Τζέφρι Έπσταϊν: Νέα στοιχεία για τις διασυνδέσεις του με τη βιομηχανία μοντέλων από τις οποίες προσέγγιζε νεαρές κοπέλες - Προσέφερε οικονομική στήριξη και διευκολύνσεις
Συνεχίζονται οι έρευνες για το δίκτυο επαφών του Έπσταϊν
Στελέχη πρακτορείων, scouts και μεσάζοντες του χώρου φέρονται να διατηρούσαν συχνή επικοινωνία με τον Τζέφρι Έπσταϊν, προωθώντας νεαρές γυναίκες που επιδίωκαν να ακολουθήσουν καριέρα στο μόντελινγκ
Νέα έγγραφα του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης και δημοσιογραφική έρευνα του CNN φέρνουν στο φως στοιχεία για τις διασυνδέσεις του Τζέφρι Έπσταϊν με πρόσωπα που δραστηριοποιούνταν στη διεθνή βιομηχανία μοντέλων. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται, στελέχη πρακτορείων, scouts και μεσάζοντες του χώρου φέρονται να διατηρούσαν συχνή επικοινωνία με τον Έπσταϊν, προωθώντας νεαρές γυναίκες που επιδίωκαν να ακολουθήσουν καριέρα στο μόντελινγκ.
Διαβάστε: "Κωδικός Έπσταΐν": Η μυστική σύσκεψη στον Λευκό Οίκο για τη διαχείριση του σκανδάλου
Όπως προκύπτει από τα αρχεία, η επικοινωνία γινόταν κυρίως μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων, στα οποία περιλαμβάνονταν πληροφορίες και συστάσεις για υποψήφιες μοντέλα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, σύμφωνα με το δημοσίευμα, υπήρχαν αναφορές σε ιδιαίτερα νεαρές γυναίκες, ενώ σε κάποια μηνύματα γινόταν λόγος ακόμη και για ανήλικες ή σχεδόν ενήλικες κοπέλες.
Η έρευνα υποστηρίζει ότι ο Έπσταϊν αξιοποιούσε το δίκτυο επαφών του στον χώρο του μόντελινγκ για να αποκτά πρόσβαση σε νεαρές γυναίκες, προσφέροντας οικονομική στήριξη, επαγγελματικές γνωριμίες και άλλες διευκολύνσεις.
Τα νέα στοιχεία έρχονται να προστεθούν στις πολυετείς έρευνες γύρω από τη δράση του Έπσταϊν και τις διασυνδέσεις του με πρόσωπα από διάφορους επαγγελματικούς και κοινωνικούς χώρους.
Σε ένα χαρακτηριστικό email, recruiter φέρεται να αναφέρει ότι «μπορεί να ετοιμάσει λίστα με κορίτσια», ενώ άλλοι περιέγραφαν νεαρές γυναίκες ως «έτοιμες να ταξιδέψουν» ή κατάλληλες για καριέρα στο μόντελινγκ. «Είναι ένα δώρο που είχα σχεδιάσει να σου προσφέρω», έγραφε ένας από τους recruiters για μία νεαρή κοπέλα. Σύμφωνα με τα έγγραφα, η πρακτική αυτή δεν ήταν μεμονωμένη.
Τα ίδια έγγραφα δείχνουν ότι ο Έπσταϊν είχε αναπτύξει παγκόσμιο δίκτυο επαφών με recruiters εκτός ΗΠΑ, τους οποίους σε αρκετές περιπτώσεις πλήρωνε απευθείας για την ανεύρεση μοντέλων. Σε κάποιες συναλλαγές καταγράφονται ποσά που χαρακτηρίζονται ως «δώρα» ή αμοιβές scouting (ανίχνευσης).
Μεταξύ των προσώπων που αναφέρονται, είναι ο Daniel Siad, recruiter με έδρα το Παρίσι, ο οποίος φέρεται να λάμβανε δεκάδες χιλιάδες δολάρια και να έστελνε φωτογραφίες νεαρών γυναικών στον Έπσταϊν, καθώς και να διοργάνωνε συναντήσεις και video calls.
Ο Siad αρνήθηκε ότι γνώριζε για οποιαδήποτε κακοποίηση, δηλώνοντας στο CNN ότι θεωρούσε τον Έπσταϊν «επαγγελματία» και ότι αντιλήφθηκε τη σοβαρότητα της κατάστασης πολύ αργότερα.
Σύμφωνα με τα έγγραφα, γύρω στο 2005 ο Τζέφρι Έπσταϊν παρείχε χρηματοδότηση στον Γάλλο ατζέντη Ζαν - Λικ Μπρουνέλ, ο οποίος στη συνέχεια ίδρυσε τη MC2 Model Management. Ο Μπρουνέλ είχε στο παρελθόν αντιμετωπίσει κατηγορίες για κακοποίηση μοντέλων, χωρίς τότε να έχει καταδικαστεί.
Η MC2 παρουσιάστηκε ως boutique πρακτορείο υψηλής μόδας, όμως μαρτυρίες πρώην μοντέλων αναφέρουν ότι χρησιμοποιήθηκε και ως δίαυλος πρόσβασης του Έπσταϊν σε νεαρές γυναίκες.
Πρώην μοντέλα κατέθεσαν ότι στάλθηκαν σε συναντήσεις μαζί του ή εργάστηκαν υπό καθεστώς που, όπως υποστηρίζουν, δεν αφορούσε πραγματική καριέρα στο μόντελινγκ αλλά προσωπική εξυπηρέτηση του ίδιου.
Η Juliette Bryant, πρώην μοντέλο από τη Νότια Αφρική, δήλωσε στο CNN ότι ο Έπσταϊν της υποσχέθηκε καριέρα στο μόντελινγκ αλλά την εξαπάτησε και την κακοποίησε, χωρίς ποτέ να της προσφέρει επαγγελματικές ευκαιρίες.
Άλλο πρώην μοντέλο, η Svetlana Pozhidaeva, ανέφερε ότι μεταφέρθηκε στις ΗΠΑ με υποσχέσεις καριέρας, όμως τελικά κατέληξε να εργάζεται ως προσωπική βοηθός του Έπσταϊν, ενώ –όπως ισχυρίζεται– υπέστη κακοποίηση και περιορισμό επαγγελματικής ελευθερίας. Σύμφωνα με την ίδια, εταιρείες και μεσάζοντες συνέχιζαν να ανανεώνουν τη βίζα της, παρότι γνώριζαν ότι δεν εργαζόταν ως μοντέλο.
Τα έγγραφα δείχνουν επίσης ότι στελέχη πρακτορείων, όπως η MC2, διατηρούσαν επαφές με τον Έπσταϊν ακόμη και μετά την ομολογία ενοχής του το 2008, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις συζητούσαν οικονομικά ή οργανωτικά ζητήματα μαζί του ή με τον λογιστή του. Παράλληλα, emails καταγράφουν ότι ο Έπσταϊν προσκαλούνταν σε εκδηλώσεις μόδας και διατηρούσε κοινωνικές σχέσεις με παράγοντες του χώρου, γεγονός που ενίσχυε τη θέση του στη βιομηχανία.
Μετά τη δημοσιοποίηση των αρχείων, οι Αρχές σε διάφορες χώρες συνεχίζουν να εξετάζουν πιθανές ποινικές ευθύνες προσώπων που συνδέονται με το δίκτυο επαφών του Έπσταϊν.
Στο Παρίσι βρίσκεται σε εξέλιξη σχετική έρευνα, ενώ πρώην μοντέλα έχουν καταθέσει για υποθέσεις που σχετίζονται με recruiters και πρακτορεία.
Εκπρόσωποι οργανώσεων για τα δικαιώματα των μοντέλων υποστηρίζουν ότι η υπόθεση αναδεικνύει βαθύτερα προβλήματα στον χώρο της μόδας και ζητούν περαιτέρω έλεγχο των πρακτικών πρόσληψης και διαχείρισης νέων μοντέλων.
«Σε ορισμένες περιπτώσεις, η βιομηχανία μοντέλων λειτουργεί ως κάλυψη για εκμετάλλευση», ανέφερε η ακτιβίστρια Sara Ziff στο CNN.
Διαβάστε: "Κωδικός Έπσταΐν": Η μυστική σύσκεψη στον Λευκό Οίκο για τη διαχείριση του σκανδάλου
Όπως προκύπτει από τα αρχεία, η επικοινωνία γινόταν κυρίως μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων, στα οποία περιλαμβάνονταν πληροφορίες και συστάσεις για υποψήφιες μοντέλα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, σύμφωνα με το δημοσίευμα, υπήρχαν αναφορές σε ιδιαίτερα νεαρές γυναίκες, ενώ σε κάποια μηνύματα γινόταν λόγος ακόμη και για ανήλικες ή σχεδόν ενήλικες κοπέλες.
Η έρευνα υποστηρίζει ότι ο Έπσταϊν αξιοποιούσε το δίκτυο επαφών του στον χώρο του μόντελινγκ για να αποκτά πρόσβαση σε νεαρές γυναίκες, προσφέροντας οικονομική στήριξη, επαγγελματικές γνωριμίες και άλλες διευκολύνσεις.
Τα νέα στοιχεία έρχονται να προστεθούν στις πολυετείς έρευνες γύρω από τη δράση του Έπσταϊν και τις διασυνδέσεις του με πρόσωπα από διάφορους επαγγελματικούς και κοινωνικούς χώρους.
Σε ένα χαρακτηριστικό email, recruiter φέρεται να αναφέρει ότι «μπορεί να ετοιμάσει λίστα με κορίτσια», ενώ άλλοι περιέγραφαν νεαρές γυναίκες ως «έτοιμες να ταξιδέψουν» ή κατάλληλες για καριέρα στο μόντελινγκ. «Είναι ένα δώρο που είχα σχεδιάσει να σου προσφέρω», έγραφε ένας από τους recruiters για μία νεαρή κοπέλα. Σύμφωνα με τα έγγραφα, η πρακτική αυτή δεν ήταν μεμονωμένη.
Τα ίδια έγγραφα δείχνουν ότι ο Έπσταϊν είχε αναπτύξει παγκόσμιο δίκτυο επαφών με recruiters εκτός ΗΠΑ, τους οποίους σε αρκετές περιπτώσεις πλήρωνε απευθείας για την ανεύρεση μοντέλων. Σε κάποιες συναλλαγές καταγράφονται ποσά που χαρακτηρίζονται ως «δώρα» ή αμοιβές scouting (ανίχνευσης).
Μεταξύ των προσώπων που αναφέρονται, είναι ο Daniel Siad, recruiter με έδρα το Παρίσι, ο οποίος φέρεται να λάμβανε δεκάδες χιλιάδες δολάρια και να έστελνε φωτογραφίες νεαρών γυναικών στον Έπσταϊν, καθώς και να διοργάνωνε συναντήσεις και video calls.
Ο Siad αρνήθηκε ότι γνώριζε για οποιαδήποτε κακοποίηση, δηλώνοντας στο CNN ότι θεωρούσε τον Έπσταϊν «επαγγελματία» και ότι αντιλήφθηκε τη σοβαρότητα της κατάστασης πολύ αργότερα.
Νέες μαρτυρίες για τον ρόλο της MC2 στις δραστηριότητες του Τζέφρι Έπσταϊν
Σύμφωνα με τα έγγραφα, γύρω στο 2005 ο Τζέφρι Έπσταϊν παρείχε χρηματοδότηση στον Γάλλο ατζέντη Ζαν - Λικ Μπρουνέλ, ο οποίος στη συνέχεια ίδρυσε τη MC2 Model Management. Ο Μπρουνέλ είχε στο παρελθόν αντιμετωπίσει κατηγορίες για κακοποίηση μοντέλων, χωρίς τότε να έχει καταδικαστεί.Η MC2 παρουσιάστηκε ως boutique πρακτορείο υψηλής μόδας, όμως μαρτυρίες πρώην μοντέλων αναφέρουν ότι χρησιμοποιήθηκε και ως δίαυλος πρόσβασης του Έπσταϊν σε νεαρές γυναίκες.
Πρώην μοντέλα κατέθεσαν ότι στάλθηκαν σε συναντήσεις μαζί του ή εργάστηκαν υπό καθεστώς που, όπως υποστηρίζουν, δεν αφορούσε πραγματική καριέρα στο μόντελινγκ αλλά προσωπική εξυπηρέτηση του ίδιου.
Η Juliette Bryant, πρώην μοντέλο από τη Νότια Αφρική, δήλωσε στο CNN ότι ο Έπσταϊν της υποσχέθηκε καριέρα στο μόντελινγκ αλλά την εξαπάτησε και την κακοποίησε, χωρίς ποτέ να της προσφέρει επαγγελματικές ευκαιρίες.
Άλλο πρώην μοντέλο, η Svetlana Pozhidaeva, ανέφερε ότι μεταφέρθηκε στις ΗΠΑ με υποσχέσεις καριέρας, όμως τελικά κατέληξε να εργάζεται ως προσωπική βοηθός του Έπσταϊν, ενώ –όπως ισχυρίζεται– υπέστη κακοποίηση και περιορισμό επαγγελματικής ελευθερίας. Σύμφωνα με την ίδια, εταιρείες και μεσάζοντες συνέχιζαν να ανανεώνουν τη βίζα της, παρότι γνώριζαν ότι δεν εργαζόταν ως μοντέλο.
Τα έγγραφα δείχνουν επίσης ότι στελέχη πρακτορείων, όπως η MC2, διατηρούσαν επαφές με τον Έπσταϊν ακόμη και μετά την ομολογία ενοχής του το 2008, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις συζητούσαν οικονομικά ή οργανωτικά ζητήματα μαζί του ή με τον λογιστή του. Παράλληλα, emails καταγράφουν ότι ο Έπσταϊν προσκαλούνταν σε εκδηλώσεις μόδας και διατηρούσε κοινωνικές σχέσεις με παράγοντες του χώρου, γεγονός που ενίσχυε τη θέση του στη βιομηχανία.
Συνεχίζονται οι έρευνες για το δίκτυο επαφών του Έπσταϊν
Μετά τη δημοσιοποίηση των αρχείων, οι Αρχές σε διάφορες χώρες συνεχίζουν να εξετάζουν πιθανές ποινικές ευθύνες προσώπων που συνδέονται με το δίκτυο επαφών του Έπσταϊν.Στο Παρίσι βρίσκεται σε εξέλιξη σχετική έρευνα, ενώ πρώην μοντέλα έχουν καταθέσει για υποθέσεις που σχετίζονται με recruiters και πρακτορεία.
Εκπρόσωποι οργανώσεων για τα δικαιώματα των μοντέλων υποστηρίζουν ότι η υπόθεση αναδεικνύει βαθύτερα προβλήματα στον χώρο της μόδας και ζητούν περαιτέρω έλεγχο των πρακτικών πρόσληψης και διαχείρισης νέων μοντέλων.
«Σε ορισμένες περιπτώσεις, η βιομηχανία μοντέλων λειτουργεί ως κάλυψη για εκμετάλλευση», ανέφερε η ακτιβίστρια Sara Ziff στο CNN.
En