Στρατηγικό δίληµµα Τουρκίας: Eντάσεις ή πολεµική βιοµηχανία;
Άρθρο γνώμης
Είτε θα παραµείνει µια επιθετική, αποσταθεροποιητική δύναµη της ∆υτικής Ασίας, µε ευρεία ηπειρωτική ζώνη στη Μεσόγειο προς δυσµάς, είτε θα επιτρέψει µε την πολιτική της να αποτελέσει µια ογκώδη βιοµηχανική δύναµη
Η Τουρκία έχει έναν ρόλο ταραξία, εξαιτίας της µεγαλοµανίας της πάγιας στρατηγικής της, σε δύο γειτνιάζουσες και αλληλεπιδραστικές γεωπολιτικές περιοχές. Η µία είναι αυτή που ξεκινά από τα σύνορά της, διέρχεται τη Μεσοποταµία (Συρία, Ιράκ) και µέσω Ιερουσαλήµ (Ισραήλ) φθάνει στη Γάζα. Η άλλη είναι η θαλάσσια ζώνη της Μεσογείου που ακουµπά την Κύπρο, την Ελλάδα, το Ισραήλ, τον Λίβανο, την Αίγυπτο και φθάνει στη Λιβύη. Ουσιαστικά, στα όρια της ∆υτικής Μεσογείου.
Η Τουρκία όχι µόνον την τελευταία εικοσαετία του κλιµακούµενου νεο-οθωµανισµού και του δόγµατος περί «αυτοκρατορίας» και θεωρήσεων «γαλάζιας πατρίδας» επί διοίκησης Ερντογάν (AKP-Μπαχτσελί), αλλά και επί εποχής των κεµαλικών και τάχα ευρωπαϊστών αποτέλεσε και αποτελεί σε βάθος δεκαετιών, από το 1950 και µεταπολεµικά, παράγοντα αυθαιρεσίας, εθνικιστικής επιθετικότητας µε γειτονικές χώρες όπως η Ελλάδα, στρατό κατοχής επί της Κύπρου και τελικά αποσταθεροποίησης της συνεργασίας και της καλής γειτονίας των εθνών-κρατών και λαών της περιοχής.
Το σύνδροµο της «οθωµανικής αυτοκρατορίας» σε µια χώρα-οµοσπονδία, φυλών, εθνοτήτων και θρησκειών, όπως η Τουρκία, µε ιστορία γενοκτονιών, εκτοπισµών µειονοτήτων, βίαιης απαλλοτρίωσης και δέσµευσης ιδιωτικών περιουσιών και κρατικής τροµοκρατίας στο εγχείρηµα, από την εποχή του Κεµάλ, συγκρότησης εθνικής ταυτότητας, δεν αφορά µόνο τη χώρα στο εσωτερικό της, αλλά και όλη την περιοχή που περιβάλλει την επικράτειά της. Υπήρξαν διάφορες δυτικές θεωρίες, εξαιτίας ακριβώς της ένταξής της στο Ατλαντικό Σύµφωνο (ΝΑΤΟ), παράλληλα και ταυτόχρονα µε την Ελλάδα, µετά το τέλος του Β’ Παγκόσµιου Πολέµου, περί εκκοσµίκευσης και εξευρωπαϊσµού της. Η Τουρκία στο πέρασµα στον 21ο αιώνα και µετά την παρέλευση δύο δεκαετιών εξελίχθηκε σε ισλαµικό δεσποτικό κράτος, µε βαθιές επιρροές από το γεωγραφικό και πληθυσµιακό της βάθος στην Ανατολία, προσοµοιάζοντας πολύ περισσότερο σε σουλτανάτο και καθαρά ασιατική δύναµη παρά σε ευρωπαϊκή συνιστώσα. Οι ιµπεριαλιστικές εµµονές της Τουρκίας την απέκλεισαν από τους δρόµους προς τις Βρυξέλλες και «τις πύλες της Βιέννης», µε τον ευρωατλαντισµό που την περιλαµβάνει στις ζώνες του να µοιάζει όλο και περισσότερο µε «φύλλο συκής», όπως και τη διαδροµή ∆αρδανέλια - Αλεξανδρέττα, µε απουσία -έναν αιώνα τώρα- ευρωπαϊκών παροικιών, να προσφέρει πεδίο και πλεονέκτηµα για την «επιτήδεια διπλωµατία» ανάµεσα στη ∆ύση (ΗΠΑ - Ευρώπη) και την ασιατική Ανατολή (BRICS, Ρωσία, Κίνα, Πακιστάν).
