Οι µεγάλες ευθύνες και ο… εφιάλτης
Άρθρο γνώμης
Ώρα αναζήτησης των στοιχείων που ενώνουν το λεγόµενο «θεσµικό τόξο» του εγχώριου κοινοβουλευτικού συστήµατος
Πολλές φορές από αυτό εδώ το µετερίζι έχουµε αναδείξει ζητήµατα που έχουν να κάνουν µε τα όσα κοσµοϊστορικά συµβαίνουν στον κόσµο (ή ακόµη περισσότερο στην ευρύτερη γειτονιά µας) µε τον άµεσο ή έµµεσο αντίκτυπό τους στα εσωτερικά µας µέτωπα, και δη το κορυφαίο διακύβευµα της διατήρησης της πολιτικής και κοινωνικής σταθερότητας ως µοναδικής διεξόδου αντοχής και ανθεκτικότητας της Ελλάδας στο εξαιρετικά ρευστό περιβάλλον που διαµορφώνεται. Σήµερα, µε φόντο και την κατάσταση που επικρατεί στη Μέση Ανατολή, αλλά και την επιρροή της σε γεωστρατηγικό και οικονοµικό επίπεδο σε ολόκληρο τον πλανήτη -και ακόµη περισσότερο στην Ευρώπη και στον δυτικό κόσµο-, η κουβέντα αυτή καθίσταται πιο επίκαιρη, πολύπλευρη και επιτακτική από ποτέ.
Η σταθερότητα και η οµαλότητα, όµως, πρέπει να αποτελούν κεντρικό ζητούµενο, όχι µόνο της κυβέρνησης, αλλά και του συνόλου της θεσµικής αντιπολίτευσης και των λεγόµενων υγιών δυνάµεων του τόπου. Σε ό,τι αφορά τους κυβερνώντες, τα έχουµε πει. Οι κατακτήσεις της τελευταίας επταετίας -σε συνδυασµό µε την αναπτυξιακή προοπτική που πράγµατι έχει δοθεί στη χώρα, ακόµη και εν µέσω διεθνούς κρίσης- υποθηκεύονται αναµφίβολα στον απόηχο της σκανδαλολογίας, των ανορθογραφιών και των υποθέσεων οι οποίες δηλητηριάζουν τον δηµόσιο βίο, κυρίως στη διάρκεια της δεύτερης θητείας της διακυβέρνησης Μητσοτάκη.
Κάπως έτσι φαίνεται ότι θα πάµε µέχρι τις εθνικές εκλογές. Για κάθε θετική και αποφασιστική κίνηση -όπως τα άµεσα ανακλαστικά που επεδείχθησαν στο κοµµάτι της προστασίας της Κύπρου- η οποία θα δίνει πόντους στο κυβερνών κόµµα θα υπάρχει µετά µια αρνητική συγκυρία τύπου ΟΠΕΚΕΠΕ, ή οι υποκλοπές που επέστρεψαν δυναµικά στο προσκήνιο, φθείροντας τη Ν∆ και δηµιουργώντας κλίµα αβεβαιότητας για την εποµένη των εθνικών εκλογών σε περίπτωση είτε µη αυτοδυναµίας είτε, ακόµη χειρότερα, ενός αναιµικού εκλογικού ποσοστού.
Ως εκ τούτου, θα προκύψουν οι προϋποθέσεις αστάθειας και ακόµη χειρότερα πιθανής ακυβερνησίας και ιταλοποίησης της πολιτικής ζωής, τουλάχιστον µε την έννοια του όρου πριν από την εποχή Μελόνι. Για ακόµη µία φορά λοιπόν θα πρέπει να τονιστεί και να καταστεί συνείδηση ότι περιθώρια για… απολαύσεις της εξουσίας και επιδείξεις αναισθησίας και αµετροέπειας δεν υφίστανται πλέον.
Και η αξιωµατική αντιπολίτευση όµως έχει τη δική της ευθύνη έναντι των εξελίξεων και του άµεσου µέλλοντος. Ακόµη και εν µέσω των δικαιολογηµένων αναταράξεων στο εσωτερικό ενός κόµµατος που δεν επωφελείται σε καµία περίπτωση από την κυβερνητική φθορά και το οποίο διατηρεί ζωντανή (έστω και µακρινή) την ανάµνηση της εξουσίας, το ΠΑΣΟΚ θα καλείται να καταδείξει ότι µπορεί να συνιστά τη δεύτερη µεγαλύτερη θεσµική δύναµη της χώρας, ακόµη κι αν αδυνατεί να πείσει πως διαθέτει εναλλακτικό και αποτελεσµατικό σχέδιο διακυβέρνησης.
Μέχρι τώρα, ωστόσο, µε µερικές µικρές µόνο εξαιρέσεις, ούτε σε αυτό το πλαίσιο έχει καταφέρει να κινηθεί. Τα ήξεις αφήξεις σε µια σειρά από σοβαρά µέτωπα της επικαιρότητας, ο πειρασµός του φλερτ µε τον λαϊκισµό -που τελικώς µόνο αρνητικές συνέπειες είχε, αφού είναι κανόνας πως σε αυτές τις καταστάσεις πάντα ευνοείται το… πρωτότυπο µοντέλο και όχι εκείνοι που επιχειρούν να πατήσουν σε δύο βάρκες-, έχουν αποδειχθεί µοιραία στρατηγικά ατοπήµατα.
Και δεν στερούν µόνο δυνατότητες δηµοσκοπικής ανάκαµψης, αλλά και διαύλους επικοινωνίας στο κοινωνικό πεδίο, τόσο για προγραµµατικές θέσεις, οι οποίες µπορεί να υπάρχουν αλλά δεν ακούγονται, όσο και για τη δηµιουργία ισχυρών εικόνων σε ζητήµατα όπως το κράτος δικαίου, το οποίο -λόγω της εµπλοκής Ανδρουλάκη στο κάδρο των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων (από την πλευρά των θυµάτων)- θα µπορούσε να συνιστά πεδίο δόξης λαµπρό για τη Χαριλάου Τρικούπη. Μέχρι και η απολύτως αποδεκτή και αναµενόµενη (ειδικά στον δρόµο προς τις κάλπες) τοποθέτηση περί µη συµµετοχής του ΠΑΣΟΚ σε οποιουδήποτε είδους κυβερνητικό σχήµα συνεργασίας που θα περιλαµβάνει τον διαφαινόµενο πρώτο των εκλογών, έτσι όπως διατυπώνεται δηµοσίως και µε τις έριδες που προκαλεί στο εσωτερικό τού άλλοτε κραταιού Κινήµατος, αφαιρεί σηµαντικό µέρος της ιστορικής θεσµικότητας που συνοδεύει την «πράσινη» παράταξη.
Ώρα ευθυνών για όλους λοιπόν και αναζήτησης σε αυτές τις στιγµές των στοιχείων που ενώνουν το λεγόµενο θεσµικό τόξο του εγχώριου κοινοβουλευτικού συστήµατος (παρά τα λάθη και τις µεταπολιτευτικές ασθένειες του παρελθόντος) έναντι των κινδύνων που παραµονεύουν εξαιτίας των κοσµογονικών αλλαγών οι οποίες συντελούνται διεθνώς, αλλά και της λαίλαπας του λαϊκισµού που πλήττει τις παραδοσιακές πολιτικές δυνάµεις ολόκληρης της Ευρώπης. Θα µπορούσε να πει κανείς ότι η συζήτηση περί συνταγµατικής αναθεώρησης θα ήταν το… ιδανικό γήπεδο για το εγχείρηµα αυτό, όµως οι εξελίξεις δεν επιτρέπουν για την ώρα οποιαδήποτε ιχνηλάτηση του πεδίου αυτού. Οπότε, είναι άλλες οι παράµετροι που θα πρέπει να αναλυθούν και να αναδειχθούν. Κι αν δεν συµβεί αυτό, ο εφιάλτης του 2012 θα φαντάζει όλο και πιο κοντινός…
Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή