Ένα πρωτοφανές διπλωματικό θρίλερ εξελίχθηκε τα τελευταία εικοσιτετράωρα μεταξύ Ουάσινγκτον και Τελ Αβίβ. Αφορμή στάθηκαν οι έντονες φήμες στα ισραηλινά Μέσα ότι ο Μπενιαμίν Νετανιάχου είχε κλείσει επίσημο ραντεβού με τον Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο για τη Δευτέρα 20 Ιουλίου, μια συνάντηση, ωστόσο, που δεν είχε εγκριθεί ποτέ από την αμερικανική πλευρά. Σύμφωνα με αποκαλύψεις του δικτύου Axios, η ηγεσία του Λευκού Οίκου «πιάστηκε στον ύπνο» από τα δημοσιεύματα του ισραηλινού Τύπου. Τα ρεπορτάζ αυτά εμφάνιζαν τον Νετανιάχου έτοιμο να ταξιδέψει στις ΗΠΑ με αφορμή την κηδεία του Λίντσεϊ Γκράχαμ (η οποία τελικά μετατέθηκε για τα τέλη του μήνα), την ώρα που οι Αμερικανοί αξιωματούχοι ξεκαθάριζαν σε όλους τους τόνους πως δεν υπήρχε καμία απολύτως προγραμματισμένη επαφή στο επίσημο πρόγραμμα του Αμερικανού προέδρου.

Διαβάστε: Ο Νετανιάχου αναβάλλει την επίσκεψή του στις ΗΠΑ - Η κίνηση με φόντο τα F-35 και το μήνυμα του Τελ Αβίβ για Συρία, Λίβανο, Γάζα

Η εμπλοκή αυτή αποκτά βαρύνουσα σημασία, αν αναλογιστεί κανείς τα προνομιακά προνόμια πρόσβασης που απολάμβανε ο Ισραηλινός πρωθυπουργός από την ημέρα που ο Τραμπ επέστρεψε στην εξουσία. Μέχρι πρότινος, ο Νετανιάχου περνούσε το κατώφλι του Οβάλ Γραφείου συχνότερα από κάθε άλλον ξένο ηγέτη, με τις συναντήσεις τους να οριστικοποιούνται μέσα σε ελάχιστα 24ωρα.

Αυτή τη φορά, όμως, ο μηχανισμός «κόλλησε». Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός βρισκόταν σε ανοιχτή γραμμή με την Ουάσινγκτον για περισσότερες από δύο εβδομάδες, πιέζοντας για ένα νέο τετ-α-τετ, χωρίς ωστόσο να λάβει ποτέ το πράσινο φως που θεωρούσε δεδομένο.


Το παρασκήνιο της "χαμένης" συνάντησης Τραμπ - Νετανιάχου

Όλα ξεκίνησαν από ένα εθιμοτυπικό τηλεφώνημα, όταν ο Μπενιαμίν Νετανιάχου κάλεσε τον Ντόναλντ Τραμπ για να του ευχηθεί για την επέτειο της αμερικανικής ανεξαρτησίας. Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός εξέφρασε την επιθυμία να επισκεφθεί την Ουάσινγκτον. Όπως παραδέχτηκε αργότερα ο ίδιος ο Τραμπ στο Axios, άφησε τότε ανοιχτό το ενδεχόμενο για μια συνάντηση αμέσως μετά την επιστροφή του από τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Τουρκία.

Ωστόσο, οι μέρες περνούσαν και η αμερικανική πλευρά τηρούσε σιγή ιχθύος, χωρίς να εντάσσει το ραντεβού στο επίσημο πρόγραμμα του Λευκού Οίκου ούτε να προβαίνει σε ανακοινώσεις.

Εντός του Ισραήλ από την άλλη, το γραφείο του Νετανιάχου είχε ενημερώσει δημοσιογράφους εδώ και αρκετές ημέρες, ότι ο πρωθυπουργός σκόπευε να ταξιδέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες και να συναντηθεί με τον Τραμπ τη προσεχή Δευτέρα, ενώ είχε δοθεί εντολή στην ισραηλινή Πολεμική Αεροπορία να προετοιμάσει το κυβερνητικό αεροσκάφος και είχε σταλεί ομάδα ασφαλείας και πρωτοκόλλου στην Ουάσινγκτον.

Τελικά, το ταξίδι ακυρώθηκε με επίσημη αιτιολογία την αναβολή της κηδείας του πρώην γερουσιαστή Λίντσεϊ Γκράχαμ, στην οποία ο Νετανιάχου ήθελε να παραστεί.
Όμως πίσω από την επίσημη εξήγηση, στην Ουάσινγκτον βλέπουν μια βαθύτερη πολιτική κρίση στις σχέσεις των δύο ηγετών.


Το "αγκάθι" των τουρκικών F-35 και η οργή του Τραμπ

Ένα από τα βασικά σημεία που πυροδότησαν την ένταση ανάμεσα στις δύο πλευρές ήταν η δημόσια παρέμβαση του Μπενιαμίν Νετανιάχου για ένα εξαιρετικά ευαίσθητο ζήτημα: την πιθανότητα επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα των αμερικανικών μαχητικών F-35.

Λίγο πριν ο Ντόναλντ Τραμπ αναχωρήσει για τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός επέλεξε να τοποθετηθεί δημόσια μέσα από τη συχνότητα του Fox News. Με μια ξεκάθαρη τοποθέτηση, κάλεσε την Ουάσινγκτον να μην παραδώσει τα υπερσύγχρονα αεροπλάνα στην Άγκυρα.

Ο Νετανιάχου υποστήριξε ανοιχτά ότι η Τουρκία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν συνιστά απειλή για τη σταθερότητα της περιοχής, επικαλούμενος τις στενές σχέσεις της Άγκυρας με τη Χαμάς και τη Χεζμπολάχ, καθώς και τη γεωπολιτική της προσέγγιση με το Ιράν.

Η κίνηση αυτή, ωστόσο, γύρισε μπούμερανγκ. Σύμφωνα με πηγές που επικαλείται το Axios, ο Αμερικανός πρόεδρος έγινε έξω φρενών με την πρωτοβουλία του Νετανιάχου. Δύο αξιωματούχοι των ΗΠΑ μετέφεραν ότι ο Τραμπ ένιωσε βαθιά ενοχλημένος, θεωρώντας απαράδεκτο να παρεμβαίνει ο Ισραηλινός ηγέτης στην εξωτερική πολιτική της χώρας του και μάλιστα σε ό,τι αφορά τις σχέσεις της με έναν σύμμαχο-κλειδί του ΝΑΤΟ.

Το μήνυμα αυτό φρόντισε να το κάνει σαφές και ο ίδιος ο Τραμπ κατά την παρουσία του στην Τουρκία, όπου δήλωσε με νόημα ότι οι σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας παραμένουν σε εξαιρετικό επίπεδο, προσπερνώντας επιδεικτικά τις ανησυχίες που εξέφρασε το Τελ Αβίβ.


Ο Νετανιάχου χάνει έδαφος στην Ουάσινγκτον

Η εικόνα του Ισραηλινού πρωθυπουργού στην αμερικανική πρωτεύουσα έχει αλλάξει σημαντικά.
Παραδοσιακά ο Νετανιάχου θεωρούνταν ένας από τους πιο ισχυρούς ξένους πολιτικούς συνομιλητές στην Ουάσινγκτον. Ωστόσο, σήμερα αντιμετωπίζει επικρίσεις τόσο από τους Δημοκρατικούς όσο και από τμήματα του συντηρητικού στρατοπέδου που στηρίζει τον Τραμπ.

Ακόμη και στο εσωτερικό του ακροδεξιού κινήματος MAGA που αποτελεί ισχυρή πολιτική βάση υποστηρικτών του Τραμπ, υπάρχουν φωνές που θεωρούν ότι η αμερικανική εξωτερική πολιτική δεν πρέπει να καθορίζεται από τις προτεραιότητες και τα θέλω της ισραηλινής κυβέρνησης.

Παράλληλα, η συζήτηση στο Κογκρέσο για την αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς το Ισραήλ έχει γίνει πιο δύσκολη, με περισσότερους Δημοκρατικούς να εκφράζουν ανοιχτά διαφωνίες για την πολιτική Νετανιάχου, τόσο στη Γάζα και στον Λίβανο, όσο και στον πόλεμο με το Ιράν.


Το πολιτικό μήνυμα πίσω από τη "μη συνάντηση"

Η ματαίωση της συνάντησης δεν αποτελεί απλώς ένα οργανωτικό ζήτημα ή μια σύμπτωση του διπλωματικού προγράμματος.

Για πολλά χρόνια, μια πρόσκληση στο Οβάλ Γραφείο αποτελούσε για τον Μπενιαμίν Νετανιάχου την απόλυτη επιβεβαίωση της «ειδικής σχέσης» του με την αμερικανική ηγεσία. Ήταν ένα προνόμιο που εξασφάλιζε σχεδόν αυτόματα, όποτε το ζητούσε. Αυτή τη φορά, όμως, η στάση της Ουάσινγκτον έστειλε ένα ξεκάθαρο και διαφορετικό μήνυμα.

Η αμερικανική κυβέρνηση επέλεξε να μην κλείσει οριστικά την πόρτα στον Ισραηλινό πρωθυπουργό, αλλά απέφυγε επιδεικτικά να τρέξει για να του την ανοίξει. Σύμφωνα με διεθνείς αναλυτές, η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει ανάγλυφα μια νέα πραγματικότητα: Η στρατηγική συμμαχία ΗΠΑ - Ισραήλ παραμένει ισχυρή, όμως η προσωπική σχέση των δύο ηγετών δεν θεωρείται πλέον δεδομένη.