Σήµερα η Τουρκία επιδιώκει κυριαρχία και αυξηµένη επιρροή στη Μεσοποταµία µέχρι τη Γάζα και ταυτόχρονα στην Ανατολική Μεσόγειο, αντιδρώντας νευρωτικά και µετωπικά στη συµµαχία Ελλάδα - Κύπρος - Ισραήλ - ΗΠΑ, τόσο στη στεριά όσο και στη θάλασσα. Παράλληλα επιδιώκει µε κάθε µέσο εξουσιαστική επιδραστική επιρροή στις µουσουλµανικές χώρες -αραβικές και µη- από τον Τίγρη και τον Ευφράτη µέχρι την Ερυθρά, από τη µία, και από το Αιγαίο, το µέτωπο Λιβάνου - Αιγύπτου (Σουέζ) µέχρι τη Λιβύη και τις πύλες του Γιβραλτάρ στη Μεσόγειο, από την άλλη.
Η Τουρκία στην τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα όπου οδεύουµε έχει να αντιµετωπίσει ένα απολύτως επείγον στρατηγικό δίληµµα: είτε θα παραµείνει µια επιθετική, αποσταθεροποιητική δύναµη της ∆υτικής Ασίας, µε ευρεία ηπειρωτική ζώνη στη Μεσόγειο προς δυσµάς, είτε θα επιτρέψει µε την πολιτική της να αποτελέσει µια ογκώδη βιοµηχανική δύναµη και στην πολεµική βιοµηχανία - που εξελίσσεται ραγδαία πλέον µετά την επιστροφή των πολέµων. Μια Μαλαισία δηλαδή στο σταυροδρόµι Ανατολής-∆ύσης, Βορρά (Καύκασος)-Νότου (αραβική χερσόνησος - Αφρική).
Οι τοποθετήσεις Ερντογάν στη Νέα Υόρκη, όπου µίλησε στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, αλλά και στην ειδική εκδήλωση για τα 100 χρόνια των διπλωµατικών σχέσεων ΗΠΑ - Τουρκίας, εξέφρασαν το όραµα η χώρα του να εξελιχθεί σε παγκόσµιο παράγοντα της αµυντικής βιοµηχανίας, προβάλλοντας το επιχείρηµα ότι οι εξαγωγές αµυντικών εξοπλισµών έχουν ξεπεράσει τα 10 δισ. δολάρια έναντι των 248 εκατοµµυρίων δολαρίων προ 20ετίας. Επίσης, υπεραµύνθηκε του οράµατος η Τουρκία να µπει σύντοµα στους 10 εξαγωγείς αµυντικού υλικού παγκοσµίως.
Αλλά προαπαιτούµενο αυτού είναι και οι ειδικές σχέσεις µε την Ευρώπη, που επανεξοπλίζεται, ή η έντονη αποδοχή από το σύνολο του ΝΑΤΟ, τα µέλη του οποίου αυξάνουν κλιµακωτά τις στρατιωτικές τους δαπάνες και συµπαραγωγές. Η «Συµφωνία της Μέκκας» δεν µπορεί να υποκαταστήσει τις αγορές του πυρήνα της ∆ύσης. Το στρατηγικό δίληµµα της Τουρκίας που προκύπτει εκ των συνθηκών είναι δυσεπίλυτο. Θα παραµείνει µια πολεµική δύναµη αποσταθεροποίησης ή θα εξελιχθεί σε µια βιοµηχανική δύναµη διευρυµένης συνεργασίας;
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Παραπολιτικά»
Η Τουρκία όχι µόνον την τελευταία εικοσαετία του κλιµακούµενου νεο-οθωµανισµού και του δόγµατος περί «αυτοκρατορίας» και θεωρήσεων «γαλάζιας πατρίδας» επί διοίκησης Ερντογάν (AKP-Μπαχτσελί), αλλά και επί εποχής των κεµαλικών και τάχα ευρωπαϊστών αποτέλεσε και αποτελεί σε βάθος δεκαετιών, από το 1950 και µεταπολεµικά, παράγοντα αυθαιρεσίας, εθνικιστικής επιθετικότητας µε γειτονικές χώρες όπως η Ελλάδα, στρατό κατοχής επί της Κύπρου και τελικά αποσταθεροποίησης της συνεργασίας και της καλής γειτονίας των εθνών-κρατών και λαών της περιοχής.
