Δικαιολογηµένο είναι βεβαίως ότι, αν εξαιρέσει κανείς τους αρχηγούς και τα στελέχη των κοµµάτων της αντιπολίτευσης -για ευνόητους λόγους- ουδείς άλλος, κυρίως από την πλευρά των δηµοσκόπων, αναλαµβάνει να διακινδυνεύσει µία πρόβλεψη για το τι πρόκειται να συµβεί στον πέραν της Νέας ∆ηµοκρατίας χώρο, στις εκλογές. Αντιθέτως, και παρά τη φυσιολογική, ύστερα από δύο θητείες κυβερνητική φθορά, υπάρχουν στοιχεία τα οποία θα µπορούσε να πει κανείς ότι ευνοούν τη Νέα ∆ηµοκρατία και τα οποία, υπό συγκεκριµένες προϋποθέσεις, θα ήταν να της εξασφαλίσουν έστω και µία αδύναµη αυτοδυναµία. Μία από τις βασικές βεβαίως προϋποθέσεις είναι τι θα σκεφτεί ο ψηφοφόρος ενώπιον της κάλπης.

Ένα πρώτο δείγµα ευνοϊκών στοιχείων είναι ότι από το ταλανιζόµενο ΠΑΣΟΚ (εξαιτίας της παρουσίας Τσίπρα και ενόψει της ανάγκης για σταθερότητα) περισσότερες είναι οι προβλεπόµενες µετακινήσεις από το Κίνηµα προς το κυβερνών κόµµα παρά σε οποιοδήποτε άλλο, κυρίως δε προς την ΕΛΑΣ. Άλλωστε για τις µετακινήσεις αυτές δεν πρέπει να παραγνωρίζεται και ο παράγοντας της διεύρυνσης της Ν∆ που έχει συµπεριλάβει κορυφαία στελέχη του παλαιού ΠΑΣΟΚ.

Οι λοιπές µετακινήσεις ψηφοφόρων µεταξύ των άλλων κοµµάτων έχουν το ενδιαφέρον ως προς την τύχη των άλλων κοµµάτων που κινούνταν στον αριστερό χώρο, τύχη που περιλαµβάνει βεβαίως και την ολοσχερή διάλυσή τους. Το ενδεχόµενο αυτό έχει την παραπολιτική του σηµασία παρά οποιαδήποτε σηµαντική επίδραση επί των πολιτικών πραγµάτων, εξαιρουµένου βεβαίως του ανταγωνισµού ΠΑΣΟΚ και ΕΛΑΣ για τη δεύτερη θέση. ∆ηλαδή αν η διάλυση κοµ µάτων του αριστερού χώρου θα σηµαίνει και διαρροές αποκλειστικά προς το κόµµα Τσίπρα ή θα µπορούσαν κάποιοι εκ των αριστεριζόντων ψηφοφόρων να κατευθυνθούν και προς ένα κεντροαριστερό κόµµα όπως το ΠΑΣΟΚ.

Ένα άλλο σηµαντικό στοιχείο της σηµερινής πολιτικής πραγµατικότητας είναι η σταθεροποίηση της Νέας ∆ηµοκρατίας στην πρώτη θέση, παρά τις όποιες απώλειές της, τη στιγµή που τα υπόλοιπα κόµµατα –σιµπεριλαµβανοµένων και αυτών που αυτοπροβάλλονται ως εναλλακτικές λύσεις- έχουν βυθιστεί σε σχέση µε τα εκλογικά τους αποτελέσµατα στις αναµετρήσεις του 2019 και του 2023. Και αναφερόµαστε βεβαίως σε όσα εκ των κοµµάτων είχαν συµµετάσχει σε εκείνες τις εκλογές. Κάτι επίσης που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, µέσα από την οπτική, είτε της αποϊδεολογικοποίησης της πολιτικής είτε του µειωµένου ενδιαφέροντος του κόσµου για την πολιτική, είναι ότι α) οι διαχωριστικές γραµµές του παρελθόντος δεν έχουν καµία ισχύ πλέον και αυτό είναι µάλλον προς όφελος της Ν∆ δεδοµένου ότι στο παρελθόν τέτοιες γραµµές έπαιζαν τον ρόλο τους. Και έτσι, µεγάλη βαρύτητα στις επιλογές -για την ακρίβεια τη µεγαλύτερη βαρύτητα- έχει η έννοια της σταθερότητας που πλειοψηφικά προκρίνει η κοινωνία. Κάτι που είναι λογικό από τη στιγµή που έχουµε περάσει στις εποχές υλιστικών επιδιώξεων έναντι οποιουδήποτε πολιτικού ροµαντισµού. β) Τα τελευταία χρόνια έχει διαπιστωθεί -και όχι µόνο στην Ελλάδα- µία µετατόπιση των κοινωνιών προς τα δεξιά.

