Η είδηση της παραποµπής του Χρήστου Τριαντόπουλου στο Ειδικό ∆ικαστήριο (και σε δεύτερο επίπεδο του πρώην περιφερειάρχη, Κώστα Αγοραστού, και του πρώην γενικού γραµµατέα Πολιτικής Προστασίας, Βασίλη Παπαγεωργίου, µεταξύ άλλων) και κυρίως ο τρόπος µε τον οποίο την αντιµετώπισε ο πολιτικός κόσµος και τα ΜΜΕ, συνιστά -αν µη τι άλλο- αντικείµενο προβληµατισµού και συζήτησης, πολλώ δε µάλλον ενόψει των επόµενων εθνικών εκλογών. Και όχι βεβαίως στη µικροκοµµατική και απολύτως ξεπερασµένη λογική του υπολογισµού κερδών και απωλειών, αλλά στη βάση της ουσίας του ζητήµατος σε ό,τι αφορά τη λειτουργία των θεσµών στη χώρα.

Αποφεύγοντας να µπούµε στη διαδικασία ανάλυσης του κατηγορητηρίου, αφού το σχετικό µέτωπο αφενός δεν είναι της παρούσης, καθώς θα συζητηθεί εκτενώς προϊούσης της ακροαµατικής διαδικασίας, και αφετέρου πρόκειται για ένα ακόµη σηµείο ανούσιας και επικίνδυνης για τη σοβαρότητα της κατάστασης πολιτικής αντιπαράθεσης, είναι σαφές πως θα πρέπει να σταθεί κανείς στη µεγάλη εικόνα. Ο λόγος για το γεγονός ότι, παρά τους µικροκοµµατικούς παροξυσµούς και τη γενικότερη ατµόσφαιρα συνωµοσιολογίας που καλλιέργησαν κάποιοι όλο αυτό το διάστηµα, η ∆ικαιοσύνη -και αυτήν τη φορά- κάνει τη δουλειά της.

Όχι µε όρους ανθρωποφαγίας -όπως θα ήθελαν κάποιοι- ούτε µε συνθήκες προώθησης παντός είδους συµφερόντων, προσωπικών και πολιτικών, τα οποία βεβαίως (όπως και εν γένει η προσέγγιση έναντι της Θέµιδας) ποικίλλουν από παράταξη σε παράταξη, ανάλογα µε το ποιος βρίσκεται σε θέση κυβέρνησης ή αντιπολίτευσης. Ούτε (για να µην ξεχνιόµαστε φυσικά) µε πρακτικές και διεργασίες που θυµίζουν λαϊκά δικαστήρια, είτε µε φόντο πολιτικές ή δηµοσιογραφικές πιέσεις (µε στόχο την αποδόµηση των αντιπάλων στην κοινωνία από τη µία και στην… τηλεθέαση από την άλλη) είτε µε την άνευ όρων ικανοποίηση του αισθήµατος αγανάκτησης των πολιτών, παράµετρος απολύτως λογική ύστερα από µια τέτοια τραγωδία και σε µία χώρα όπου οι έννοιες της ατιµωρησίας και της κωλυσιεργίας είναι άρρηκτα συνδεδεµένες µε κάθε πτυχή του δηµόσιου βίου.

Για όσους λοιπόν δεν το έχουν αντιληφθεί, καµία κυβέρνηση (έστω και η σηµερινή που είναι για µία δεκαετία µπροστά στις δηµοσκοπήσεις και ακόµη και σήµερα ύστερα από 7 χρόνια στην εξουσία δεν έχει ορατό αντίπαλο σε ό,τι έχει να κάνει µε τη διεκδίκηση της πρωτιάς) δεν µπορεί να προκαταλάβει αποφάσεις και ενέργειες της ∆ικαιοσύνης. Βλέπετε, ακόµη κι αν υποτεθεί ότι κάποιοι µπορεί να απεργάζονται τέτοιου είδους σχέδια σε κάθε κοινωνία και σε κάθε χρονική στιγµή, πάντα θα υπάρχουν κι εκείνοι που δεν επηρεάζονται και ασκούν «κανονικά και µε τον νόµο» -που λέει ο λαός- τα καθήκοντά τους.

Όσο κι αν κάποιοι παλεύουν να µας πείσουν για το αντίθετο, η Ελλάδα είναι ένα ευρωπαϊκό κράτος που έχει κάνει βήµατα µπροστά µε θεσµούς και λειτουργούς που στέκονται πάνω από συναισθηµατικές εξάρσεις και την περιρρέουσα πολιτική και κοινωνική ατµόσφαιρα. Αυτοί αποφασίζουν βέβαια σύµφωνα µε τον νόµο και όχι όπως επιβάλλουν οι κορόνες ορισµένων που παραµένουν… κολληµένοι στο παρελθόν και αδιαφορούν για το µέλλον αλλά ενδιαφέρονται µόνο για το πώς θα ακουστούν περισσότερο οι φωνές τους.

Γι’ αυτό λοιπόν είναι -πριν και πέρα απ’ όλα- άδικο για τους ίδιους και µετά για το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας να µπαίνουν οι λειτουργοί της ∆ικαιοσύνης στο κάδρο της συνωµοσιολογίας και της προεκλογικής κόντρας. Για όσους το λησµονούν, σήµερα παραπέµφθηκε ο άλλοτε υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ στο Ειδικό ∆ικαστήριο. Τα κόµµατα της αντιπολίτευσης κάνουν λόγο για «δικαίωση». Φαντάζοµαι θα δείξουν τον ίδιο σεβασµό έναντι και των αποφάσεων που πάνε κόντρα στους σχεδιασµούς τους, εκτός κι αν υπάρχει α λα καρτ… καλή και κακή ∆ικαιοσύνη, που διαφθείρεται ή καθαίρεται ανάλογα µε την οπτική γωνία από την οποία βλέπουν τα πράγµατα οι αντιπολιτευόµενοι, οι οποίοι (εδώ που τα λέµε) αδυνατούν να αρθρώσουν αποτελεσµατικό αντιπολιτευτικό λόγο σε οποιοδήποτε άλλο µέτωπο.

Όσο για τους κυβερνώντες, αν η εξέλιξη αυτή δεν σηµατοδοτήσει αλλαγή στάσης για ορισµένους που παραµένουν στον κόσµο τους και δεν επιδειχθεί η δέουσα σοβαρότητα από δω και µπρος έναντι και των άλλων δικαστικών υποθέσεων, οι οποίες έχουν πολιτικό ενδιαφέρον, τότε µοιραία, όχι µόνο δεν θα µπορεί να σταθεί το επιχείρηµα ότι η ψήφος στη Ν∆ του Μητσοτάκη ισοδυναµεί µε τη διατήρηση της πολιτικής και κοινωνικής οµαλότητας, αλλά αντιθέτως θα συνιστούν οι ίδιοι και -κατ’ επέκταση η παράταξηµέρος του προβλήµατος και του συνεπακόλουθου κινδύνου της πιθανής µετεκλογικής αστάθειας.

Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή