Σε μια προσπάθεια να βάλει «φρένο» στην άνοδο των τιμών του ντίζελ, η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ ζητεί από τις ευρωπαϊκές χώρες να ρίξουν στην αγορά περισσότερα από 120 εκατομμύρια βαρέλια από τα στρατηγικά τους αποθέματα μέσα στους επόμενους έξι μήνες. Η ποσότητα αντιστοιχεί σε πάνω από το ένα τρίτο των συνολικών αποθεμάτων ντίζελ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat. Η πρόταση κατατέθηκε από τον υπουργό Ενέργειας των ΗΠΑ, Κρις Ράιτ, και παρουσιάστηκε ως εναλλακτική στην απειλή του Τραμπ να επιβάλει γενικευμένη απαγόρευση στις εξαγωγές ντίζελ από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Kαύσιμα: Η εναλλακτική στην απαγόρευση εξαγωγών ντίζελ

Η αμερικανική κυβέρνηση αναζητεί τρόπους να αυξήσει την παγκόσμια προσφορά ντίζελ και να περιορίσει την άνοδο των τιμών, χωρίς να προχωρήσει σε ένα μέτρο που θα μπορούσε να έχει σημαντικές επιπτώσεις στις διεθνείς αγορές πετρελαϊκών προϊόντων.

Ο Ράιτ, όπως και η αμερικανική πετρελαϊκή και βιομηχανία φυσικού αερίου, τάσσεται κατά μιας απαγόρευσης των εξαγωγών ντίζελ, ενός από τα προϊόντα πετρελαίου με τη μεγαλύτερη ζήτηση διεθνώς. Η πρόταση προς την Ευρώπη εκτιμάται ότι αποτελεί προσπάθεια να βρεθεί μια εναλλακτική λύση σε ένα τόσο δραστικό μέτρο.

Σύμφωνα με Ευρωπαίο αξιωματούχο που γνωρίζει τις συζητήσεις, η Ουάσινγκτον προσέγγισε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες με στόχο μια συντονισμένη αποδέσμευση αποθεμάτων. Ένα μεγάλο κράτος-μέλος της ΕΕ φέρεται, μάλιστα, να προσεγγίστηκε απευθείας στις ΗΠΑ την περασμένη εβδομάδα.

«Ήταν πολύ υποθετικό: "Τι θα λέγατε εάν η Ευρώπη απελευθέρωνε μέρος των αποθεμάτων της, ώστε να μειωθούν οι τιμές και να αυξηθεί η προσφορά;"», ανέφερε ο αξιωματούχος.

Όπως πρόσθεσε, μια τέτοια κίνηση «θα μπορούσε επίσης να βοηθήσει την κυβέρνησή μας να μη συνεχίσει τη συζήτηση για την απαγόρευση των εξαγωγών».

Η Γερμανία επιβεβαιώνει τις επαφές

Γερμανός κυβερνητικός αξιωματούχος επιβεβαίωσε την Πέμπτη ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ήδη επικοινωνήσει με το Βερολίνο για το ζήτημα. Παράλληλα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απέφυγε να επιβεβαιώσει εάν έχει λάβει επίσημα το αμερικανικό αίτημα.

Η εκπρόσωπος της Κομισιόν, Άνα-Καΐσα Ιτκόνεν, δήλωσε την Πέμπτη ότι οποιαδήποτε απόφαση για αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων θα πρέπει να ληφθεί μέσω του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA), του οργανισμού με έδρα το Παρίσι, που συντονίζει την ενεργειακή πολιτική των ανεπτυγμένων οικονομιών και είχε εποπτεύσει προηγούμενη αποδέσμευση αποθεμάτων νωρίτερα φέτος.

Η ίδια ανέφερε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή βρίσκεται σε στενή επαφή τόσο με τα κράτη-μέλη όσο και με την Ουάσινγκτον.

Τα μεγαλύτερα αποθέματα ντίζελ στην ΕΕ διαθέτουν η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία και η Πολωνία.

Ο Τραμπ δεν αποκλείει το εμπάργκο στις εξαγωγές

Την ίδια ώρα, ο Ντόναλντ Τραμπ επιβεβαίωσε ότι η απαγόρευση των εξαγωγών ντίζελ από τις ΗΠΑ εξακολουθεί να βρίσκεται στο τραπέζι.

«Το σκέφτομαι», δήλωσε την Τετάρτη σε εκδήλωση στο Οβάλ Γραφείο, όταν ρωτήθηκε για το ενδεχόμενο επιβολής περιορισμών στις εξαγωγές.

Ο Αμερικανός πρόεδρος ανέφερε ότι συζητεί το ζήτημα συχνά με τον υπουργό Ενέργειας, Κρις Ράιτ, και τον υπουργό Εσωτερικών, Νταγκ Μπέργκαμ, σημειώνοντας ότι εκτιμούν πως ένας περιορισμός των εξαγωγών θα μπορούσε να συμβάλει στη μείωση της τιμής του ντίζελ.

Παράλληλα, ωστόσο, αναγνώρισε ότι ένα τέτοιο μέτρο θα μπορούσε να αυξήσει τις τιμές άλλων καυσίμων, όπως η βενζίνη.

«Είναι κάτι που σκεφτόμαστε και συζητάμε κάθε μέρα», είπε ο Τραμπ, προσθέτοντας ότι η απαγόρευση θα μπορούσε να έχει αρνητικές επιπτώσεις στη βενζίνη, η τιμή της οποίας θα αυξανόταν, ενώ η τιμή του ντίζελ θα υποχωρούσε.

Ο Κρις Ράιτ, ο οποίος βρισκόταν μαζί με τον Τραμπ στο Οβάλ Γραφείο, προανήγγειλε ότι η αμερικανική κυβέρνηση θα ανακοινώσει σύντομα μέτρα για τη μείωση των τιμών του ντίζελ.

«Θα ακούσετε ανακοινώσεις από τους φίλους μας στην Ευρώπη σχετικά με νέες ποσότητες ντίζελ που θα διοχετευθούν στην αγορά και θα οδηγήσουν σε σημαντική μείωση των τιμών», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Η πρόταση της Ουάσινγκτον μεταφέρει πλέον μέρος της πίεσης στην Ευρώπη, η οποία καλείται να αποφασίσει εάν θα αποδεσμεύσει σημαντικό μέρος των στρατηγικών της αποθεμάτων, την ώρα που η αμερικανική κυβέρνηση εξετάζει παράλληλα τους δικούς της περιορισμούς στις εξαγωγές.