Συνταγµατική αναθεώρηση: Συζήτηση… πολυτελείας και απόλυτης ουσίας
Άρθρο γνώμης
Ας συµφωνήσουν έστω στα αυτονόητα. Είναι πλέον ζήτηµα εθνικής επιβίωσης να προσαρµοστεί η Ελλάδα στα νέα πολιτικά και κοινωνικά δεδοµένα εντός κι εκτός συνόρων
Είναι -αν µη τι άλλο- σαφές ότι η συζήτηση περί συνταγµατικής αναθεώρησης, ούτε ιντριγκάρει ούτε προσφέρεται για το δεύτερο δεκαπενθήµερο του Ιουλίου, το οποίο και διανύουµε. Πολλώ δε µάλλον, από την ώρα που µε ευθύνη του συνόλου των πολιτικών δυνάµεων -εδώ και πολλά χρόνια- κάθε συζήτηση για τη λειτουργία των θεσµών στη χώρα είτε κινείται στη σφαίρα των θεωρητικών προσεγγίσεων είτε καθίσταται αντικείµενο µικροκοµµατικής εκµετάλλευσης, µε την οπτική γωνία µάλιστα να αλλάζει ακόµη και από µήνα σε µήνα ανάλογα µε το τι συµφέρει τον εκάστοτε πολιτικό αρχηγό και την παράταξη της οποίας ηγείται.
Ωστόσο -και µε φόντο την επικείµενη εκλογική αναµέτρηση (όσο κι αν αυτή η παράµετρος συνιστά ανασταλτικό παράγοντα)-, άπαντες οφείλουν να µπουν στη διαδικασία να συµφωνήσουν έστω στα αυτονόητα, µιας και είναι πλέον ζήτηµα εθνικής επιβίωσης να προσαρµοστεί η Ελλάδα στα νέα πολιτικά και κοινωνικά δεδοµένα εντός κι εκτός συνόρων. ∆ιαφορετικά, µε µαθηµατική ακρίβεια το ρεύµα θα συµπαρασύρει όσους οµνύουν µεν στον ορθολογισµό και στη σταθερότητα, αλλά στην πραγµατικότητα δρουν µε βάση το πρόσκαιρο συµφέρον. Όπως ακριβώς συνέβη δηλαδή πριν από µερικά χρόνια, την περίοδο των µνηµονίων, όταν την κρίση επιδείνωσε ακόµη περισσότερο η επέλαση κάθε µορφής λαϊκισµού και εξτρεµιστικής αντιµετώπισης του δηµόσιου βίου.
Αλίµονο αν, σε έναν κόσµο που µετασχηµατίζεται µε ταχύτατους ρυθµούς, η χώρα εν έτει 2026 εξακολουθήσει να εγκλωβίζεται σε εµµονές και σκοπιµότητες άλλων δεκαετιών και να µην αντιµετωπίζει τις ταυτόχρονες επαναστάσεις, οι οποίες εκτυλίσσονται σε όλους τους τοµείς, µε τόλµη, γενναιότητα, συναίνεση, απέναντι στις πανθοµολογούµενες ανάγκες που προκύπτουν καθηµερινά, αλλά και µε την απαραίτητη εγρήγορση. Αλίµονο, αν δεν δηµιουργηθεί ένα συγκεκριµένο πλαίσιο σε ό,τι αφορά τη ∆ικαιοσύνη, και συνολικά το κράτος δικαίου που βρίσκεται εκ νέου στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης, την Εκπαίδευση, τον περιβόητο νόµο περί ευθύνης υπουργών, τις σχέσεις του πολίτη µε την κρατική µηχανή, ακόµη και ζητήµατα που άπτονται της διαχείρισης µιας νέας πραγµατικότητας σε επίπεδο τεχνολογίας και Τεχνητής Νοηµοσύνης.
Ξεκινώντας από την κυβέρνηση, θα έλεγε κανείς ότι πράγµατι και απολύτως ορθά ο Κυριάκος Μητσοτάκης στάθηκε στα παραπάνω µέτωπα, ανοίγοντας τη σχετική συζήτηση, έστω και εν είδει πολιτικού ελιγµού. Όµως, εξαιτίας αυτού του συγκεκριµένου παράγοντα (αφού οι αντίστοιχες εξαγγελίες ήρθαν σε µια περίοδο που η κυβέρνηση ήταν στριµωγµένη πολιτικά), η πραγµατικά θεσµική αυτή πρωτοβουλία απώλεσε εν τη γενέσει της κάποια από τα βασικά χαρακτηριστικά που θα έρεπε να διαθέτει και τα οποία θα τόνιζαν το ηγετικό προφίλ του πρωθυπουργού, αφού εκ προοιµίου δεν υφίσταται αντίπαλον δέος για τον ίδιο και ιδιαίτερα σε ένα τέτοιο γήπεδο.
Βλέπετε, αντί να υπάρξει ξεκάθαρη στόχευση και επιµονή της κυβερνητικής πλευράς στα µεγάλα διακυβεύµατα, η εικόνα θόλωσε εν µέσω αντεγκλήσεων για το ασυµβίβαστο υπουργού - βουλευτή που ήλθε στην επικαιρότητα σαν µιας µορφής εσωτερικό «ξεκαθάρισµα λογαριασµών» µεταξύ των εξωκοινοβουλευτικών του Μαξίµου και των κοινοβουλευτικών στελεχών της Ν∆ ή για το γερµανικό µοντέλο, λες και αυτή η παρέµβαση συνιστούσε προτεραιότητα ή θα έλυνε το οποιοδήποτε θεσµικό πρόβληµα. Ενδεικτικά ήταν τα όσα ελέχθησαν στην πρόσφατη συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Οµάδας της Ν∆, όπου -όπως αναµενόταν- τα θέµατα αυτά τελείωσαν µε συνοπτικές διαδικασίες και µένει να φανεί αν αυτή η παράσταση ενότητας θα έχει ουσιαστικό αντίκρισµα σε ό,τι αφορά τη διαχείριση των σοβαρών ζητηµάτων.
Την ίδια ώρα, το ΠΑΣΟΚ -λησµονώντας το θεσµικό, κυβερνητικό και κοινωνικό παρελθόν του- έλεγε «όχι σε όλα», λες και πρόκειται για µια δύναµη διαµαρτυρίας και λαϊκίστικων συνθηµάτων, µε τη Χαριλάου Τρικούπη να µην ξεχνά (για ακόµη µία φορά) πως όσοι έλκονται από αυτού του είδους την τακτική, έχουν πιο γνήσιους εκπροσώπους µέσω των οποίων µπορούν να εκφραστούν. Η συνθήκη αυτή σε συνδυασµό µε την επανεµφάνιση Τσίπρα, ο οποίος σίγουρα έχει µεγαλύτερο ταλέντο από τον Ανδρουλάκη σε ό,τι έχει να κάνει µε την προσπάθεια προσέγγισης του αντιµητσοτακικού ακροατηρίου, έφερε το άλλοτε κραταιό «Κίνηµα» και πάλι στην τρίτη θέση να αναζητά λόγο και ρόλο.
Αφήνοντας τελευταίο τον πρώην πρωθυπουργό, η στάση που θα τηρήσει στο κοµµάτι της συνταγµατικής αναθεώρησης θα παίξει καταλυτικό ρόλο στο πρόσηµο που θα συνοδεύσει το νέο του πολιτικό εγχείρηµα στον δρόµο προς τις κάλπες. Αν δηλαδή επικρατήσει η εικόνα του «µετριοπαθούς» πολιτικού άνδρα που επιχειρεί να φιλοτεχνήσει ή αν τελικώς το στοιχείο αυτό θα πνιγεί στην ολική επαναφορά της ρητορικής που παραπέµπει στην εποχή ΣΥΡΙΖΑ, ακόµη και πριν από τη µνηµονιακή στροφή, χάριν της επίτευξης του στόχου για συσπείρωση του µεγαλύτερου κοµµατιού της Αριστεράς, κάτι που φαίνεται να του βγαίνει, σύµφωνα µε όλες τις µετρήσεις. Σε αυτό το σηµείο θα φανούν πολλά αναφορικά µε τα διλήµµατα που θα έχουµε µπροστά µας πριν από τις κάλπες, έστω κι αν η συνταγµατική αναθεώρηση θεωρείται -και υπό τις παρούσες συνθήκες- ένα ζήτηµα… πολυτελείας για τον Έλληνα πολίτη.
Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή