόδιος υπουργός, κ. Γεραπετρίτης. Την επόµενη ηµέρα -στην ανάλογη προγραµµατισµένη σύνοδο των υπουργών Αµύνης της Ευρώπης- και ο κ. ∆ένδιας. Το περιστατικό εντός της ελληνικής επικράτειας στις δυτικές θάλασσες του Ιονίου δεν ήταν µοναδικό. Είχαν προηγηθεί ανάλογες πολεµικού τύπου επιχειρήσεις και πλήγµατα από την Αίγυπτο και τα περάσµατα της Ερυθράς Θάλασσας έως τη Βαλτική και την επικράτεια της Φινλανδίας. Σε όλες τις περιπτώσεις οι στόχοι ήταν εµπορικά σκάφη του επονοµαζόµενου «σκιώδους στόλου» της Ρωσίας που διασπούν το εµπάργκο λόγω της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία.

Η Ελλάδα, µε απευθείας επικοινωνίες µε το Κίεβο, ζήτησε -ως σύµµαχος χώρα σε όλη τη διάρκεια του τετραετούς πλέον πολέµου της Ουκρανίας- εξηγήσεις για την επιλογή αυτή του Κιέβου να επεκτείνει τις επιχειρήσεις από τη Μαύρη Θάλασσα σε όλες τις άλλες θάλασσες, δηµιουργώντας βάσιµο κίνδυνο για την ελεύθερη ναυσιπλοΐα. Οι εξηγήσεις αυτές είναι εµφανώς έωλες και αναιτιολόγητες µε όρους διεθνούς δικαίου, µε αποτέλεσµα µεταξύ των ευρωπαϊκών και άλλων µεσογειακών δυνάµεων η Ελλάδα να νιώθει έκθετη απέναντι στη στρατηγική αυτή όξυνσης και διεύρυνσης του πολέµου που σε µια σειρά από θάλασσες πέριξ της Ευρώπης επιχειρεί η ηγεσία Ζελένσκι.

Την προηγούµενη εβδοµάδα, σε όλο και κλιµακούµενο βαθµό, το υπουργείο Αµύνης µε πολιτικές δηλώσεις του υπουργού κ. ∆ένδια και συνολικά η ελληνική ηγεσία ζήτησαν εύλογες διαβεβαιώσεις από το Κίεβο, µε αφορµή το συµβάν που προέκυψε, αλλά και για τον κίνδυνο για τη ναυσιπλοΐα, την οικονοµία, τον τουρισµό και το περιβάλλον της ελληνικής επικράτειας. Γεγονός το οποίο δείχνει τον βαθµό σοβαρότητας της εν λόγω στρατηγικής που προκύπτει. Ευτυχώς, ενώ σε αρχικό χρόνο το συµβάν µε το µη επανδρωµένο που βρέθηκε -όχι εξαιτίας βλάβης αλλά µάλλον λόγω ρωσικών αντίµετρων- στη Λευκάδα, εκτός διαδροµής, κινδύνευσε να αποτελέσει αντικείµενο εσωτερικής πολιτικής και κοµµατικής αντιπαράθεσης, πολύ γρήγορα έγινε αντιληπτή και από τις ηγεσίες της αντιπολίτευσης η σοβαρότητα του θέµατος και αφέθηκε στους αρµόδιους χειρισµούς της κυβέρνησης και ειδικά των υπουργείων Αµύνης και Εξωτερικών της χώρας.

Υφίσταται ένα σηµαίνον ζήτηµα που δεν αφορά αποκλειστικά την Ελλάδα, αλλά την Ευρώπη. Η ηγεσία Ζελένσκι έχει χάσει τον αυτοέλεγχό της, αλλά και τον σεβασµό της προς τις αρµοδιότητες των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων επί της επικράτειάς τους και επιδιώκει µε έµµεσο και καθοριστικό τρόπο, διά θαλάσσης, τη διεύρυνση του ρωσοουκρανικού πολέµου σε ευρασιατική συνολική σύγκρουση.

Το Κίεβο, προκειµένου να ανασχέσει τη διαδικασία ειρήνευσης µε τη Μόσχα που επιδιώκει εµφανώς και η Ουάσινγκτον, αξιοποιεί την ευρωπαϊκή συµµαχία µε σκοπό την περαιτέρω σύγκρουση και όχι την υπέρβαση αυτής. Είναι δεδοµένο πλέον εκ των συνθηκών που δηµιουργούνται ότι Ευρώπη και ΗΠΑ θα πρέπει να συγκλίνουν, προκειµένου εντός Ιουνίου να προοδεύσουν οι διπλωµατικές συνοµιλίες Μόσχας - Κιέβου και το νέο δάνειο προς την Ουκρανία να δοθεί για την ανοικοδόµηση της χώρας και όχι για την κλιµάκωση των πολεµικών επιχειρήσεων.