Συµπερασµατικά. Ενώ είναι εύκολη η πρόβλεψη για τη θέση που θα πάρει το κυβερνών κόµµα, είναι δύσκολο να ποντάρει κανείς µετά βεβαιότητας στην αυτοδυναµία της, παρά τα όποια ευνοϊκά στοιχεία υπάρχουν. Αυτή είναι η µία οπτική των εκτιµήσεων καθώς βαδίζουµε προς τις εκλογές, έστω κι αν ο πρωθυπουργός για πολλοστή φορά διαβεβαίωσε ότι η κυβέρνηση θα εξαντλήσει τη θητεία της. Όµως από την οπτική αυτή δεν πρέπει να αποκλειστεί το ευρύτερο πολιτικό σκηνικό το οποίο πλέον συνθέτει η πανσπερµία των κοµµάτων και κοµµατιδίων που θα κατέβουν στις εκλογές, αλλά και η -σύµφωνα µε όλες τις ενδείξεις- σύνθεση µία νέας Βουλής µε τα περισσότερα κόµµατα, εντός αυτής, στα χρόνια της Μεταπολίτευσης. ∆εκατρία τουλάχιστον κόµµατα περιλαµβάνονται σήµερα στις έρευνες της κοινής γνώµης και εικάζεται ότι τουλάχιστον οκτώ εξ αυτών θα κατορθώσουν να µπουν στη Βουλή.

Το ερώτηµα βεβαίως που τίθεται είναι τι είδους εκπροσώπηση πιστεύουν ότι θα έχουν αυτοί εκ του εκλογικού σώµατος που θα έχουν ψηφίσει τα κόµµατα που µετά βίας θα έχουν κατορθώσει να περάσουν το αναγκαίο ποσοστό για να καταστούν µέλη του Κοινοβουλίου. Η άποψη ότι έτσι λειτουργούν οι ∆ηµοκρατίες ασφαλώς και ισχύει, αλλά από την άλλη πλευρά δεν ακυρώνεται η άλλη άποψη ότι η πανσπερµία κοµµάτων σε ένα Κοινοβούλιο, ειδικά µάλιστα όταν αδυνατούν να συνεννοηθούν ακόµη και στα πιο κρίσιµα ζητήµατα είτε για τη χώρα είτε για την ίδια την κοινωνία, είναι κάτι που ούτε κανονικότητα λέγεται ούτε σταθερότητα εξασφαλίζεται. Βεβαίως τελικώς λύση βρίσκεται αλλά αφού περνάει µία χώρα την περιπέτεια της αστάθειας, τις συνέπειές της και τις παράπλευρες απώλειες που συνήθως είναι πολλές σε χώρες όπως η δική µας, ο λαός της οποίας αρέσκεται σε πειραµατισµούς, ακόµη και από γινάτι, ακόµη κι αν αντιλαµβάνεται ότι στο τέλος το αδιέξοδο των πειραµατισµών του θα το πληρώσει ο ίδιος.

Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή