Μια καταγγελία για ενδοοικογενειακή βία αρκεί για να ανοίξει συζήτηση στα social media. Όχι µόνο για όσα φέρεται να συνέβησαν πίσω από την πόρτα του σπιτιού, αλλά και για το θύµα, τις επιλογές και τη στάση του πριν και µετά το περιστατικό. Γιατί, όταν δηµοσιοποιείται µια υπόθεση κακοποίησης, µέρος της κοινωνίας αναζητά τι έκανε ή τι δεν έκανε το φερόµενο θύµα. Γιατί το «Τι συνέβη;» δίνει τη θέση του στο «Γιατί δεν έφυγε;», «Γιατί επέστρεψε;», «Γιατί δεν µίλησε νωρίτερα;» ή στο «Καλά του/της έκανε»; Πρόκειται για το victim blaming, φαινόµενο που αφορά όχι µόνο τον άνθρωπο στο επίκεντρο, αλλά και όσους παρακολουθούν σιωπηλά, έχοντας βιώσει κάτι αντίστοιχο. Η ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια, PhD, Βασιλένα Σταυροπούλου αναλύει στα «ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ» µηχανισµούς αναζήτησης ευθύνης στη συµπεριφορά του θύµατος.

Διαβάστε: Κυψέλη: Η ανάρτηση της μητέρας με τρία παιδιά το 2021 και η λεζάντα που δημιουργεί ερωτήματα - "Τα αγόρια μας" (Εικόνα)


Victim blaming: "Όταν η συζήτηση µετακινείται από τη βία στη συµπεριφορά του θύµατος, τη διαιωνίζουµε"

«Είναι πιο εύκολο να χαθούµε στις λεπτοµέρειες, να ψάξουµε ποιος έκανε τι, πότε έφυγε, γιατί γύρισε, γιατί έµενε, µε την ψευδαίσθηση ότι έτσι πατάσσουµε το κακό. Μόνο που, όταν η συζήτηση µετακινείται από τη βία στη συµπεριφορά του θύµατος, δεν την αντιµετωπίζουµε, τη διαιωνίζουµε», σηµειώνει η κ. Σταυροπούλου, καθώς η κρίση είναι γρήγορη, ενώ η κατανόηση απαιτεί χρόνο και την παραδοχή ότι στην ίδια θέση ίσως να µην αντιδρούσαµε τόσο «σωστά» όσο φανταζόµαστε.

«Όταν βρίσκουµε ένα λάθος στον άλλον, νιώθουµε ότι βάζουµε τάξη σε κάτι που µας φοβίζει. Αν πω “εγώ δεν θα το επέτρεπα ποτέ”, µπορώ να πιστέψω ότι είµαι διαφορετικός και άρα ασφαλής». Μια κακοποιητική σχέση δεν βιώνεται από την απόσταση των τρίτων. Υπάρχουν δεσµοί, φόβος, ελπίδα, παιδιά, ενοχές, εξάρτηση και ζωή.


Όταν οι γυναίκες κρίνουν γυναίκες

Επικριτικά σχόλια απέναντι σε γυναίκες που καταγγέλλουν βία προέρχονται και από άλλες γυναίκες. Σύµφωνα µε την κ. Σταυροπούλου, αυτό δεν είναι παράδοξο. Το ίδιο φύλο δεν σηµαίνει απαλλαγή από στερεότυπα και πεποιθήσεις εµπεδωµένες από µικρή ηλικία. Λειτουργεί η ανάγκη αποστασιοποίησης από κάτι τροµακτικό. «Αν πιστέψω ότι η άλλη γυναίκα βρέθηκε σε αυτή τη θέση επειδή έκανε κάτι που εγώ δεν θα έκανα, τότε δηµιουργώ την αίσθηση ότι εγώ είµαι πιο ασφαλής», λέει. Στην κλινική της εµπειρία έχει δει γυναίκες σε σχέσεις κακοποίησης να επιστρατεύουν τη διάψευση για να αντέξουν όσα συνέβαιναν. «Η κακοποίηση δεν είναι τεστ ευφυΐας, δύναµης, µόρφωσης ή οικονοµικής ανεξαρτησίας», υπογραµµίζει.