Το σύνδροµο της «οθωµανικής αυτοκρατορίας» σε µια χώρα-οµοσπονδία, φυλών, εθνοτήτων και θρησκειών, όπως η Τουρκία, µε ιστορία γενοκτονιών, εκτοπισµών µειονοτήτων, βίαιης απαλλοτρίωσης και δέσµευσης ιδιωτικών περιουσιών και κρατικής τροµοκρατίας στο εγχείρηµα, από την εποχή του Κεµάλ, συγκρότησης εθνικής ταυτότητας, δεν αφορά µόνο τη χώρα στο εσωτερικό της, αλλά και όλη την περιοχή που περιβάλλει την επικράτειά της. Υπήρξαν διάφορες δυτικές θεωρίες, εξαιτίας ακριβώς της ένταξής της στο Ατλαντικό Σύµφωνο (ΝΑΤΟ), παράλληλα και ταυτόχρονα µε την Ελλάδα, µετά το τέλος του Β’ Παγκόσµιου Πολέµου, περί εκκοσµίκευσης και εξευρωπαϊσµού της. Η Τουρκία στο πέρασµα στον 21ο αιώνα και µετά την παρέλευση δύο δεκαετιών εξελίχθηκε σε ισλαµικό δεσποτικό κράτος, µε βαθιές επιρροές από το γεωγραφικό και πληθυσµιακό της βάθος στην Ανατολία, προσοµοιάζοντας πολύ περισσότερο σε σουλτανάτο και καθαρά ασιατική δύναµη παρά σε ευρωπαϊκή συνιστώσα. Οι ιµπεριαλιστικές εµµονές της Τουρκίας την απέκλεισαν από τους δρόµους προς τις Βρυξέλλες και «τις πύλες της Βιέννης», µε τον ευρωατλαντισµό που την περιλαµβάνει στις ζώνες του να µοιάζει όλο και περισσότερο µε «φύλλο συκής», όπως και τη διαδροµή ∆αρδανέλια - Αλεξανδρέττα, µε απουσία -έναν αιώνα τώρα- ευρωπαϊκών παροικιών, να προσφέρει πεδίο και πλεονέκτηµα για την «επιτήδεια διπλωµατία» ανάµεσα στη ∆ύση (ΗΠΑ - Ευρώπη) και την ασιατική Ανατολή (BRICS, Ρωσία, Κίνα, Πακιστάν).
Σήµερα η Τουρκία επιδιώκει κυριαρχία και αυξηµένη επιρροή στη Μεσοποταµία µέχρι τη Γάζα και ταυτόχρονα στην Ανατολική Μεσόγειο, αντιδρώντας νευρωτικά και µετωπικά στη συµµαχία Ελλάδα - Κύπρος - Ισραήλ - ΗΠΑ, τόσο στη στεριά όσο και στη θάλασσα. Παράλληλα επιδιώκει µε κάθε µέσο εξουσιαστική επιδραστική επιρροή στις µουσουλµανικές χώρες -αραβικές και µη- από τον Τίγρη και τον Ευφράτη µέχρι την Ερυθρά, από τη µία, και από το Αιγαίο, το µέτωπο Λιβάνου - Αιγύπτου (Σουέζ) µέχρι τη Λιβύη και τις πύλες του Γιβραλτάρ στη Μεσόγειο, από την άλλη.
Η Τουρκία στην τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα όπου οδεύουµε έχει να αντιµετωπίσει ένα απολύτως επείγον στρατηγικό δίληµµα: είτε θα παραµείνει µια επιθετική, αποσταθεροποιητική δύναµη της ∆υτικής Ασίας, µε ευρεία ηπειρωτική ζώνη στη Μεσόγειο προς δυσµάς, είτε θα επιτρέψει µε την πολιτική της να αποτελέσει µια ογκώδη βιοµηχανική δύναµη και στην πολεµική βιοµηχανία - που εξελίσσεται ραγδαία πλέον µετά την επιστροφή των πολέµων. Μια Μαλαισία δηλαδή στο σταυροδρόµι Ανατολής-∆ύσης, Βορρά (Καύκασος)-Νότου (αραβική χερσόνησος - Αφρική).
Οι τοποθετήσεις Ερντογάν στη Νέα Υόρκη, όπου µίλησε στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, αλλά και στην ειδική εκδήλωση για τα 100 χρόνια των διπλωµατικών σχέσεων ΗΠΑ - Τουρκίας, εξέφρασαν το όραµα η χώρα του να εξελιχθεί σε παγκόσµιο παράγοντα της αµυντικής βιοµηχανίας, προβάλλοντας το επιχείρηµα ότι οι εξαγωγές αµυντικών εξοπλισµών έχουν ξεπεράσει τα 10 δισ. δολάρια έναντι των 248 εκατοµµυρίων δολαρίων προ 20ετίας. Επίσης, υπεραµύνθηκε του οράµατος η Τουρκία να µπει σύντοµα στους 10 εξαγωγείς αµυντικού υλικού παγκοσµίως.
Αλλά προαπαιτούµενο αυτού είναι και οι ειδικές σχέσεις µε την Ευρώπη, που επανεξοπλίζεται, ή η έντονη αποδοχή από το σύνολο του ΝΑΤΟ, τα µέλη του οποίου αυξάνουν κλιµακωτά τις στρατιωτικές τους δαπάνες και συµπαραγωγές. Η «Συµφωνία της Μέκκας» δεν µπορεί να υποκαταστήσει τις αγορές του πυρήνα της ∆ύσης. Το στρατηγικό δίληµµα της Τουρκίας που προκύπτει εκ των συνθηκών είναι δυσεπίλυτο. Θα παραµείνει µια πολεµική δύναµη αποσταθεροποίησης ή θα εξελιχθεί σε µια βιοµηχανική δύναµη διευρυµένης συνεργασίας;
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Παραπολιτικά»