Στη Δικαιοσύνη προσέφυγαν έξι περιβαλλοντικές οργανώσεις, καταθέτοντας μήνυση κατά παντός υπευθύνου στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αλεξανδρούπολης, για το περιστατικό μαζικής δηλητηρίασης άγριας ζωής που καταγράφηκε τον Μάρτιο του 2026 στο Εθνικό Πάρκο Δαδιάς – Λευκίμης – Σουφλίου, με τραγικό απολογισμό τη θανάτωση 25 ζώων, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται εννέα προστατευόμενοι Μαυρόγυπες.

Διαβάστε: Μέλισσες και επικονιαστές: Γιατί είναι κρίσιμοι για το περιβάλλον


Δαδιά: "Βαρύ πλήγμα στη βιοποικιλότητα - Ανεπανόρθωτη ζημιά μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές"

Την νομική πρωτοβουλία ανέλαβαν από κοινού η ΑΝΙΜΑ, η Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσης, η Ελληνική ΟΡΝΙΘΟΛΟΓΙΚΗ Εταιρεία, η Εταιρεία Προστασίας Βιοποικιλότητας της Θράκης, η Καλλιστώ και το WWF Ελλάς, οι οποίες κατέθεσαν μήνυση κατά παντός υπευθύνου στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αλεξανδρούπολης.

Ζήτησαν την πλήρη διερεύνηση της παράνομης χρήσης δηλητηριασμένων δολωμάτων που τοποθετήθηκαν στις 11 Μαρτίου 2026, από άγνωστα πρόσωπα εντός του Εθνικού Πάρκου. Ο θλιβερός απολογισμός περιλαμβάνει εννέα Μαυρόγυπες, τέσσερις Γερακίνες, τέσσερις Κόρακες, έναν Λύκο, πέντε Αλεπούδες και δύο Κουνάβια.

Το συμβάν επιφέρει συντριπτικό πλήγμα στον ήδη ευάλωτο πληθυσμό του μαυρόγυπα στη Δαδιά. Η δηλητηρίαση σημειώθηκε μέσα στην αναπαραγωγική περίοδο του είδους και ενώ βρίσκονται σε εξέλιξη προσπάθειες για την ανάκαμψή του μετά τις μεγάλες πυρκαγιές που έπληξαν την περιοχή.

Λίγες ημέρες πριν από το περιστατικό, ζευγάρια Μαυρόγυπων είχαν φωλιάσει σε τεχνητές φωλιές που έχει τοποθετήσει ο ΟΦΥΠΕΚΑ στο Εθνικό Πάρκο, στο πλαίσιο των μέτρων προστασίας που εφαρμόζονται μετά την καταστροφική πυρκαγιά του 2023.

Οι οργανώσεις επισημαίνουν ότι ο πλήρης αντίκτυπος της απώλειας εννέα ατόμων στον τοπικό πληθυσμό του προστατευόμενου είδους δεν έχει ακόμη αποτιμηθεί.


Οι περισσότερες υποθέσεις παραμένουν ανεξιχνίαστες

Η χρήση δηλητηριασμένων δολωμάτων αποτελεί διαχρονικό πρόβλημα στη Θράκη. Την περίοδο 1995-2025 έχουν εντοπιστεί 33 δηλητηριασμένοι Μαυρόγυπες στην περιοχή, από τους οποίους οι 22 μέσα στα όρια του Εθνικού Πάρκου Δαδιάς - Λευκίμης - Σουφλίου.

Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις υπογραμμίζουν ότι η απώλεια εννέα Μαυρόγυπων μέσα σε ένα μόνο περιστατικό είναι ιδιαίτερα σοβαρή σε σχέση με το μικρό μέγεθος του πληθυσμού. Όπως σημειώνουν, μπορεί να ανατρέψει προσπάθειες προστασίας που βρίσκονται σε εξέλιξη εδώ και χρόνια, τόσο σε εθνικό όσο και σε διασυνοριακό επίπεδο.

Η δηλητηρίαση προστατευόμενων ειδών άγριας πανίδας αντιμετωπίζεται πλέον ως κακούργημα και μπορεί να επισύρει κάθειρξη έως δέκα έτη, καθώς και χρηματική ποινή.

Παρά το αυστηρότερο θεσμικό πλαίσιο, οι περισσότερες υποθέσεις δηλητηρίασης άγριας ζωής στην Ελλάδα δεν έχουν εξιχνιαστεί. Οι οργανώσεις επικρίνουν την έως τώρα αποτελεσματικότητα των ερευνών, επισημαίνοντας ότι υπάρχουν τόσο προβλεπόμενες διαδικασίες όσο και ειδικά εκπαιδευμένο προσωπικό για τέτοιες υποθέσεις.

Στη μήνυση που κατατέθηκε στην Αλεξανδρούπολη περιλαμβάνονται, σύμφωνα με τις ίδιες, τα ευρήματα από τις έρευνες που έγιναν στο πεδίο από ειδικές ομάδες ανίχνευσης δηλητηριασμένων δολωμάτων και αρμόδιες υπηρεσίες.

Στις έρευνες συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, ομάδες της Εταιρείας Προστασίας Βιοποικιλότητας της Θράκης, μονάδες διαχείρισης του ΟΦΥΠΕΚΑ, κυνηγετικοί σύλλογοι, το τοπικό Δασαρχείο, η Κτηνιατρική Υπηρεσία και η Περιφέρεια.

Οι οργανώσεις ζητούν η υπόθεση να διερευνηθεί σε βάθος και να εντοπιστούν οι υπεύθυνοι, τονίζοντας ότι η αποτελεσματική δίωξη θεωρείται κρίσιμη για την αποτροπή αντίστοιχων περιστατικών στο μέλλον.


Το παράδειγμα της Βουλγαρίας

Οι οργανώσεις συγκρίνουν την ελληνική υπόθεση με πρόσφατο περιστατικό στη Βουλγαρία, όπου η δηλητηρίαση οκτώ γυπών στις 18 Αυγούστου εξιχνιάστηκε μέσα σε λίγες ημέρες.

Στην έρευνα συμμετείχαν ειδική ομάδα ανίχνευσης δηλητηριασμένων δολωμάτων με εκπαιδευμένο σκύλο, η αστυνομία και η τοπική εισαγγελία. Ακολούθησαν νεκροψίες και τοξικολογικές εξετάσεις, ενώ εντοπίστηκε ύποπτος, ο οποίος, σύμφωνα με την ανακοίνωση των οργανώσεων, συνελήφθη και ομολόγησε μετά την ανάκρισή του.

Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις υποστηρίζουν ότι Ελλάδα και Βουλγαρία διαθέτουν αντίστοιχη τεχνογνωσία και εκπαίδευση για τη διαχείριση τέτοιων περιστατικών. Θεωρούν, επομένως, ότι η διαφορά στην αποτελεσματικότητα των ερευνών σχετίζεται κυρίως με τον βαθμό κινητοποίησης των αρμόδιων αρχών.

Στη μήνυση για τη Δαδιά παρατίθενται αναλυτικά τα ευρήματα που συγκεντρώθηκαν από τις ομάδες που ερεύνησαν την περιοχή, καθώς και οι ενέργειες που έγιναν στο πεδίο βάσει των προβλεπόμενων πρωτοκόλλων.

Οι οργανώσεις χαρακτηρίζουν την υπόθεση εξαιρετικά σοβαρή και ζητούν να εξεταστεί πλήρως το ενδεχόμενο οργανωμένης δράσης. Προειδοποιούν ότι μια ακόμη ανεξιχνίαστη υπόθεση θα υπονόμευε τις πολυετείς προσπάθειες περιορισμού της χρήσης δηλητηριασμένων δολωμάτων.

Επικαλούνται επίσης την εμπειρία χωρών όπως η Ισπανία, όπου, όπως σημειώνουν, η συστηματική διερεύνηση, η δίωξη και η επιβολή ποινών έχουν συμβάλει στη μείωση αντίστοιχων περιστατικών.

Με τη μήνυση, το βάρος περνά πλέον στις εισαγγελικές και προανακριτικές αρχές, οι οποίες καλούνται να εξακριβώσουν ποιος τοποθέτησε τα δηλητηριασμένα δολώματα και αν υπήρξαν περισσότεροι εμπλεκόμενοι.