Σε νέα φάση εισέρχεται η εσωτερική κρίση στο αμερικανικό Πεντάγωνο μετά την απόφαση του υπουργού Στρατού Νταν Ντρίσκολ να αποχωρήσει από τη θέση του, έχοντας προηγουμένως μεταφέρει στον Ντόναλντ Τραμπ τις έντονες ανησυχίες του για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο Στρατός υπό τον Πιτ Χέγκσεθ. Η συνάντηση των δύο ανδρών στον Λευκό Οίκο, την περασμένη εβδομάδα, αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς, σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλείται το The Atlantic, ο Ντρίσκολ περιέγραψε στον Αμερικανό πρόεδρο τις εκτεταμένες αλλαγές στην ανώτατη στρατιωτική ηγεσία. Όπως φέρεται να του είπε, μεγάλος αριθμός στρατηγών και ανώτατων αξιωματικών έχει απομακρυνθεί, έχει οδηγηθεί σε παραίτηση ή έχει παρακαμφθεί στις διαδικασίες προαγωγής από τότε που ανέλαβε ο Χέγκσεθ.

Το βασικό επιχείρημα του Ντρίσκολ ήταν ότι η αποψίλωση της ανώτατης ηγεσίας δυσκολεύει τον ίδιο τον Στρατό να προχωρήσει στις αλλαγές που απαιτούνται για τον εκσυγχρονισμό και τη βελτίωση της επιχειρησιακής του ετοιμότητας. Η ενημέρωση αυτή φέρεται να προκάλεσε την ανησυχία του Τραμπ, ενώ ο Ντρίσκολ έκανε γνωστή στον πρόεδρο και την πρόθεσή του να εγκαταλείψει τη θέση του.

Αμερικανικό Πεντάγωνο: Ένα πρωτοφανές κενό στην ανώτατη διοίκηση

Η αποχώρηση του Ντρίσκολ έρχεται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία για τον αμερικανικό Στρατό. Ο μεγαλύτερος κλάδος των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων βρίσκεται πλέον χωρίς μόνιμο πολιτικό επικεφαλής, αλλά και χωρίς επικυρωμένο από τη Γερουσία ανώτατο στρατιωτικό διοικητή. Παράλληλα, παραμένουν κενές ή χωρίς μόνιμη ηγεσία και άλλες σημαντικές θέσεις, μεταξύ αυτών εκείνη του στρατηγού που είναι αρμόδιος για τις επιχειρήσεις του Στρατού και εκείνη του διοικητή των αμερικανικών χερσαίων δυνάμεων στην Ευρώπη.

Η εικόνα αυτή έχει διαμορφωθεί έπειτα από έναν χρόνο αλλεπάλληλων απομακρύνσεων. Ο αμερικανικός Στρατός, με περισσότερους από 450.000 εν ενεργεία στρατιώτες παγκοσμίως, διαθέτει σήμερα λιγότερους στρατηγούς από οποιαδήποτε άλλη περίοδο της πρόσφατης ιστορίας του.

Η εξέλιξη έχει προκαλέσει προβληματισμό ακόμη και στο εσωτερικό του υπουργείου Άμυνας. Πηγή που γνωρίζει τις συνθήκες της παραίτησης του Ντρίσκολ ανέφερε ότι ο ίδιος είχε προειδοποιήσει την κυβέρνηση πως οι προσπάθειες για τον μετασχηματισμό και την ενίσχυση της ετοιμότητας του Στρατού υπονομεύονταν από τις απομακρύνσεις των στρατηγών που είχαν την ευθύνη αυτών των διαδικασιών.

Από την πλευρά του Λευκού Οίκου, η εικόνα που δίνεται είναι σαφώς διαφορετική. Η εκπρόσωπος Άννα Κέλι χαρακτήρισε τον Ντρίσκολ ιδιαίτερα αποτελεσματικό και υποστήριξε ότι η θητεία του συνέβαλε στη βελτίωση της ετοιμότητας των στρατιωτών και στην προώθηση των προτεραιοτήτων της κυβέρνησης. Ο Χέγκσεθ, πάντως, δεν σχολίασε την απόφαση του Ντρίσκολ να παραιτηθεί.

Η ατζέντα Χέγκσεθ και οι αλλαγές στον Στρατό

Από την ανάληψη των καθηκόντων του στο Πεντάγωνο, στις αρχές του 2025, ο Χέγκσεθ έχει επιχειρήσει να αλλάξει σημαντικά τη φυσιογνωμία των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων.

Ο πρώην παρουσιαστής του Fox News είχε οικοδομήσει την πολιτική του παρουσία γύρω από την κριτική σε αυτό που χαρακτήριζε «woke» στρατό, ενώ τάχθηκε υπέρ μιας διαφορετικής προσέγγισης απέναντι σε στρατιωτικούς που είχαν κατηγορηθεί για εγκλήματα πολέμου.

Στην πράξη, η πολιτική του συνοδεύτηκε από αλλαγές στην ανώτατη στρατιωτική ηγεσία. Στρατηγοί που θεωρούνταν περισσότερο κοντά στις απόψεις του τοποθετήθηκαν σε θέσεις επιρροής, ενώ προαγωγές αξιωματικών μπλοκαρίστηκαν και περιορίστηκαν σημαντικά πρωτοβουλίες που σχετίζονταν με τη διαφορετικότητα.

Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με το The Atlantic, ήταν να αποδυναμωθεί η ηγετική δομή του Στρατού και να ενταθεί η αντιπαράθεση μεταξύ Χέγκσεθ και Ντρίσκολ. Δεκάδες στελέχη είδαν την καριέρα τους να τερματίζεται χωρίς να δίνονται σαφείς εξηγήσεις, ενώ τελικά στο επίκεντρο των εξελίξεων βρέθηκε και ο ίδιος ο υπουργός Στρατού.

Ο Ντρίσκολ ως αντίβαρο στον Χέγκσεθ

Η αποχώρηση του Ντρίσκολ αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω την επιρροή του Χέγκσεθ στο Πεντάγωνο και να περιορίσει τις εσωτερικές αντιστάσεις στην ατζέντα MAGA.

Ο Ντρίσκολ είχε στενή σχέση με τον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς, γεγονός που του έδινε απευθείας πρόσβαση στη Δυτική Πτέρυγα του Λευκού Οίκου. Για ένα διάστημα, αυτή η σχέση του επέτρεπε να λειτουργεί ως αντίβαρο στις επιλογές του Χέγκσεθ.

Η μεταξύ τους αντιπαράθεση, ωστόσο, φαίνεται ότι είχε ευρύτερες συνέπειες. Νυν και πρώην αξιωματούχοι του υπουργείου Άμυνας εκτιμούν ότι η σύγκρουση των δύο ανδρών συνέβαλε, έστω και έμμεσα, στην περαιτέρω διεύρυνση των απομακρύνσεων στους ανώτατους στρατιωτικούς βαθμούς.

Το ενδεχόμενο ο Ντρίσκολ να αντικατασταθεί από πρόσωπο ακόμη πιο κοντά στον Χέγκσεθ προκαλεί ήδη ανησυχία μεταξύ αξιωματούχων του Στρατού. Η προειδοποίηση που διατυπώνεται είναι ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να προκαλέσει συνέπειες που θα επηρεάσουν μια ολόκληρη γενιά στρατιωτικών.

Από τις κοινές αφετηρίες στη ρήξη

Η αντιπαράθεση μεταξύ Ντρίσκολ και Χέγκσεθ έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς οι δύο άνδρες ξεκίνησαν από αρκετά παρόμοιες αφετηρίες.

Ο Ντρίσκολ ανέλαβε καθήκοντα στο Πεντάγωνο τον Φεβρουάριο του 2025 και, όπως και ο Χέγκσεθ, είχε υπηρετήσει στον αμερικανικό στρατό κατά την περίοδο των πολέμων που ακολούθησαν την 11η Σεπτεμβρίου. Και οι δύο βρέθηκαν στο Ιράκ σε επίπεδο μονάδας λόχου, ενώ ο Χέγκσεθ είχε επίσης υπηρετήσει στο Αφγανιστάν ως μέλος της Εθνοφρουράς.

Μετά την αποχώρησή τους από την ενεργό στρατιωτική υπηρεσία, αμφότεροι επέκριναν τις αμερικανικές στρατιωτικές επεμβάσεις στο εξωτερικό και τις δομές των ενόπλων δυνάμεων. Ακολούθησαν, ωστόσο, διαφορετικές διαδρομές. Ο Χέγκσεθ φοίτησε στο Πρίνστον και το Χάρβαρντ, ενώ ο Ντρίσκολ σπούδασε στη Νομική Σχολή του Γέιλ, όπου γνωρίστηκε με τον Τζέι Ντι Βανς.

Κοινό σημείο αποτελεί επίσης η πολιτική τους φιλοδοξία: και οι δύο έχουν επιχειρήσει χωρίς επιτυχία να εκλεγούν σε πολιτικό αξίωμα, ενώ έχουν εξετάσει το ενδεχόμενο να επιστρέψουν στην ενεργό πολιτική.

Δύο διαφορετικές προσεγγίσεις

Η βασική διαφορά μεταξύ τους εντοπίζεται στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται την άσκηση εξουσίας.

Ο Χέγκσεθ έχει αναδειχθεί σε έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς εκφραστές της ατζέντας MAGA του Τραμπ. Έχει υπερασπιστεί δημόσια τις απομακρύνσεις στρατηγών που θεωρούσε «woke», έχει καλέσει στρατιωτικούς που διαφωνούν μαζί του να αποχωρήσουν και έχει συγκρουστεί επανειλημμένα με τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης.

Ο Ντρίσκολ, αντίθετα, παρότι στήριζε την κυβερνητική πολιτική, προτιμούσε περισσότερο συναινετικό τρόπο δράσης. Διατηρούσε επαφές με πολιτικούς και από τα δύο κόμματα, είχε καλές σχέσεις με τον Τύπο και επιδίωκε συνεργασίες με την τεχνολογική βιομηχανία, με στόχο να επιταχύνει τον τεχνολογικό και επιχειρησιακό μετασχηματισμό του Στρατού.

Η διαφορετική αυτή προσέγγιση τού επέτρεψε να αποκτήσει επιπλέον ρόλους στην κυβέρνηση, μεταξύ άλλων στη διοίκηση του ATF, αλλά και να αναλάβει αργότερα ρόλο άτυπου διαμεσολαβητή για τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Για τον Χέγκσεθ, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, οι κινήσεις αυτές δεν ήταν ευπρόσδεκτες.

Η μάχη για τον έλεγχο της στρατιωτικής ηγεσίας

Το μεγαλύτερο πεδίο σύγκρουσης μεταξύ των δύο ανδρών ήταν οι επιλογές για τις κορυφαίες θέσεις του Στρατού.

Ο Χέγκσεθ παρενέβη σε προαγωγές και τοποθετήσεις αξιωματικών, προκαλώντας σε αρκετές περιπτώσεις αντιδράσεις στο εσωτερικό του Πενταγώνου. Ο Ντρίσκολ, από την άλλη, είχε στηρίξει τον στρατηγό Ράντι Τζορτζ, αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού, το όνομα του οποίου είχε συμπεριληφθεί σε λίστα αξιωματικών που, σύμφωνα με τους συντάκτες της, θα έπρεπε να απομακρυνθούν λόγω ενεργειών που θεωρούνταν αντίθετες στην ατζέντα MAGA.

Η στήριξη του Ντρίσκολ φαίνεται πως καθυστέρησε την απομάκρυνση του Τζορτζ, όμως ο Χέγκσεθ τελικά τον απέλυσε τον Απρίλιο. Ακολούθησε, λίγους μήνες αργότερα, η αποχώρηση του τετράστερου στρατηγού Κρις Ντόναχιου, ο οποίος ήταν επικεφαλής των αμερικανικών χερσαίων δυνάμεων στην Ευρώπη και την Αφρική.

Έκτοτε, ο Στρατός δεν διαθέτει μόνιμο κορυφαίο στρατιωτικό διοικητή. Ο στρατηγός Κρίστοφερ ΛαΝίβ εκτελεί χρέη επικεφαλής, ενώ αξιωματούχοι του υπουργείου Άμυνας υποστηρίζουν ότι συχνά απευθυνόταν απευθείας στον Χέγκσεθ, παρακάμπτοντας τον Ντρίσκολ.

Ο Χέγκσεθ αναμένεται να προτείνει τον ΛαΝίβ για τη συγκεκριμένη θέση. Η επικύρωσή του από τη Γερουσία, ωστόσο, δεν θεωρείται δεδομένη, καθώς αρκετοί νομοθέτες εμφανίζονται ιδιαίτερα επικριτικοί απέναντι στις επιλογές του Χέγκσεθ στον Στρατό.

Φόβοι για κομματικοποίηση των ενόπλων δυνάμεων

Πέρα από τις αλλαγές στην ηγεσία, έντονος είναι και ο προβληματισμός για τον βαθμό στον οποίο η πολιτική αντιπαράθεση επηρεάζει πλέον τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις.

Ο Στρατός είχε επί δεκαετίες ως βασικό χαρακτηριστικό του την προσπάθεια να αντικατοπτρίζει την πολυμορφία της αμερικανικής κοινωνίας. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, υπό τον Χέγκσεθ γυναίκες και μέλη μειονοτικών ομάδων έχουν απομακρυνθεί ή έχουν βρεθεί εκτός διαδικασιών προαγωγής.

Παράλληλα, τίθενται ερωτήματα για το κατά πόσο η κομματική τοποθέτηση και η αντίληψη περί πολιτικής αφοσίωσης στην κυβέρνηση επηρεάζουν πλέον την αξιολόγηση των στρατιωτικών, πέρα από την επαγγελματική τους εμπειρία και τις επιχειρησιακές τους ικανότητες.

Ανάμεσα στους αξιωματικούς που απομακρύνθηκαν βρίσκονται έμπειροι και ιδιαίτερα παρασημοφορημένοι στρατηγοί. Η απώλεια τέτοιων στελεχών δεν σημαίνει μόνο την αποχώρηση ανθρώπων με πολυετή εμπειρία, αλλά και την απώλεια δεκαετιών επένδυσης στην εκπαίδευση και την εξέλιξή τους. Παράλληλα, δημιουργεί αβεβαιότητα για την πορεία ανέλιξης των νεότερων γενιών αξιωματικών.

Το πρόσωπο που μπορεί να διαδεχθεί τον Ντρίσκολ

Σε πρώτη φάση, τα καθήκοντα του Ντρίσκολ αναμένεται να αναλάβει προσωρινά ο υφυπουργός Στρατού Μάικλ Όμπανταλ.

Στο Πεντάγωνο, ωστόσο, υπάρχει ανησυχία για το ενδεχόμενο η κυβέρνηση να επιλέξει ως μόνιμο διάδοχο τον Σον Πάρνελ, εκπρόσωπο του υπουργείου Άμυνας και επίσης βετεράνο του Στρατού.

Ο Πάρνελ, ο οποίος στο παρελθόν είχε διεκδικήσει χωρίς επιτυχία έδρα στη Γερουσία για την Πενσιλβάνια, θεωρείται πολιτικά πιο κοντά στον Χέγκσεθ και συμμερίζεται το συγκρουσιακό ύφος του, καθώς και το ενδιαφέρον του για ζητήματα που αφορούν τον πολιτισμό και το προσωπικό των ενόπλων δυνάμεων.

Το γεγονός ότι δεν διαθέτει προηγούμενη εμπειρία στη διοίκηση ενός τόσο μεγάλου οργανισμού θα μπορούσε να αποτελέσει ένα ακόμη εμπόδιο. Σε κάθε περίπτωση, η διαδικασία επικύρωσής του από τη Γερουσία αναμένεται να είναι δύσκολη και ιδιαίτερα πολιτικοποιημένη.