Ίσως ακούγεται κοινότοπο αλλά είναι η πραγματικότητα: Οι εκλογές δεν θα κριθούν από τους δείκτες της οικονομίας, ούτε από τις αναβαθμίσεις των οίκων αξιολόγησης. Θα κριθούν κυρίως στο ταμείο του σουπερμάρκετ, στον λογαριασμό του ρεύματος, στο ενοίκιο και στο αν ο μισθός, η σύνταξη ή το εισόδημα του ελεύθερου επαγγελματία φτάνει για να τη βγάλει μια οικογένεια μέχρι το τέλος του μήνα. Να μπορέσει να πάει κι ένα ταβερνάκι ή ένα σινεμά. Να μην πνίγεται για να αντεπεξέλθει. Η ακρίβεια εξακολουθεί να αποτελεί τη μεγαλύτερη απειλή για την κοινωνική συνοχή και η αποκατάσταση της αγοραστικής δύναμης είναι η κορυφαία πολιτική πρόκληση ενόψει εκλογών. Η κυβέρνηση δικαιολογημένα προβάλλει το έργο της. Παρέλαβε μια οικονομία τραυματισμένη, διαχειρίστηκε πανδημία, ενεργειακή κρίση και πληθωριστικό σοκ, επανέφερε την Ελλάδα στην επενδυτική βαθμίδα, αύξησε την απασχόληση και πέτυχε υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Όμως οι πολίτες δεν ψηφίζουν μόνο με βάση τους αριθμούς. Ψηφίζουν με βάση το αν ζουν καλύτερα. Και εκεί υπάρχει ακόμη απόσταση από προηγούμενα χρόνια.

Η επόμενη δέσμη μέτρων που θα εξαγγελθεί τον Σεπτέμβριο και πρέπει να εφαρμοστεί άμεσα, δεν μπορεί να εξαντλείται σε επιδόματα. Απαιτούνται μόνιμες, κοστολογημένες και κοινωνικά δίκαιες παρεμβάσεις που αυξάνουν το διαθέσιμο εισόδημα, χωρίς να θέτουν σε κίνδυνο τη δημοσιονομική σταθερότητα. Πρώτος σταθμός πρέπει να είναι οι ελεύθεροι επαγγελματίες. Η μάχη κατά της φοροδιαφυγής ενισχύθηκε με τη διασύνδεση των ταμειακών μηχανών με την ΑΑΔΕ, τα ηλεκτρονικά βιβλία myDATA, τις ηλεκτρονικές πληρωμές και τις ψηφιακές διασταυρώσεις. Αν τα εργαλεία αυτά αποδίδουν, τότε ήρθε η ώρα να ανοίξει η συζήτηση για τη σταδιακή κατάργηση του τεκμαρτού τρόπου φορολόγησης και των τεκμηρίων για τους συνεπείς επαγγελματίες. Η φορολογική δικαιοσύνη επιβάλλει φορολόγηση με βάση το πραγματικό εισόδημα και όχι υποθέσεις. Παράλληλα, η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών και η ενίσχυση των επενδυτικών κινήτρων θα επιβράβευαν τη συνέπεια και την παραγωγικότητα.

Ανάλογες πρωτοβουλίες απαιτούνται για τους συνταξιούχους. Οι ετήσιες αυξήσεις πρέπει να συνεχιστούν, αλλά οι χαμηλοσυνταξιούχοι χρειάζονται μόνιμη προστασία απέναντι στις ανατιμήσεις -όπως το ΕΚΑΣ- ενώ οφείλουν να αποκατασταθούν αδικίες που εξακολουθούν να υφίστανται για χιλιάδες απόμαχους της ζωής.

Ένα ακόμα μεγάλο στοίχημα αφορά τους μισθωτούς. Η περαιτέρω μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, η αναπροσαρμογή της φορολογικής κλίμακας, ώστε οι αυξήσεις να μη χάνονται στη φορολογία και η στήριξη επιχειρήσεων που αυξάνουν ουσιαστικά τους μισθούς, μπορούν να ενισχύσουν πραγματικά τη μεσαία τάξη. Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση πρέπει να συνεχίσει τη μάχη κατά των στρεβλώσεων της αγοράς, με αυστηρότερους ελέγχους, ισχυρότερο ανταγωνισμό και κανόνες που προστατεύουν τον καταναλωτή.

Η αντιπολίτευση από την πλευρά της οφείλει να αντιληφθεί ότι η κοινωνία δεν αναζητά εύκολες υποσχέσεις. Η χώρα πλήρωσε ακριβά τον οικονομικό λαϊκισμό και η αξιοπιστία μιας πρότασης κρίνεται από το αν μπορεί να εφαρμοστεί χωρίς να διακινδυνεύσει η δημοσιονομική σταθερότητα.

Η κυβέρνηση, όμως, δεν αρκεί να αποδομεί τις όποιες ανεδαφικές και ακοστολόγητες προτάσεις των αντιπάλων της. Οφείλει να αποδείξει ότι διαθέτει το θάρρος να μετατρέψει την οικονομική πρόοδο σε ουσιαστική βελτίωση της καθημερινότητας. Αν η ανάπτυξη συνεχίζεται, η φοροδιαφυγή περιορίζεται και τα δημόσια οικονομικά ενισχύονται, τότε το μέρισμα αυτής της επιτυχίας πρέπει να επιστρέψει στους πολίτες. Η επόμενη εκλογική αναμέτρηση θα κριθεί στο πορτοφόλι του πολίτη. Εκεί θα κερδηθεί και εκεί θα χαθεί.

Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή