Ο Σαµαράς, ο Βαγγέλης Γιαννόπουλος και το συναίσθηµα των νεοδηµοκρατών
Άρθρο γνώμης
Ο Μεσσήνιος λοιπόν οφείλει να ξεκαθαρίσει, ιδιαίτερα απέναντι στον κόσµο της παράταξης που τον τίµησε επανειλημμένως συγχωρώντας του τη βίαιη πτώση της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, µια και καλή τα κίνητρα ίδρυσης της νέας κοπής Πολιτικής Άνοιξης, κάτι που µέχρι τώρα δεν έχει συµβεί.
Έχετε αντιληφθεί πως από αυτό εδώ το µετερίζι επιχειρούµε συχνά πυκνά να συνδυάσουµε τα δεδοµένα του νεοδηµοκρατικού ρεπορτάζ µε τις σκέψεις και το συναίσθηµα της «γαλάζιας» βάσης σε στιγµές που η συγκεκριµένη παράµετρος έχει τη σηµασία της σε ό,τι αφορά τη διαµόρφωση των πολιτικών ισορροπιών.
Μια τέτοια συγκυρία είναι κι αυτό το καλοκαίρι, το οποίο, παρά τη ραστώνη που το συνοδεύει παραδοσιακά, αποτελεί ουσιαστικά για το εγχώριο πολιτικό γίγνεσθαι ένα χρονικό σηµείο προσδιορισµού των κεντρικών στόχων και γενικότερης προετοιµασίας για την προεκλογική περίοδο στην οποία θα εισέλθει η χώρα το επερχόµενο φθινόπωρο, είτε οι κάλπες στηθούν Σεπτέµβριο ή Οκτώβριο, είτε υλοποιηθεί η συνεχώς επαναλαµβανόµενη εξαγγελία Μητσοτάκη για την προσεχή άνοιξη. Ειδικά για την κυβερνώσα παράταξη, η περίοδος αυτή και οι µήνες που θα ακολουθήσουν µέχρι και την ώρα της εκλογικής αναµέτρησης είναι απολύτως ταυτισµένοι µε την προσπάθεια της συσπείρωσης, η οποία συνιστά και το βασικό διακύβευµα σε επίπεδο κεντρικής στρατηγικής για το Μέγαρο Μαξίµου και την Πειραιώς.
Εµπόδιο σε αυτό το εγχείρηµα, πέραν των κακώς κειµένων του προηγούµενου διαστήµατος και της φθοράς που φυσιολογικά επέρχεται ως βασικός παράγων στην εξίσωση µιας διακυβέρνησης επτά χρόνων, συνιστά εσχάτως και ο σχεδιασµός του Αντώνη Σαµαρά για την ίδρυση ενός νέου πολιτικού φορέα. Ο φορέας αυτός -εφόσον δηµιουργηθεί- θα µπορούσε βάσει των δηµοσκοπήσεων να αποτελεί µία από τις αιτίες για την επίτευξη µιας πρωτιάς µεν της κυβερνώσας παράταξης, η οποία όµως, υπό µια σειρά προϋποθέσεων που κάθε άλλο παρά ως απίθανο σενάριο θα µπορούσαν να χαρακτηριστούν, θα ήταν δυνατό να αποδειχθεί πύρρειος. Όχι µόνο για τη Ν∆ αλλά και για τη χώρα, η οποία στην περίπτωση αυτή θα έλθει µε µαθηµατική ακρίβεια αντιµέτωπη µε το φάσµα µιας πιθανώς µοιραίας αδυναµίας συγκρότησης σταθερής κυβέρνησης και κατ’ επέκταση µε τον κίνδυνο της πολιτικής και κοινωνικής αστάθειας. Πρόκειται για ένα κοµβικής σηµασίας για την προοπτική της Ελλάδας ζήτηµα, πολλώ δε µάλλον εν µέσω της ρευστότητας που επικρατεί στη διεθνή πολιτική σκηνή και το οποίο σαφέστατα πρέπει να παίξει ρόλο στις σκέψεις, τις αναλύσεις και τις αποφάσεις του πρώην πρωθυπουργού.
Άλλωστε, ο ίδιος έζησε από πρώτο χέρι στα πιο δύσκολα χρόνια για τη χώρα από την εποχή της Μεταπολίτευσης τους κινδύνους από την επέλαση του λαϊκισµού, το φάντασµα του οποίου έχει επιστρέψει για τα καλά. Ο Μεσσήνιος λοιπόν οφείλει να ξεκαθαρίσει, ιδιαίτερα απέναντι στον κόσµο της παράταξης που τον τίµησε επανειλημμένως συγχωρώντας του τη βίαιη πτώση της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, µια και καλή τα κίνητρα ίδρυσης της νέας κοπής Πολιτικής Άνοιξης, κάτι που µέχρι τώρα δεν έχει συµβεί. Μιλάει για… ενδοτική εξωτερική πολιτική και µειοδοσία, όταν τα τελευταία χρόνια «τρέχει» το µεγαλύτερο εξοπλιστικό πρόγραµµα εδώ και δεκαετίες.
