Νέες πληροφορίες έγιναν γνωστές αναφορικά με την υπόθεση του θανάτου του Νίκολας Μπράντραμ, εγγονού της πριγκίπισσας Αικατερίνης, ο οποίος αυτοκτόνησε μερικούς μήνες μετά τη σύλληψή του για την επίθεση σε γυναίκα στη γέφυρα του Πάτνεϊ πριν από εννέα χρόνια. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με όσα ανέφεραν οι αδερφές του, ο Μπράντραμ φέρεται να είχε προσφερθεί να πληρώσει ο ίδιος για ιδιωτικό τεστ DNA προκειμένου να αποδείξει την αθωότητά του.


Νίκολας Μπράντραμ: Τι ανέφεραν οι αδερφές του εγγονού της πριγκίπισσας Αικατερίνης

Η οικογένεια του 40χρονου πρώην τραπεζίτη υποστηρίζει ότι η Μητροπολιτική Αστυνομία του Λονδίνου τον αδίκησε όσον αφορά τον τρόπο που χειρίστηκε την έρευνα για την υπόθεση του «Putney pusher», ενώ χαρακτήρισε τη στάση των Αρχών «αμελή» και «απερίσκεπτη».

Ο Μπράντραμ συνελήφθη τον περασμένο Ιούνιο, περισσότερα από εννέα χρόνια μετά το περιστατικό στη γέφυρα Πάτνεϊ, όταν ένας άνδρας έσπρωξε μια γυναίκα που έκανε τζόκινγκ, με αποτέλεσμα εκείνη να πέσει με το κεφάλι στον δρόμο, μπροστά από διερχόμενο λεωφορείο. Μετά τη σύλληψή του αφέθηκε ελεύθερος υπό διερεύνηση, ωστόσο το όνομά του αναφέρθηκε σε δημοσιεύματα των μέσων ενημέρωσης.


Η αυτοκτονία

Ο ίδιος βρέθηκε νεκρός την περασμένη Τρίτη μέσα σε ακίνητο στο Τσίσγουικ του δυτικού Λονδίνου, το οποίο πιστεύεται ότι ήταν η κατοικία του, με την οικογένειά του να ανακοινώνει στη συνέχεια ότι επρόκειτο για αυτοκτονία. Μιλώντας στην εκπομπή Today του BBC Radio 4, οι αδελφές του Αλέξια Χικς και Σόφι Βόλκερ υποστήριξαν ότι ο αδελφός τους δεν προστατεύτηκε επαρκώς από το σύστημα, καθώς, όπως είπαν, είχε εμπιστευτεί την αστυνομία για να αποδείξει την αθωότητά του.


Πού βασίστηκε η αρχική σύλληψη

Όπως ανέφεραν, η αρχική σύλληψη βασίστηκε σε μαρτυρία σύμφωνα με την οποία ο Μπράντραμ έμοιαζε με τον δράστη της επίθεσης. «Ο αδελφός μου ξύπνησε ένα πρωί με μεγάλο αριθμό αστυνομικών, οι οποίοι φορούσαν αλεξίσφαιρα γιλέκα, ενώ υπήρχε και συνεργείο μέσου ενημέρωσης έξω από την πόρτα», δήλωσε η Σόφι Βόλκερ. «Τον πήραν για ανάκριση και αφέθηκε ελεύθερος την ίδια ημέρα. Από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε η αναστάτωση», πρόσθεσε.


Η πλευρά της οικογένειας του Μπράντραμ

Οι αδελφές του υποστήριξαν ότι η διαρροή πληροφοριών προς τα μέσα ενημέρωσης, με στοιχεία που μπορούσαν να τον ταυτοποιήσουν, είχε ως αποτέλεσμα να στοχοποιηθεί στα κοινωνικά δίκτυα και να θεωρηθεί ένοχος, παρότι δεν είχε ασκηθεί καμία δίωξη εις βάρος του. Σύμφωνα με την οικογένεια, οι διαρροές αυτές επηρέασαν την έρευνα και εμπόδισαν την αστυνομία να πραγματοποιήσει διαδικασία αναγνώρισης υπόπτου.

Οι αδελφές του Μπράντραμ ανέφεραν ότι η οικογένεια είχε προσκομίσει στοιχεία που, όπως υποστηρίζουν, έδειχναν ότι «δεν υπήρχε απολύτως τίποτα» που να τον συνδέει με την επίθεση. Υποστήριξαν επίσης ότι η ψυχολογική του κατάσταση επιδεινώθηκε όσο συνεχιζόταν η αστυνομική έρευνα και ότι «κάθε ημέρα γινόταν όλο και πιο δύσκολη». Σύμφωνα με τις ίδιες, η αστυνομία αρχικά είχε ενημερώσει τον Μπράντραμ ότι περίμενε σύντομα τα αποτελέσματα από το τεστ DNA για το οποίο είχε δώσει δείγμα οικειοθελώς.

Ωστόσο, λίγες ημέρες πριν από τον θάνατό του, φέρεται να ενημερώθηκε ότι οι Αρχές δεν μπορούσαν πλέον να δώσουν συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για την ολοκλήρωση της εξέτασης. Οι δικηγόροι του, σύμφωνα με την οικογένεια, είχαν προτείνει να πραγματοποιηθεί ιδιωτικά η εξέταση DNA ώστε να επιταχυνθεί η διαδικασία.

«Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί υπήρχε τόση βιασύνη για να συλληφθεί και να εμφανιστεί η υπόθεση στον Τύπο, αλλά όχι η ίδια βιασύνη για να καθαρίσει το όνομά του», ανέφεραν οι αδελφές του. Η Μητροπολιτική Αστυνομία ανακοίνωσε ότι η έρευνα για την υπόθεση παραμένει σε εξέλιξη και ότι έχει παραπέμψει την υπόθεση στην ανεξάρτητη εποπτική αρχή της αστυνομίας σχετικά με την επαφή που είχε με τον Μπράντραμ πριν από τον θάνατό του.


Τα συλλυπητήρια του Νταν Νόουλς

Ο επικεφαλής επιθεωρητής Νταν Νόουλς εξέφρασε τα συλλυπητήρια της αστυνομίας στην οικογένεια, αναγνωρίζοντας, όπως είπε, «την ψυχολογική πίεση που μπορεί να προκαλέσει μια αστυνομική έρευνα στα άτομα και στις οικογένειές τους». Παράλληλα σημείωσε ότι οι έρευνες αυτού του τύπου, ιδιαίτερα όταν περιλαμβάνουν σύνθετα αποδεικτικά και ιατροδικαστικά στοιχεία, μπορεί να διαρκέσουν αρκετούς μήνες.