Τελικά, µάλλον βιαστική µοιάζει η συζήτηση περί εκλογών. Ειδικά ως προς το σκέλος για την επόµενη ηµέρα αυτών. Τα ποσοστά δηλαδή που θα συγκεντρώσει η µόνη κυβερνητική δύναµη, η Νέα ∆ηµοκρατία, το κατά πόσον θα µπορεί να έχει απόλυτη πλειοψηφία στο επερχόµενο Κοινοβούλιο ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, ο συσχετισµός ισχύος των κοµµάτων της αριστερής και δεξιάς αντιπολίτευσης, αλλά και πόσα κόµµατα µειοψηφίας θα κατορθώσουν να περάσουν το όριο του 3% για να εκπροσωπηθούν στην επόµενη περίοδο. Ακόµα και το αν θα επιχειρήσει τελικά ο «αποσυνάγωγος» Αντ. Σαµαράς να συµµετάσχει στις εκλογές µε διασπαστικό πολιτικό σχηµατισµό έναντι της κεντροδεξιάς Ν.∆.

Οπως στις περιπτώσεις των υψηλών ελλειµµάτων και του χωρίς λογική και ευθύνη δηµόσιου δανεισµού, που οι πρωθυπουργοί για δεκαετίες µετά το 1980 έσπρωχναν το «τενεκεδάκι» στον επόµενο, µέχρι που τελικά σε κάποιον έτυχε η κατάρρευση -περίπου 30 χρόνια µετά την αφετηρία του παραλόγου-, έτσι και στην περίπτωση της διαφοράς µε την Τουρκία η ακινησία, προκειµένου να διατηρηθούν τα «ήρεµα νερά» µε τον «πειρατή», κράτησε περίπου πέντε δεκαετίες. Η ελληνική διπλωµατία «φλυαρούσε» µε την τουρκική σε επίπεδο τεχνικών κλιµακίων των δύο υπουργείων Εξωτερικών ή «ρέµβαζε» µέσα από την επανάληψη δηλώσεων του τύπου «Η Ελλάδα δεν θα παραιτηθεί από το δικαίωµα για επέκταση των ζωνών πλήρους κυριαρχίας της στα 12 ν.µ. ή τα κυριαρχικά της δικαιώµατα επί της υφαλοκρηπίδας και της οριοθέτησης ΑΟΖ». Μέχρι που φθάνουµε στο φθινόπωρο του 2026. Ή, καλύτερα, στις τελευταίες εβδοµάδες του καλοκαιριού του 2026.

Και ενώ ο συνήθως τοξικός και καταγγελτικός δηµόσιος διάλογος, όπου όλοι επιτίθενται στη διακυβέρνηση Μητσοτάκη και στοχοποιούν τον ίδιο τον πρωθυπουργό, µε τη διακυβέρνηση να αµύνεται, υπενθυµίζοντας όχι µόνον το έργο για την αναµόρφωση, αναδιάταξη και αναβάθµιση της χώρας, που εξελίσσει από το 2019, αλλά και τα πεπραγµένα των κοµµάτων και των ηγεσιών ή των προσωπικοτήτων που της επιτίθενται, η Τουρκία αποφάσισε µε διαδοχικές κινήσεις της να αµφισβητήσει ολιστικά την κυριαρχία της Ελλάδας. Στο Ανατολικό Αιγαίο, µέρος των νησιών, τη σχέση του Καστελλόριζου ως προς την περιφερειακή επικράτεια των ∆ωδεκανήσων και της Ελλάδας ως προς τα κυριαρχικά δικαιώµατα και την έκταση ενδεχόµενης ΑΟΖ που συνδέεται µέσω της επήρειας του συγκεκριµένου νησιού µε την Κύπρο, θαλάσσιες περιοχές ανατολικά και νότια της Κρήτης σε σχέση µε τη «µέση γραµµή» µε Αίγυπτο, Λιβύη και σε µια προέκταση µε Λίβανο. Η ουσία δεν βρίσκεται στα επιµέρους, αλλά στο όλον. Η Τουρκία δεν δέχεται την ελληνική ιδιοκτησία στην επίσηµα αναγνωρισµένη από τις πρώτες δεκαετίες του προηγούµενου αιώνα κρατική επικράτειά της. Κηρύσσει, έτσι, δικά της κυριαρχικά δικαιώµατα στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο, στη βάση ενός ∆ικαίου του ισχυρού, µε προσχηµατική νοµική επιχειρηµατολογία. Ηρθε η ώρα που η Ελλάδα θα πρέπει να διακηρύξει και να διασφαλίσει την εθνική της επικράτεια µε τρόπο οριστικό. Η ελληνική επικράτεια, όπως και εκείνη της Κύπρου, είναι και ευρωπαϊκή ιδιοκτησία.

Ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση που καλούνται να χειρισθούν τη «λύση» της τουρκικής εµπλοκής είναι ο κ. Μητσοτάκης και η παρούσα πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο, πριν από τις εθνικές εκλογές του τέλους της επόµενης άνοιξης. Το σύνολο της αντιπολίτευσης και οι προσωπικότητες µε εµπειρία, όπως ο κ. Σαµαράς, οφείλουν να αναλάβουν τις ευθύνες τους, ώστε να µην εξυπηρετήσουν τον σχεδιασµό της Αγκυρας για επικράτηση εθνικού, πολιτικού διχασµού στην Ελλάδα στην παρούσα τελική φάση µιας παλιάς ιστορίας επιθετικής αυθαιρεσίας από την Τουρκία και αµήχανης ανάσχεσης σε αυτήν από την πλευρά της Ελλάδας.

Δημοσιεύθηκε στα Παραπολιτικά