Εδώ και πολλά χρόνια, και για την ακρίβεια από τα µέσα της δεκαετίας του ’80, που η λέξη «λιτότητα» εντάχθηκε στις έννοιες της οικονοµικής σοσιαλιστικής πολιτικής, διότι σοσιαλιστική κυβέρνηση άρχισε να την εφαρµόζει, το άµεσο ενδιαφέρον των Ελλήνων πολιτών αφορά την τσέπη τους. ∆εν είναι επίσης τυχαίο ότι σχεδόν σαράντα χρόνια µετά και αφού ο λαός πέρασε την περίοδο της πλαστής ευφορίας και ευηµερίας, πάλι η οικονοµική κατάσταση τον ανησυχεί, όπως προκύπτει από τις έρευνες της κοινής γνώµης, συντελούσης σε αυτό και της ακρίβειας. Άλλωστε το… ευαγγελικό «ουκ επ’ άρτω µόνο ζήσεται άνθρωπος» µάλλον σπάνιας εφαρµογής τυγχάνει σήµερα. Με τα χρόνια βεβαίως, εξαιτίας της προϊούσας αποβιοµηχάνισης της χώρας, προστέθηκε στην αγωνία των Ελλήνων για περισσότερα χρήµατα -δηλαδή καλύτερους µισθούς- και η εντονότερη, βεβαίως, αγωνία για µία θέση εργασίας.

Αυτά δεν γράφονται τυχαία, καθώς το σχετικό πρόβληµα δεν είναι µόνο ελληνικό και συµβαδίζει µε τη γενικότερη ύφεση σε ευρωπαϊκό επίπεδο εξαιτίας και των εστιών πολέµου που προκλήθηκαν. Ούτε είναι τυχαίο ασφαλώς ότι πλέον και σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες τα εργατικά συνδικάτα µε εκδηλώσεις τους εκφράζουν την αγωνία για µια ανεργία που επέρχεται. Στη χώρα µας αρκετές φορές οι ελπίδες του κόσµου έµειναν ανεκπλήρωτες από τις κενές υποσχέσεις πολιτικών που κυβέρνησαν την Ελλάδα επί τόσα χρόνια. Και παραµένουν βεβαίως οι προσδοκίες αυτές, δεδοµένου ότι τα ίδια κόµµατα που έδιναν αφειδώς υποσχέσεις αλλά και νέα, των οποίων οι αρχηγοί τους µιµούνται τους λαϊκιστές και δηµαγωγούς προηγουµένων ετών, έκαναν τον κόσµο να πιστέψει ότι κάτω από οιεσδήποτε συνθήκες υπάρχουν περιθώρια για συνεχείς οικονοµικές ενισχύσεις χωρίς δηµοσιονοµικούς κινδύνους.

Σήµερα µόνο η αντιπολίτευση παραµυθιάζει τον κόσµο ότι θα αρχίσει να τρώει µε χρυσά κουτάλια όπως στο παρελθόν, πλην όµως και τα κουτάλια αυτά ήταν δανεικά. Και προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι αυτοί που πάλι υπόσχονται δεν έχουν λάβει το µάθηµα της πολυετούς κρίσης που περάσαµε. Και, κυρίως, το γεγονός ότι τα βάρη τα σήκωσε ένας λαός, στον οποίο πάλι υπόσχονται όλα όσα και στον παρελθόν δηµιούργησαν τις συνθήκες της µεγάλης επιβάρυνσής του. Με άλλα λόγια, δηµιουργούν νέες παγίδες για την κοινωνία.

Η αποκοµιζόµενη εντύπωση από τα ποιοτικά στοιχεία των δηµοσκοπήσεων διαχρονικά είναι ότι όταν θίγεται το ζήτηµα των προσδοκιών των πολιτών, κυρίαρχη θέση καταλαµβάνει η αύξηση των εισοδηµάτων τους, µία θέση που περιθωριοποιεί άλλα ζητήµατα, πιο προσωπικά, που έχουν να κάνουν µε την ποιότητα ζωής. Κοινώς η ποιότητα ζωής δεν βρίσκεται ως έννοια στις άµεσες προτεραιότητες, επειδή ενδεχοµένως συναρτάται προς τις οικονοµικές και µόνο δυνατότητες των ερωτωµένων.

Υπό το πρίσµα µιας ρεαλιστικής προσέγγισης, σαφώς και «ουκ επ’ άρτω µόνον ζήσεται άνθρωπος», αλλά οι αυξηµένες ανάγκες της βιωτής δεν αφήνουν περιθώρια φιλοσοφικών στοχασµών στους περισσότερους. Από τότε άλλωστε που η Ελλάδα έγινε δεκτή στην ΟΝΕ και απέκτησε κοινό νόµισµα µε τις περισσότερες των χωρών της ΕΕ, οι Έλληνες πολίτες είχαν τη δυνατότητα να συγκρίνουν το βιοτικό τους επίπεδο µε εκείνο των λοιπών Ευρωπαίων σε συνάρτηση µε το κόστος ζωής στη χώρα µας. Και αντελήφθησαν πόσο πιο πτωχοί είναι. Η τεχνητή ευµάρεια µεγάλου αριθµού πληθυσµού, που αντικατοπτρίστηκε στο υπερµέγεθες για τις οικονοµικές του δυνατότητες χρέος κάθε νοικοκυριού, είναι µία απατηλή πραγµατικότητα, την οποία όσο τη συνειδητοποιούν οι πολίτες τόσο θα αυξάνονται και η αγωνία τους και οι ανάγκες τους για αύξηση των εισοδηµάτων τους.

Ο µύθος, τελικώς, δηλοί ότι οι Έλληνες πάντοτε προσδοκούν σε κάτι καλύτερο, χωρίς βεβαίως να είναι και σε θέση να προσδιορίσουν πώς αυτό το «καλύτερο» θα επιτευχθεί. Στην πολιτεία στηρίζουν, από ό,τι φαίνεται, τα λιγότερα. Και καλά κάνουν, διότι, δόξα τω Θεώ, δεν βιώνουµε το «αγαθό» τής προς τα κάτω εξίσωσης των κοµµουνιστικών καθεστώτων. Το ζήτηµα είναι αν την ελπίδα του για µία καλύτερη οικονοµικά χρονιά ο καθένας τη συνδέει και µε την αύξηση της παραγωγικότητάς του, ώστε να αποκοµίσει τους καρπούς της δικής του συµβολής στη συνολική εθνική προσπάθεια που χρειάζεται να καταβληθεί. ∆ιότι µε χαµηλή ακόµη παραγωγικότητα, αυξηµένες απαιτήσεις και µε παραδοσιακά δυσκίνητο κράτος, παρά την όποια πρόοδο έχει επιτευχθεί, δεν είναι δυνατόν να διαµορφωθούν προϋποθέσεις για το καλύτερο αύριο που απαιτούν όλοι οι εργαζόµενοι.

*Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή