Έπειτα από δύο δεκαετίες αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στο Ιράκ, οι τελευταίοι Αμερικανοί στρατιώτες αποχώρησαν από το Ερμπίλ, την τελευταία βάση που διατηρούσαν στα βόρεια της χώρας.

Παράλληλα, αποχώρησαν και τα βρετανικά στρατεύματα, καθώς χωρίς την αμερικανική υλικοτεχνική υποστήριξη και βοήθεια των υπηρεσιών πληροφοριών δεν ήταν δυνατό να παραμείνουν στη χώρα. Σε αντίθεση με την χαοτική εκκένωση του 2021, όταν χιλιάδες Αμερικανοί στρατιώτες και τρομοκρατημένοι Αφγανοί εγκατέλειψαν το Αφγανιστάν, η συγκεκριμένη αποχώρηση μερικών εκατοντάδων Αμερικανών στρατιωτών πραγματοποιήθηκε αθόρυβα και χωρίς αντιδράσεις.

Με την αποχώρηση των τελευταίων αμερικανικών δυνάμεων κλείνει ένα κεφάλαιο για την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στο Ιράκ — μια εξέλιξη που η κυβέρνηση της Βαγδάτης θεωρεί ένδειξη αυξανόμενης αυτοπεποίθησης ως προς την ικανότητά της να κρατήσει μακριά τις απειλές που αντιμετωπίζει η χώρα.

Ωστόσο, από τη στιγμή που ο πρόεδρος Μπάιντεν αποφάσισε το 2024 να αποσύρει όλα τα αμερικανικά στρατεύματα από το Ιράκ έως και τις 30 Σεπτεμβρίου αυτού του έτους, οι δυναμικές στη Μέση Ανατολή έχουν αλλάξει δραματικά.

Οι ΗΠΑ βρίσκονται πλέον σε πόλεμο με το Ιράν, ενώ οι φιλοϊρανικές ένοπλες οργανώσεις διαθέτουν ισχυρή παρουσία στο Ιράκ και σχεδιάζουν επιθέσεις εναντίον αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή. Την ίδια ώρα, η επιρροή της Τεχεράνης στην κυβέρνηση της Βαγδάτης έχει ενισχυθεί σημαντικά.

Ο ναύαρχος Μπραντ Κούπερ, επικεφαλής της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ και επικεφαλής της επιχείρησης αποχώρησης των αμερικανικών δυνάμεων από το Ερμπίλ, τόνισε ότι οι απειλές στην περιοχή παραμένουν, ενώ επισήμανε πως οι ΗΠΑ συνεχίζουν να παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις και είναι έτοιμες να αναλάβουν στρατιωτική δράση, εφόσον χρειαστεί. «Καθώς αποσύρουμε τις δυνάμεις μας και παραδίδουμε την πλήρη κύρια ευθύνη για την ασφάλεια του Ιράκ στην κυβέρνηση και στον γενναίο λαό του Ιράκ, οι αμερικανικές και συμμαχικές δυνάμεις που βρίσκονται σε βάσεις σε ολόκληρη την περιοχή θα παραμείνουν σε ετοιμότητα για να αντιμετωπίσουν οποιαδήποτε απειλή από το ISIS [Ισλαμικό Κράτος]», δήλωσε.

Η επιχείρηση «Inherent Resolve», όπως ονομάστηκε η στρατιωτική εκστρατεία της διεθνούς συμμαχίας κατά του ISIS στο Ιράκ και τη Συρία υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, δημιουργήθηκε όταν η τρομοκρατική οργάνωση κατέλαβε τεράστιες εκτάσεις και στις δύο χώρες και ανακήρυξε την ίδρυση ισλαμικού χαλιφάτου.

Η επιχείρηση συνεχίζεται, αλλά πλέον θα έχει ως βάση την Ιορδανία. Πολλοί από τους περίπου 1.500 Αμερικανούς και άλλους στρατιώτες της συμμαχίας που βρίσκονταν στο Ερμπίλ, πρωτεύουσα του ιρακινού Κουρδιστάν, θα μεταφερθούν στην Ιορδανία.

Η Βασιλική Αεροπορία θα συνεχίσει τις επιχειρήσεις της πάνω από τη Συρία για την καταπολέμηση των υπολειμμάτων του ISIS, αλλά δεν είναι σαφές αν έχει άδεια να πετά πάνω από το Ιράκ.

Η αμερικανική στρατιωτική εμπλοκή στο Ιράκ συνοδεύεται από μια μακρά σειρά αντιπαραθέσεων και αποτυχιών από το 2003, όταν ο πρόεδρος Τζορτζ Μπους έδωσε την εντολή για εισβολή στη χώρα με σκοπό την ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν και την εξουδετέρωση των υποτιθέμενων κρυφών όπλων μαζικής καταστροφής του ιρακινού καθεστώτος.

Οι μυστικές υπηρεσίες απέτυχαν τότε και απέτυχαν ξανά, όταν, παρά τη δήλωση του Μπους την 1η Μαΐου 2003 ότι η «αποστολή εξετελέσθη», ξέσπασε σε ολόκληρο το Ιράκ εξέγερση υπό την ηγεσία της Αλ Κάιντα. Η κατάληψη εδαφών από τους αντάρτες οδήγησε τελικά στη γέννηση του Ισλαμικού Κράτους, αναγκάζοντας τις ΗΠΑ να παραμείνουν στο Ιράκ και να αντιμετωπίσουν έναν εχθρό αποφασισμένο να εκδικηθεί με αιματηρό τρόπο τις δυτικές δυνάμεις κατοχής.

Η αμερικανική στρατιωτική εμπλοκή στο Ιράκ διήρκεσε ουσιαστικά 23 χρόνια, αν και από το 2011 έως το 2014 δεν υπήρχαν αμερικανικά στρατεύματα στη χώρα. Το 2014 η Βαγδάτη ζήτησε από τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους, μεταξύ των οποίων και τη Βρετανία, να στείλουν ξανά στρατεύματα για να συμβάλουν στην εξόντωση του ISIS, υιοθετώντας αυτή τη φορά έναν πιο συμβουλευτικό και υποστηρικτικό ρόλο.

Τα διδάγματα από αυτές τις δύο δεκαετίες ήταν ιδιαίτερα σκληρά για τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις. Τα πολιτικά λάθη της Ουάσιγκτον, αλλά και του Πολ Μπρέμερ, του απεσταλμένου του Μπους που στάλθηκε στη Βαγδάτη για να αναλάβει τη διοίκηση του Ιράκ μετά την ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν, επιδείνωσαν ακόμη περισσότερο μια ήδη δύσκολη κατάσταση.

Η υπό αμερικανική ηγεσία συμμαχία βρέθηκε αντιμέτωπη με μια ολοένα πιο οργανωμένη και βίαιη εξέγερση. Όπως οι Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν και οι φιλοϊρανικές ένοπλες οργανώσεις σήμερα, οι αντάρτες προσαρμόστηκαν γρήγορα και ανέπτυξαν νέες μεθόδους για να αντιμετωπίσουν μια στρατιωτική υπερδύναμη.

Συγκεκριμένα, οι αντάρτες που διαμόρφωσαν το ISIS χρησιμοποίησαν αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς και φθηνά, εμπορικά διαθέσιμα drones με προσαρτημένες χειροβομβίδες, προκαλώντας θανάτους και σοβαρούς τραυματισμούς.

Το μεγαλύτερο πολιτικό λάθος, που δυσχέρανε το έργο των χιλιάδων Αμερικανών στρατιωτών, ήταν η απόφαση της κυβέρνησης Μπους να εγκαινιάσει ένα πρόγραμμα «οικοδόμησης κράτους» με σκοπό να μετατρέψει το Ιράκ σε φιλοδημοκρατικό σύμμαχο, προχωρώντας ταυτόχρονα στη διάλυση του στρατού και της δημόσιας διοίκησης της χώρας, απομακρύνοντας χιλιάδες υπαλλήλους ως πιστούς του κόμματος Μπάαθ και του Σαντάμ Χουσεΐν.

Οι αντάρτες εκμεταλλεύτηκαν το κενό εξουσίας που δημιουργήθηκε, ενώ οι τάξεις τους ενισχύθηκαν από πρώην στελέχη του κόμματος Μπάαθ που είχαν απογοητευτεί και προσχώρησαν στην εξέγερση.

Οι συνέπειες τόσο για την υπό αμερικανική ηγεσία συμμαχία όσο και για τον ιρακινό λαό ήταν καταστροφικές. Σχεδόν 4.600 Αμερικανοί στρατιώτες σκοτώθηκαν από το 2003 έως σήμερα. Την ίδια περίοδο, οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για 187.000 έως 211.000 Ιρακινούς αμάχους που σκοτώθηκαν σε βίαια επεισόδια.

Η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ παρακολουθεί πλέον τις εξελίξεις από την Ιορδανία, καθώς και από άλλες βάσεις στη Μέση Ανατολή. Το ερώτημα είναι αν η απουσία αμερικανικών στρατευμάτων από το Ιράκ, έστω και αν η προηγούμενη δύναμη ήταν σχετικά περιορισμένη, μπορεί να δημιουργήσει μεγαλύτερους κινδύνους για την ευρύτερη περιοχή. Θα μπορούσε το ISIS να αναβιώσει; Θα ωφεληθεί το Ιράν;

Τα γεγονότα του Αφγανιστάν, όπου οι ΗΠΑ δεν άφησαν πίσω τους ούτε μια μικρή δύναμη ως εφεδρεία για την αντιμετώπιση μιας νέας κρίσης, είναι δύσκολο να αγνοηθούν.

Ο Τζασίμ αλ-Μπαχντλί, Ιρακινός αναλυτής σε θέματα ασφάλειας, δήλωσε στο Reuters: «Το Ιράν αναμένεται να αποκομίσει στρατηγικό όφελος από την αποχώρηση της συμμαχίας, καθώς απομακρύνεται μια στρατιωτική δύναμη που επί χρόνια λειτουργούσε ως αντίβαρο στην επιρροή της Τεχεράνης στο Ιράκ».

Παράλληλα, προειδοποίησε ότι οι φιλοϊρανικές ένοπλες οργανώσεις στο Ιράκ θα επιχειρήσουν να ενισχύσουν την επιρροή τους στις αποφάσεις της Βαγδάτης, τόσο σε θέματα ασφάλειας όσο και στην πολιτική.

ΠΗΓΗ: Times Media Ltd / News