Όλο και πιο πιθανό φαντάζει το ενδεχόμενο να υπάρξει μεγάλη υβριδική επίθεση της Ρωσίας κατά μεγάλων χωρών της ΕΕ, σύμφωνα με όσα ανέφεραν στο Politico πέντε διπλωμάτες και αξιωματούχοι της ΕΕ. Οι σχετικές συζητήσεις πραγματοποιούνται τις τελευταίες εβδομάδες μεταξύ των πρεσβευτών των 27 κρατών-μελών της ΕΕ, οι οποίοι συνεδριάζουν σε «περιορισμένη σύνθεση», χωρίς τηλέφωνα και βοηθούς, προκειμένου να μπορούν να συζητούν με μεγαλύτερη ελευθερία ευαίσθητα ζητήματα ασφαλείας.


Διαβάστε: Ερντογάν: Τηλεφώνησε στον Πούτιν για τα γενέθλιά του - Συζήτησαν για την Ουκρανία


Οι συζητήσεις εντάθηκαν μετά τον εντοπισμό, τον περασμένο Αύγουστο, ενός drone φορτωμένου με εκρηκτικά στο αεροδρόμιο της Λειψίας. Και ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εδώ και χρόνια αναπτύξει τη λεγόμενη «υβριδική εργαλειοθήκη» για τον συντονισμό της αντίδρασης σε κυβερνοεπιθέσεις, εκλογικές παρεμβάσεις και πράξεις δολιοφθοράς, το ενδιαφέρον των ευρωπαϊκών πρωτευουσών στρέφεται πλέον σε ένα πολύ σοβαρότερο ενδεχόμενο: μια επίθεση μεγάλης κλίμακας με ανθρώπινες απώλειες. Σύμφωνα με δύο διπλωμάτες, μάλιστα, συνάντηση των πρεσβευτών της ΕΕ την περασμένη Τετάρτη επικεντρώθηκε ειδικά σε τέτοια σενάρια.


Τι αναφέρει το
Politico για το ενδεχόμενο υβριδικής επίθεσης από τη Ρωσία σε χώρες της ΕΕ

«Οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες αντιμετωπίζουν έναν αυξανόμενο αριθμό απειλών», δήλωσε στο Politico ο επίτροπος Δικαιοσύνης Μάικλ ΜακΓκράθ. Όπως ανέφερε, η Ε.Ε. ενισχύει την ικανότητά της να προβλέπει και να εντοπίζει απειλές, να βελτιώνει την έγκαιρη προειδοποίηση και να διασφαλίζει ότι η Ευρώπη μπορεί να αντιδρά γρήγορα και συλλογικά όταν δοκιμάζεται η δημοκρατική της ανθεκτικότητα.


Πού επικεντρώνονται οι συζητήσεις

Από την πλευρά του, Ευρωπαίος αξιωματούχος ανέφερε ότι οι συζητήσεις μεταξύ διπλωματών και υπουργών επικεντρώνονται στην ανάπτυξη ομάδων αντιμετώπισης έκτακτων καταστάσεων, στην αποδέσμευση ευρωπαϊκών κονδυλίων για τη στήριξη του κράτους που θα πληγεί, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να επικοινωνήσουν οι επικεφαλής των ευρωπαϊκών θεσμών σε μια τέτοια κρίση. «Πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για κάτι σοβαρό», δήλωσε ανώτερος Ευρωπαίος διπλωμάτης. «Δυστυχώς, η Λειψία μας έδειξε ότι ένα πολύ σοβαρό περιστατικό, κάτι που προκαλεί πολλά θύματα, δεν είναι εκτός πραγματικότητας».


Η εκστρατεία της Μόσχας

Ακόμη πιο ανησυχητική ήταν η εκτίμηση δεύτερου αξιωματούχου: «Δεδομένης της έκτασης και της κλίμακας της ρωσικής δράσης, αργά ή γρήγορα θα υπάρξουν θύματα. Είναι καθαρή τύχη που δεν έχουν υπάρξει ήδη». Από την έναρξη της πλήρους κλίμακας ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, η Ε.Ε. υποστηρίζει ότι η Μόσχα έχει εντείνει μια εκστρατεία κυβερνοεπιθέσεων, σαμποτάζ και άλλων μυστικών επιχειρήσεων σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Το ευρωπαϊκό πρόβλημα είναι ότι τα περιστατικά που μέχρι σήμερα αντιμετωπίζονταν ως μεμονωμένες «υβριδικές» ενέργειες αρχίζουν να αποκτούν μεγαλύτερη ένταση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, πιο άμεσο και δυνητικά θανατηφόρο χαρακτήρα.

Την Τρίτη, αρκετοί ναυτικοί αγνοούνταν μετά τη βύθιση εμπορικού πλοίου από drones στη Μαύρη Θάλασσα, σύμφωνα με Βούλγαρους αξιωματούχους. Είχε προηγηθεί η ύποπτη πυρκαγιά σε πολωνικό σταθμό επίγειας σύνδεσης που διαχειρίζεται τις επικοινωνίες Starlink, την οποία η Βαρσοβία χαρακτήρισε σαμποτάζ, καθώς και σχέδιο τοποθέτησης εμπρηστικών μηχανισμών σε εμπορικούς κόμβους μεταφορών στην Ε.Ε. και το Ηνωμένο Βασίλειο. Παράλληλα, συνεχίζονται οι παραβιάσεις του ευρωπαϊκού εναέριου χώρου.

«Είναι αρκετά προφανές ότι όταν η Ρωσία χρησιμοποιεί όλο και πιο θανατηφόρα μέσα για να δοκιμάσει την ετοιμότητά μας και την προθυμία μας να λάβουμε αντίμετρα, κάποια στιγμή θα υπάρξουν θύματα», δήλωσε η Τέιγια Τιλιικάινεν, διευθύντρια του Ευρωπαϊκού Κέντρου Αριστείας για την Αντιμετώπιση Υβριδικών Απειλών. «Σε κάποιο σημείο, σκόπιμα ή ακούσια, αυτό συμβαίνει».


Διαφορετικό επίπεδο πίεσης για την Ευρώπη

Το ενδεχόμενο να σκοτωθούν πολίτες κρατών-μελών της ΕΕ ή άλλων συμμάχων σε μια επίθεση που θα μπορούσε να αποδοθεί στη Ρωσία δημιουργεί ένα πολύ διαφορετικό επίπεδο πίεσης για την Ευρώπη. Εάν μια υβριδική επίθεση προκαλέσει μαζικές απώλειες, η πολιτική πίεση για απάντηση αναμένεται να είναι εξαιρετικά ισχυρή τόσο προς την Ε.Ε. όσο και προς το ΝΑΤΟ. «Φοβόμαστε πολύ ότι κάποια στιγμή θα χαθούν ζωές σε κάποιον σύμμαχο», δήλωσε διπλωμάτης του ΝΑΤΟ. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, πρόσθεσε, η πίεση για ανάληψη δράσης θα είναι «πολύ υψηλή».


Πού υπάρχουν διαφωνίες

Το πρόβλημα είναι ότι η συζήτηση για τον τρόπο αντίδρασης αποκαλύπτει ταυτόχρονα και τις διαφωνίες μεταξύ των ευρωπαϊκών πρωτευουσών για τον ίδιο τον ρόλο της Ε.Ε. στα ζητήματα ασφαλείας. Ορισμένες χώρες ανησυχούν ότι η Ένωση κινείται σε έναν χώρο που παραδοσιακά ανήκει στο ΝΑΤΟ και ότι η δημιουργία νέων μηχανισμών μπορεί να οδηγήσει σε αλληλεπικάλυψη αρμοδιοτήτων.

«Υπάρχει κίνδυνος να δημιουργηθεί μεγάλη σύγχυση για τους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων σε όλα τα επίπεδα», δήλωσε η Οάνα Λουνγκέσκου, διακεκριμένη ερευνήτρια του RUSI και πρώην εκπρόσωπος Τύπου του ΝΑΤΟ. «Εάν υπάρξει σύγχυση ή αλληλεπικάλυψη, υπάρχει κίνδυνος να επιβραδυνθεί η διαδικασία λήψης αποφάσεων, κάτι που έχει συνέπειες, καθώς ο χρόνος είναι πάντα κρίσιμος».


Ζήτημα εμπιστευτικότητας

Στην εξίσωση προστίθεται και ένα ζήτημα εμπιστευτικότητας. Αρκετοί διπλωμάτες εκφράζουν αμφιβολίες για την ασφάλεια των επικοινωνιών εντός της Ε.Ε., αλλά και ανησυχίες ότι ευαίσθητες πληροφορίες που ανταλλάσσονται σε συναντήσεις των πρεσβευτών μπορεί να διαρρεύσουν.

Οι πληροφορίες ότι ο πρώην υπουργός Εξωτερικών της Ουγγαρίας μοιράστηκε το περιεχόμενο συνομιλιών σε επίπεδο ηγετών με τον Ρώσο ομόλογό του ενίσχυσαν αυτές τις ανησυχίες, οδηγώντας ορισμένες πρωτεύουσες να περιορίσουν την ανταλλαγή πραγματικά ευαίσθητων πληροφοριών στα πλαίσια του ΝΑΤΟ.

«Η κυβέρνησή μου είναι πολύ επιφυλακτική όσον αφορά την ανταλλαγή ευαίσθητων πληροφοριών στο Coreper ή ακόμη και στην αίθουσα των ηγετών», δήλωσε διπλωμάτης από κράτος της ανατολικής πτέρυγας. «Είτε καταλήγουν στα μέσα ενημέρωσης είτε πηγαίνουν κατευθείαν στη Μόσχα».


Η προσπάθεια της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν

Η αντιπαράθεση εκδηλώνεται την ώρα που η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν επιχειρεί να ενισχύσει τον ρόλο της ΕΕ στον τομέα της ασφάλειας. Στην τελευταία ομιλία της για την Κατάσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Στρασβούργο, η φον ντερ Λάιεν πρότεινε τη δημιουργία ενός «πρωτοκόλλου έκτακτης ανάγκης για την ασφάλεια», το οποίο θα βοηθούσε τα κράτη-μέλη να συντονίσουν την αντίδρασή τους σε ένα σενάριο όπως αυτό που εξετάζουν τώρα οι Ευρωπαίοι διπλωμάτες.