Η κ. Σταυροπούλου χρησιµοποιεί τον όρο «κοινωνική απογύµνωση». Η εµπειρία µπορεί να ενισχύσει την ντροπή, την αυτοενοχοποίηση, την υπερεπαγρύπνηση, την απόσυρση και την ανάγκη σιωπής. «Κάποιος που καταγγέλλει καλείται να επιβιώσει πρώτα από αυτό που έζησε και ύστερα από όσα ειπώθηκαν για εκείνον επειδή τόλµησε να το πει», τονίζει.


"Στην καρδιά του victim blaming βρίσκεται ο µύθος του 'τέλειου θύµατος'"

Οι συνέπειες δεν περιορίζονται στο πρόσωπο που βρίσκεται στο επίκεντρο. «Κάτω από κάθε δηµόσια υπόθεση υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν πει ακόµη τη δική τους ιστορία σε κανέναν», επισηµαίνει. Μια γυναίκα µπορεί να διαβάζει τα σχόλια δίπλα στον άνθρωπο που φοβάται. Αλλη να σκέφτεται εάν πρέπει να µιλήσει στην οικογένειά της. Κάποιος να αναρωτιέται αν αυτό που ζει είναι κακοποίηση. Όλοι παρακολουθούν πώς αντιµετωπίζεται εκείνος που αποφάσισε να µιλήσει. Όταν βλέπουν ότι καλείται να απολογηθεί για όσα καταγγέλλει και για κάθε αντίδρασή του, το µήνυµα µπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά. «Υπάρχουν φορές που ένα σχόλιο οδηγεί κάποιον στο “άσ’ το καλύτερα”». Η κ. Σταυροπούλου βάζει µια παράµετρο: έννοιες όπως «κακοποίηση», «βία» ή «τοξικότητα» δεν πρέπει να χρησιµοποιούνται αβασάνιστα για κάθε σύγκρουση ή σχέση. «Οταν τα πάντα ονοµάζονται κακοποίηση, η έννοια χάνει το ειδικό της βάρος και η κοινωνία µπορεί εύκολα να περάσει από την ευαισθησία στον κυνισµό».

Στην καρδιά του victim blaming βρίσκεται ο µύθος του «τέλειου θύµατος»: η απαίτηση να έχει φύγει εγκαίρως, να µην έχει επιστρέψει, να έχει καταγγείλει αµέσως και να µην έχει αµφιταλαντευτεί. Οµως ένας άνθρωπος µπορεί να φοβάται και να αγαπά. Μπορεί να θέλει να φύγει και να ελπίζει ότι τα πράγµατα θα αλλάξουν. Μπορεί να καταγγείλει και να φοβηθεί τις συνέπειες ή να χρειαστεί προσπάθειες µέχρι να αποµακρυνθεί. «Η επιστροφή δεν αποδεικνύει ότι δεν συνέβη βία. Η καθυστέρηση δεν αποδεικνύει ψεύδος. Και µια µεταγενέστερη ανάκληση δεν αποτελεί από µόνη της απόδειξη ότι µια προηγούµενη καταγγελία ήταν ψευδής», τονίζει η κ. Σταυροπούλου, ενώ µια καταγγελία δεν καταργεί το τεκµήριο αθωότητας του καταγγελλόµενου. Τα περιστατικά αξιολογούνται από τις Αρχές και τη ∆ικαιοσύνη. Στο τραύµα δεν είναι χρήσιµο να µιλάµε για «σωστή» ή «λάθος» αντίδραση, αλλά για επιβιωτικές αντιδράσεις. Όπως το αποτυπώνει η φράση του θεατρικού συγγραφέα Τσιµάρα Τζανάτου: «Όταν σου µιλάει ο άλλος για όσα τον τσακίζουν, µην του απαντάς λες κι είναι πλατάνι. Ως στάχυ σού εξοµολογείται».

Δημοσιεύτηκε στα Παραπολιτικά