Απόδειξη μοιάζει να περιποιεί, στις πληροφορίες ότι το Ισραήλ δεν έχει λόγο στις ειρηνευτικές συνομιλίες με το Ιράν, το ρεπορτάζ των New York Times που κάνει λόγο για εισβολή των υπηρεσιών Πληροφοριών της χώρας στις ΗΠΑ. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, μαζεύουν πληροφορίες για την τακτική που ακολουθεί ο Ντόναλντ Τραμπ με το Ιράν. Μάλιστα, από το Channel 12 του Ισραήλ προκύπτει πως η Σιν Μπετ και άλλες ισραηλινές υπηρεσίες φέρεται να επιχείρησαν να αποκτήσουν πρόσβαση σε ευαίσθητες πληροφορίες των αμερικανικών αρχών. Επιπλέον, λόγος γίνεται για τοποθέτηση συσκευών παρακολούθησης σε οχήματα της Μυστικής Υπηρεσίας και σε εγκαταστάσεις υπηρεσιών Πληροφοριών των ΗΠΑ. Πλην των προθέσεων του Τραμπ, εξετάζουν, με βάση τις πληροφορίες που συλλέγουν, την αλλαγή πολιτικής της αμερικανικής κυβέρνησης απέναντι στην Τεχεράνη, αλλά και τις στρατιωτικές επιλογές της. 


New York Times: Οι τρεις αξιωματούχοι

Οι υπηρεσίες Πληροφοριών του Ισραήλ, με βάση το ίδιο δημοσίευμα των New York Times, στρέφουν την προσοχή τους σε τρία πρόσωπα: πρώτον, στονειδικό απεσταλμένο Στιβ Γουίτκοφ, ο οποίος συμμετέχει στις επαφές με το Ιράν, τον υφυπουργό Άμυνας Έλμπριτζ Κόλμπι και τον στενό συνεργάτη του Μάικλ ΝτιΜίνο. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, οι τρεις αξιωματούχοι θεωρούνται πρόσωπα-κλειδιά για την κατανόηση των αμερικανικών σχεδιασμών στη Μέση Ανατολή.

Πρώην ανώτερος Αμερικανός αξιωματούχος υποστήριξε ότι ορισμένες συνήθειες στελεχών της αμερικανικής κυβέρνησης καθιστούν ευκολότερη την παρακολούθησή τους από ξένες υπηρεσίες πληροφοριών. Όπως ανέφερε, αρκετοί αξιωματούχοι χρησιμοποιούν προσωπικά κινητά τηλέφωνα για ευαίσθητες επικοινωνίες, ταξιδεύουν συχνά με ιδιωτικά αεροσκάφη και σε ορισμένες περιπτώσεις αποφεύγουν τη συνοδεία προσωπικού ασφαλείας ή διπλωματικών αποστολών των ΗΠΑ στο εξωτερικό. Οι πρακτικές αυτές, σύμφωνα με τον ίδιο, δημιουργούν κενά ασφαλείας που μπορούν να αξιοποιηθούν από ξένες μυστικές υπηρεσίες.

Τι ψάχνουν οι υπηρεσίες των ΗΠΑ

Οι υπηρεσίες των ΗΠΑ έχουν, με βάση πληροφορίες, φτιάξει έκθεση με περιστατικά κατασκοπείας που αποδίδονται στο Ισραήλ. Από τα τέλη του 2024 και όλο το 2025 φέρεται να παρακολουθούν οι υπηρεσίες Πληροφοριών ή να αποπειρώνται να παρακολουθούν. Αναφέρεται φερόμενη προσπάθεια τοποθέτησης συσκευής παρακολούθησης σε όχημα της Μυστικής Υπηρεσίας των ΗΠΑ το 2025. Παράλληλα, γίνεται αναφορά και σε συμβάν του 2021, όταν στελέχη ισραηλινών στρατιωτικών υπηρεσιών πληροφοριών φέρονται να εντοπίστηκαν να επιχειρούν την εγκατάσταση εξοπλισμού παρακολούθησης στα κεντρικά γραφεία της Υπηρεσίας Στρατιωτικών Πληροφοριών των ΗΠΑ (DIA).Αν και οι πληροφορίες αυτές δεν έχουν επιβεβαιωθεί επισήμως, το δημοσίευμα υποστηρίζει ότι οι αμερικανικές υπηρεσίες αντιμετωπίζουν τα περιστατικά με ιδιαίτερη σοβαρότητα.

Ρήγμα στις σχέσεις

Φυσικό είναι, τέτοιες απόπειρες, να έχουν φέρει ρήγμα στις σχέσεις Ισραήλ και ΗΠΑ, όπως αποτυπώνεται στο δημοσίευμα. Οι New York Times μιλούν για δυσπιστία, που γίνεται πρόδηλη στα κομμάτια που οι δύο χώρες συνεργάζονται στενά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το κοινό κέντρο πολιτικοστρατιωτικού συντονισμού στην Κιριάτ Γκατ, το οποίο λειτουργεί στο πλαίσιο της εφαρμογής της εκεχειρίας στη Γάζα. Όπως αναφέρεται, έχουν δημιουργηθεί ξεχωριστοί χώροι εργασίας για Αμερικανούς και Ισραηλινούς αξιωματούχους, ώστε κάθε πλευρά να μπορεί να συζητά ευαίσθητα ζητήματα χωρίς την παρουσία της άλλης.

Η ισραηλινή πλευρά απορρίπτει κατηγορηματικά τις κατηγορίες. Εκπρόσωπος της πρεσβείας του Ισραήλ στην Ουάσιγκτον δήλωσε ότι το Ισραήλ δεν κατασκοπεύει τις ΗΠΑ και δεν αποτελεί αντικατασκοπευτική απειλή για τον στενότερο σύμμαχό του. Ανάλογη ήταν και η αντίδραση του Λευκού Οίκου. Αμερικανός αξιωματούχος χαρακτήρισε το δημοσίευμα «ψευδές», αμφισβητώντας την αξιοπιστία των πληροφοριών που περιλαμβάνει. Παρά τις διαψεύσεις, το δημοσίευμα έχει προκαλέσει έντονη συζήτηση στις ΗΠΑ, καθώς επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα των μυστικών επιχειρήσεων μεταξύ συμμάχων και των ορίων που μπορεί να έχει η κατασκοπευτική δραστηριότητα ακόμη και μεταξύ χωρών που διατηρούν στενή στρατηγική συνεργασία.