Η πρόταση αυτή, μαζί με την ιδέα για τη δημιουργία ενός «Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ασφαλείας», αναμένεται να περιληφθεί στην «Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφάλειας», η οποία, σύμφωνα με δύο διπλωμάτες, πρόκειται να παρουσιαστεί στις αρχές Νοεμβρίου.

Ορισμένες πρωτεύουσες, ωστόσο, αντιμετωπίζουν με επιφυλακτικότητα τις νέες πρωτοβουλίες. Το επιχείρημά τους είναι ότι η δημιουργία νέων σχημάτων θα απαιτούσε μήνες και θα μπορούσε τελικά να περιπλέξει αντί να βελτιώσει τη διαχείριση μιας κρίσης.


Μεγάλη επιφυλακτικότητα

«Είμαστε πολύ επιφυλακτικοί απέναντι στο πρωτόκολλο έκτακτης ανάγκης για την ασφάλεια», δήλωσε ανώτερος εθνικός διπλωμάτης. «Διαθέτουμε ήδη μηχανισμούς. Σε περίπτωση κρίσης, έχουμε την Ολοκληρωμένη Πολιτική Αντίδραση σε Κρίσεις (IPCR), η οποία λειτούργησε πολύ καλά κατά τη διάρκεια της πανδημίας και άλλων κρίσεων».

Η IPCR, που θεσπίστηκε στο πλαίσιο της Συνθήκης της Λισαβόνας, επιτρέπει στην εκάστοτε χώρα που ασκεί την εκ περιτροπής προεδρία της Ε.Ε., κατόπιν αιτήματος του κράτους που έχει πληγεί, να συγκαλεί έκτακτες συνεδριάσεις με τη συμμετοχή εμπειρογνωμόνων από το ΝΑΤΟ, τον ΟΗΕ ή άλλους διεθνείς οργανισμούς.

Σε περίπτωση μεγάλης υβριδικής επίθεσης, ωστόσο, η ευθύνη για την επιλογή της κατάλληλης αντίδρασης παραμένει στο κράτος που έχει πληγεί.

Η Γαλλία είχε ενεργοποιήσει το άρθρο 42.7 της Συνθήκης της Ε.Ε., τη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής, μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο Μπατακλάν το 2015. Πρόκειται για τη μοναδική μέχρι σήμερα περίπτωση κατά την οποία έχει ενεργοποιηθεί η συγκεκριμένη ρήτρα. Η κίνηση του Παρισιού δεν οδήγησε σε σημαντική επιχείρηση αμοιβαίας συνδρομής, πέραν του συντονισμού των ερευνών για την τρομοκρατία μεταξύ Γαλλίας και Βελγίου.


Η δυσκολία που θα αντιμετώπιζε η ΕΕ σε μια νέα κρίση

Το προηγούμενο αυτό καταδεικνύει και τη δυσκολία που θα αντιμετώπιζε η ΕΕ σε μια νέα κρίση, ιδιαίτερα εάν η επίθεση είχε χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να ενεργοποιήσουν ταυτόχρονα ευρωπαϊκούς και νατοϊκούς μηχανισμούς.

Για να περιοριστεί ο κίνδυνος σύγχυσης σε ένα περιστατικό με μαζικές απώλειες, η Λουνγκέσκου προτείνει έναν σαφή καταμερισμό αρμοδιοτήτων: το ΝΑΤΟ να αναλάβει την ανταλλαγή πληροφοριών και τη στρατιωτική αποτροπή και η Ε.Ε. να επικεντρωθεί στην αντιμετώπιση των συνεπειών σε επίπεδο πολιτών.

Για την Τιλιικάινεν, η προσπάθεια της Ε.Ε. να συντονίσει την ευρωπαϊκή αντίδραση στις υβριδικές απειλές είναι χρήσιμη, αλλά έχει σαφή όρια. Οι ευρωπαϊκοί μηχανισμοί, σημείωσε, δεν μπορούν να συγκριθούν με τα μέτρα ανθεκτικότητας που εφαρμόζονται σε εθνικό επίπεδο, όπως η φινλανδική προσέγγιση της «ολοκληρωμένης ασφάλειας».

Υπάρχει, τέλος, μια παράμετρος που καθιστά ακόμη δυσκολότερη την ευρωπαϊκή προσπάθεια συντονισμού: η Μόσχα δεν αντιμετωπίζει την ΕΕ και το ΝΑΤΟ ως δύο απολύτως διακριτούς χώρους. «Ειλικρινά, ο Πούτιν δεν ενδιαφέρεται αν οι αποφάσεις λαμβάνονται στο Coreper 2 ή στο NAC», δήλωσε η Λουνγκέσκου, αναφερόμενη στα όργανα λήψης αποφάσεων της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. «Δεν σκέφτεται έτσι η Μόσχα».