Την ίδια ώρα, ουδείς λησµονεί ότι επί της διακυβέρνησής του ούτε καµιά… ταρζανιά θυµόµαστε από την πλευρά της Αθήνας ένα ντι της Άγκυρας, ούτε είχαν περιοριστεί οι παραβιάσεις (όπως έχει συµβεί από το 2019 και µετά), ούτε είχαν εκλείψει οι παραδοσιακές εθνικιστικές κορόνες της τουρκικής ηγεσίας. Μιλάει επίσης για τις συνέπειες του νόµου για τον γάµο των οµόφυλων ζευγαριών, κάτι που συνοµολογούν άπαντες ότι στοίχισε πολιτικά στον Κυριάκο Μητσοτάκη, όµως το ερώτηµα που προκύπτει σε αυτό το µέτωπο είναι αν πρόκειται για ένα θέµα το οποίο υπερκαλύπτει τα μεγάλα και ουσιαστικότερα διλήμματα των επόμενων εθνικών εκλογών. Τέλος, στην πρώτη επικοινωνιακού χαρακτήρα παρέμβασή του δια της σύγχρονης δεξαμενής των social media επιστράτευσε τη λογική… «εμπρός, πίσω!» σαν άλλος Κωνσταντίνος Κατακουζηνός στην αλήστου μνήμης ελληνική σειρά. Θυμήθηκε τη νίκη του απέναντι στη Ντόρα Μπακογιάννη και σε μια τοποθέτηση-επίδειξη παλαιοκοµµατικής κουλτούρας έκανε λόγο για χάσµα µεταξύ της ίδιας και του αδελφού της, στοιχείο που παραπέµπει σε εµµονή και δικαιώνει όσους µιλούν για αγιάτρευτο γινάτι στους Μητσοτάκηδες που επανήλθε στο προσκήνιο σαν παλιό απωθηµένο.
Πολύπειρος πολιτικός ο ίδιος, αδιαµφισβήτητα από τους πληρέστερους που πέρασαν στην πολιτική ιστορία από το 1974 και µετά, θα πρέπει να αντιληφθεί ότι το µεγάλο του στοίχηµα είναι πώς µπορεί να είναι πολιτικά, και όχι µε όρους εκδίκησης, µια εναλλακτική λύση για τον απογοητευµένο νεοδηµοκράτη. Και ταυτόχρονα να πείσει µε σοβαρά επιχειρήµατα ότι η έλλειψη σαφούς επιλογής για τη διατήρηση της οµαλότητας στη χώρα µπορεί να έχει κι άλλη διέξοδο από εκείνη του Κυριάκου Μητσοτάκη και της Ν∆, την οποία ο ίδιος υπηρέτησε µέχρι πρότινος. Παρά τα αδιαµφισβήτητα λάθη και τις παραλείψεις της παρούσας κυβερνητικής θητείας.
Ωστόσο, τα µέχρι τώρα πεπραγµένα του µόνο… ψυχική φόρτιση και συνυφασµένα µε το πέρασµα των χρόνων και άσχετα µε το σήµερα προσωπικά κολλήµατα καταδεικνύουν. Ακόµη και η παρέµβασή του για το θέµα των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων, που είχε σηµαντική, και πολιτική και προσωπική διάσταση, δεδοµένου ότι και ο πρώην πρωθυπουργός υπήρξε θύµα αυτής της ιστορίας, «χάθηκε» στην επικοινωνιακή λαίλαπα την οποία προκάλεσε η εικόνα του. Με τον ίδιο να παραπέµπει σε Βαγγέλη Γιαννόπουλο και τον συµπαθέστατο συνάδελφο Νίκο Τσιούτσια σε ρόλο… Αγάπης, σ’ αυτή την... αξέχαστη εκποµπή του Καναλιού 29, έτσι, για να θυµούνται οι παλαιότεροι και να µαθαίνουν οι νεότεροι.
Αν όµως συνεχίσει έτσι, πολύ φοβάµαι ότι η ήδη τεράστια απόσταση που τον χωρίζει δηµοσκοπικά από τον άνθρωπο που ο Αντώνης Σαµαράς δεν υποδέχθηκε στο Μαξίµου, σε µια πρωτοφανή στα πολιτικά χρονικά κίνηση, θα µεγαλώνει (παρεµπιπτόντως, όσο ανεβαίνει ο Τσίπρας, η Ν∆ φαίνεται να συσπειρώνει ένα κοµµάτι της δεξαµενής της) και ο ίδιος θα µείνει να έχει ως αντίπαλο τη Μαρία Καρυστιανού και την Αφροδίτη Λατινοπούλου, µιας και ο Κυριάκος Βελόπουλος είναι πολύ πιο µπροστά.
Εκτός κι αν η εκ προοιμίου πληγωμένη υστεροφημία του στις τάξεις των νεοδημοκρατών, που τον βλέπουν για δεύτερη φορά να πηγαίνει απέναντι στη «γαλάζια» παράταξη, αρκείται στην παρηγοριά της… αφαίρεσης κάποιων µονάδων από τη Ν∆ ή του… οράµατος για στέρηση από τον Μητσοτάκη κάποιων από τις πιθανότητές του να εξασφαλίσει µια τρίτη πρωθυπουργική θητεία. Μόνο που τότε η όλη κατάσταση θα έχει περάσει στη σφαίρα της… γραφικότητας, µε τον Σαµαρά να είναι ένας πολιτικός που διανύοντας την όγδοη δεκαετία της ζωής του έφτασε από θεµατοφύλακας της θεσµικότητας και της λογικής να κάνει πλάτες στις χειρότερες µορφές λαϊκισµού. Και τελικά να µένει στη «γαλάζια» και τη συνολική µνήµη όχι ως ο πολιτικός που έβγαλε την Ελλάδα από µια ιδιαιτέρως δυσχερή θέση όταν κλήθηκε να την κυβερνήσει, αλλά ως το πιο κλασικό παράδειγµα άνευ όρων υποταγής ενός κοινοβουλευτικού άνδρα µε περγαµηνές στις προσωπικές του εµµονές.
Δημοσιεύτηκε στην Απογευματινή