Στη μεγαλύτερη αρνητική τοποθέτηση κατά της στερλίνας από την εποχή του δημοψηφίσματος για το Brexit έχουν προχωρήσει οι επενδυτές στην αγορά συναλλάγματος, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία.

Στοιχεία της Επιτροπής Διαπραγμάτευσης Συμβολαίων Μελλοντικής Εκπλήρωσης Εμπορευμάτων (CFTC), της αμερικανικής ρυθμιστικής αρχής χρηματοπιστωτικών αγορών, αποκαλύπτουν ότι οι επενδυτές διατηρούν το μακροβιότερο σερί εντολών πώλησης για τη στερλίνα από το 2016.

Τα κεφάλαια που έχουν στοιχηματιστεί κατά του βρετανικού νομίσματος ξεπερνούν πλέον τα 6,5 δισ. λίρες, αγγίζοντας το υψηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας.

Η στερλίνα δέχεται ισχυρές πιέσεις έναντι του δολαρίου φέτος, υποχωρώντας κατά περισσότερο από 1% στο 1,32 δολάριο. Οι επενδυτές εκτιμούν ότι η αποδυνάμωση αυτή οφείλεται κυρίως στην απόφαση της Τράπεζας της Αγγλίας να κρατήσει αμετάβλητα τα επιτόκια παρά την άνοδο του πληθωρισμού, την ώρα που οι υπόλοιπες κεντρικές τράπεζες των αναπτυγμένων οικονομιών προχωρούσαν σε αυξήσεις του κόστους δανεισμού.

Τα υψηλά επιτόκια τείνουν να ενισχύουν ένα νόμισμα, καθώς αυξάνουν τη σχετική ελκυστικότητα των τίτλων σταθερού εισοδήματος που εκφράζονται στο εν λόγω νόμισμα.

Νωρίτερα μέσα στον Σεπτέμβριο, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ αύξησε τα επιτόκια για πρώτη φορά μετά από τρία χρόνια, διαμορφώνοντάς τα στο εύρος του 3,75% έως 4%, ενώ η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προχώρησε στη δεύτερη αύξηση του βασικού της επιτοκίου καταθέσεων για φέτος, στο 2,5%. Στον αντίποδα, η Τράπεζα της Αγγλίας επέλεξε να διατηρήσει το βασικό της επιτόκιο αμετάβλητο στο 3,75% για έκτη συνεχόμενη συνεδρίαση, παρόλο που η ίδια προβλέπει ότι ο πληθωρισμός θα ξεπεράσει το 4% στις αρχές του επόμενου έτους.

Οι επενδυτές έχουν γίνει πιο επιφυλακτικοί απέναντι στη στερλίνα, καθώς εντείνονται οι εκτιμήσεις για αυξήσεις φόρων στον προϋπολογισμό του επόμενου μήνα, εν μέσω συρρίκνωσης των δημοσιονομικών περιθωρίων της Βρετανίας. Οι αποδόσεις των βρετανικών κρατικών ομολόγων κυμάνθηκαν κοντά στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων 19 ετών κατά το μεγαλύτερο μέρος του περασμένου μήνα, ενώ οι επενδυτές αναμένουν ότι η Τράπεζα της Αγγλίας θα αυξήσει τα επιτόκια έως και τέσσερις φορές τους επόμενους 12 μήνες.

Παρά τις πιέσεις στη στερλίνα, ο FTSE 100 έχει καταγράψει σχετικά καλή πορεία φέτος, σημειώνοντας άνοδο άνω του 7%. Βασικός παράγοντας είναι η μεγάλη συμμετοχή ενεργειακών εταιρειών στον δείκτη, οι οποίες έχουν επωφεληθεί από την άνοδο των τιμών του πετρελαίου μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου.

Η συσσώρευση εντολών πώλησης κατά της στερλίνας, που αποκάλυψε πρώτη η Mail on Sunday, δείχνει ότι οι επενδυτές ανησυχούν πως ο προϋπολογισμός θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης για αρνητικές εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Η Τζέιν Φόλεϊ, επικεφαλής στρατηγικής συναλλάγματος στη Rabobank, δήλωσε στη Mail on Sunday: «Είναι σαφές ότι οι κερδοσκόποι αντιμετωπίζουν τη στερλίνα με επιφυλακτικότητα και σε καμία περίπτωση δεν θέλουν να διατηρούν ανοικτές θέσεις υπέρ της ενόψει του προϋπολογισμού».

Η κυβέρνηση των Εργατικών έχει προχωρήσει σε δανεισμό ύψους 77 δισ. λιρών μέχρι στιγμής για αυτό το οικονομικό έτος —8 δισ. λίρες περισσότερα από τις προβλέψεις του Γραφείου Ευθύνης Προϋπολογισμού (OBR) τον περασμένο Μάρτιο. Τον Αύγουστο, ο δημόσιος δανεισμός ανήλθε σε 18,3 δισ. λίρες, με τις δαπάνες για την εξυπηρέτηση του χρέους να φτάνουν τα 8,8 δισ. λίρες, σημειώνοντας αρνητικό ρεκόρ για τον συγκεκριμένο μήνα από το 1997, όταν ξεκίνησε η τήρηση μηνιαίων στοιχείων.

Σύμφωνα με το OBR, οι δαπάνες για τόκους χρέους αναμένεται να υπερβαίνουν τα 100 δισ. λίρες ετησίως τουλάχιστον έως τη δεκαετία του 2030.

Την περασμένη εβδομάδα, ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) εκτίμησε ότι η βρετανική οικονομία θα αναπτυχθεί κατά 1,1% φέτος, αναθεωρώντας θετικά την προηγούμενη πρόβλεψή του για 0,9%. Ο ΟΟΣΑ ανέφερε ότι η βρετανική οικονομία επωφελείται από τη «σταθερή αύξηση της εγχώριας ζήτησης κατά το δεύτερο τρίμηνο» και ότι η καταναλωτική δαπάνη των νοικοκυριών θα μπορούσε να ενισχυθεί περαιτέρω από τα κυβερνητικά μέτρα για τη μείωση των φόρων στους λογαριασμούς ενέργειας και το πλαφόν στις τιμές των εισιτηρίων των λεωφορείων.

ΠΗΓΗ: Times Media Ltd / News