«Η αδράνεια δεν είναι ισχύς», δήλωσε µε έµφαση ο υπουργός Εξωτερικών, κ. Γεραπετρίτης, σε τελευταία τηλεοπτική του συνέντευξη. Αντίθετα, σύµφωνα µε τη στρατηγική που ακολουθεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη, η ισχύς ενός κράτους -στην περίπτωσή µας της Ελλάδας- συνίσταται στη διεύρυνση του διπλωµατικού αποτυπώµατος µέσω των διεθνών συµµαχιών, πολυµερών και διµερών, την αµυντική και στρατιωτική δεινότητα και την οικονοµική στιβαρότητα. Σε αυτήν τη στρατηγική, µε διαφορετικές τακτικές έναντι της πάντα επιθετικής και αντιδραστικής Τουρκίας, κινήθηκε η ελληνική πολιτική την τελευταία επταετία, µε πολύ συγκεκριµένα αποτελέσµατα στις διεθνείς συµµαχίες, θεαµατική ενίσχυση των Ενόπλων ∆υνάµεων µε εξοπλισµούς -ειδικά από τις ΗΠΑ, τη Γαλλία, πλέον και την Ιταλία-, νέα δοµή διοίκησης και επάνδρωσης, παραγωγή πλέον µη επανδρωµένων και κορύφωση στον ολιστικό αµυντικό θόλο για το σύνολο της επικράτειας, την «Ασπίδα του Αχιλλέα», σε συνεργασία µε το Ισραήλ.

Πάρα τις επικρίσεις για ενδοτική στάση ακόµα και από πρώην πρωθυπουργούς της Κεντροδεξιάς και πρώην προέδρους του κόµµατος, είναι η µόνη διακυβέρνηση µεταπολεµικά που επέκτεινε την εθνική επικράτεια στα δυτικά µε τη συµφωνία µε την Ιταλία για τα χωρικά ύδατα και τις ζώνες οικονοµικής εκµετάλλευσης (ΑΟΖ), αλλά και µε τη µερική συµφωνία µε την Αίγυπτο στον Νότο. Μέχρι τη διακυβέρνηση Μητσοτάκη η Ελλάδα επαναλάµβανε τις θέσεις περί του δικαιώµατος επέκτασης των ζωνών πλήρους κυριαρχίας στα 12 ν.µ., χωρίς να έχει επεκτείνει καν τη θαλάσσια επικράτειά της στην ανοιχτή Αδριατική ή να έχει επιµεληθεί τις δέουσες διαπραγµατεύσεις µε την καθόλου πολεµική ή επιθετική Ιταλία για τον καθορισµό ΑΟΖ µεταξύ τους. Πόσω µάλλον στην Ανατολική και Νότιο Μεσόγειο, όπου η Ελλάδα επιχειρεί συµφωνίες µε την Αίγυπτο ή τη -χωρίς σταθερό και πλήρες πολιτειακό καθεστώς- Λιβύη.

Ο ενεργειακός τοµέας εξελίχθηκε, επίσης, σε δοµικό άξονα πολιτικών που στηρίζει τη διπλωµατία και τις εθνικές προτεραιότητες άσκησης κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωµάτων στο πεδίο, τόσο µε τα καλώδια προς Κύπρο - Ισραήλ αλλά και προς Αίγυπτο, όσο και µε τις εξορύξεις δυτικά της Πελοποννήσου και νοτίως της Κρήτης µε άµεση εµπλοκή αµερικανικών εµβληµατικών ενεργειακών εταιρειών και τη διάρθρωση του Κάθετου ∆ιαδρόµου µε αµερικανικό LNG προς τα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη. Για να παρακολουθήσει και να καταγράψει κάποιος την άσκηση κυριαρχίας και τη διεθνή πολιτική από την πλευρά της Ελλάδας, θα πρέπει να ακολουθεί σωρευτικά τις κινήσεις που εξελίσσονται σε επίπεδο υπουργείου Εξωτερικών, Αµυνας και Ενέργειας & Περιβάλλοντος. Ακόµα και του υπουργείου Οικονοµικών, υπό τον πρόεδρο του Eurogroup στην παρούσα πλέον φάση, Κ. Πιερρακάκη. Αυτό πράττει η ηγεσία και οι υπηρεσίες πληροφοριών της Τουρκίας και για τον λόγο αυτό νιώθουν ανήσυχοι και εκδηλώνουν επιθετικότητα.

Η ελληνική στρατηγική αλλάζει τα δεδοµένα και επιδρά δραστικά στο περιβάλλον -υπέρ της ειρηνευτικής διαβούλευσης και της γεωπολιτικής σταθερότητας- της Ανατολικής Μεσογείου µε τη «µατιά» προς την Ανατολή µέχρι την Ινδία και µε «πλάτη» στη ∆ύση, τις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ενωση, άσχετα µε τις συνθήκες κρίσης στην ευρωατλαντική συµµαχία. Η Τουρκία επιθυµεί απορρύθµιση υπέρ της Μουσουλµανικής Αδελφότητας στην Αίγυπτο, αναγνώριση και εµπέδωση ως ζωτικού παράγοντα στην επόµενη ηµέρα του Λιβάνου της ελεγχόµενης από το Ιράν ισλαµικής «Χεζµπολάχ», µετατροπή της Λιβύης σε προτεκτοράτο της, αύξηση της επιδραστικής επιρροής της στη Συρία, δοµική εµπλοκή της στην ενεργειακή, εµπορική διαδροµή που ξεκινά από τη Βασόρα στο Ιράκ, ισλαµικό µέτωπο εναντίον του Ισραήλ και «εργαλειοποίηση» του Παλαιστινιακού, για να βρεθεί σε δεσπόζουσα θέση µε ένοπλες δυνάµεις στην Ανατολική Ιερουσαλήµ, τη Γάζα και, τελικά, τη ∆υτική Οχθη του Ιορδάνη. Η Τουρκία εκδηλώνει όλο και πιο πιεστικά την επιδίωξή της για διχοτόµηση στην Κύπρο και αµφισβητεί ευθέως την ιδιοκτησία της Ελλάδας σε νησιά του Αιγαίου, τη µεταπολεµική διεθνή συµφωνία (1947) Ελλάδας - Ιταλίας για την παραχώρηση των ∆ωδεκανήσων, το νόµιµο δικαίωµα της Ελλάδας για επέκταση στα 12 ν.µ., µε γραµµές βάσης τα νησιά και όχι µόνον το ηπειρωτικό έδαφος, και την οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας διµερώς και πολυµερώς στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Με την προβολή µιας αυθαίρετης θεωρίας, της «γαλάζιας πατρίδας», η Τουρκία διεκδικεί µια εγκάρσια, παράλογη οικονοµική ζώνη άσκησης κυριαρχικών δικαιωµάτων από τις ηπειρωτικές της ακτές µέχρι τη Λιβύη, τινάζοντας στον αέρα την σταθεροποίηση των ζωνών στην Ανατολική Μεσόγειο. Από την πλευρά της Ελλάδας, που δηλώνει -σε κάθε ευκαιρία δηλώσεων της ηγεσίας της- «καθόλου φοβική», η επέκταση στα 12 ν.µ. των ζωνών πλήρους κυριαρχίας της νότια της Κρήτης και δυτικά-νότια των ∆ωδεκανήσων, στο άνοιγµα της Μεσογείου, σε πρώτη φάση τίθεται όλο και πιο πολύ στο τραπέζι προς υλοποίηση. Το δικαίωµα είναι µονοµερές, σε αντίθεση µε τις ΑΟΖ, και είναι σταθερό βήµα στην αλλαγή των συνθηκών σε σχέση µε τη στασιµότητα που επιθυµεί, και µε casus belli, η Τουρκία.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Παραπολιτικά»