Το πολιτικό παράδοξο των ισραηλινών εκλογών είναι ότι ο Μπενιαμίν Νετανιάχου μπορεί να αναδειχθεί επικεφαλής του ισχυρότερου μπλοκ, χωρίς να διαθέτει τη δύναμη για να κυβερνήσει. Ο αντίπαλός του, Γκάντι Άιζενκοτ, μπορεί να επικαλείται την εντολή για αλλαγή, χωρίς να έχει εξασφαλίσει τις κοινοβουλευτικές προϋποθέσεις για να την υλοποιήσει. Αν κάτι προκύπτει από την καταμέτρηση, είναι ότι η κάλπη δεν έδωσε καθαρή λύση στην πολιτική κρίση του Ισραήλ. Αντίθετα, μετέφερε το επίκεντρο της αναμέτρησης από την εκλογική νύχτα στις δύσκολες διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Ο Νετανιάχου γνωρίζει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον πώς να επιβιώνει στις πολιτικές κρίσεις του Ισραήλ. Έχοντας συνδέσει το όνομά του με τη μακροβιότερη πρωθυπουργική παρουσία στην ιστορία της χώρας, έχει καλλιεργήσει την εικόνα του πολιτικού που μπορεί να ανατρέπει προβλέψεις, να ανασυνθέτει συμμαχίες και να επιστρέφει όταν οι αντίπαλοί του τον θεωρούν τελειωμένο.

Η πραγματική έκπληξη της αναμέτρησης ενδέχεται να βρίσκεται, πάντως, στον ρόλο των αραβικών κομμάτων. Με την κατανομή των εδρών να παραμένει υπό διαμόρφωση, οι δυνάμεις αυτές εμφανίζονται ικανές να επηρεάσουν καθοριστικά τις διαπραγματεύσεις για την επόμενη κυβέρνηση. Ο επικεφαλής της Κοινής Αραβικής Λίστας, Γιουσέφ Τζαμπαρέν, διεμήνυσε ότι το μπλοκ του είναι έτοιμο να συμβάλει στην απομάκρυνση της κυβέρνησης Νετανιάχου, προβάλλοντας ως εναλλακτική μια πραγματική και ισότιμη εβραϊοαραβική πολιτική συνεργασία. Το μήνυμά του δεν αφορά μόνο την κοινοβουλευτική αριθμητική. Αγγίζει έναν από τους βαθύτερους ιδεολογικούς και κοινωνικούς διχασμούς του Ισραήλ: ποιοι θεωρούνται ισότιμοι συμμέτοχοι στη διαμόρφωση της πολιτικής εξουσίας.

Με βάση τα στοιχεία που μεταδίδονται από τα ισραηλινά μέσα και την Εκλογική Επιτροπή, η εικόνα εξακολουθεί να διαμορφώνεται, καθώς απομένουν οι ψήφοι των διπλών φακέλων, κυρίως από στρατιωτικούς και άλλες κατηγορίες ψηφοφόρων. Οι ψήφοι αυτές εκτιμάται ότι ανέρχονται σε περίπου 600.000, δηλαδή κοντά στο 10% του συνόλου, και μπορούν να επηρεάσουν την τελική κατανομή των εδρών.

Στην τελευταία διαθέσιμη καταμέτρηση, το μπλοκ του Νετανιάχου κινείται στις 53 έδρες, εκείνο του Άιζενκοτ στις 48, ενώ τα αραβικά κόμματα συγκεντρώνουν 19 έδρες. Σε προηγούμενες ενημερώσεις, οι αριθμοί εμφανίζονταν διαφορετικοί, επιβεβαιώνοντας ότι η εικόνα δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί. Το κρίσιμο δεδομένο, ωστόσο, παραμένει αμετάβλητο: κανένα από τα δύο βασικά πολιτικά στρατόπεδα δεν βρίσκεται κοντά στην αυτοδύναμη πλειοψηφία των 61 εδρών στην Κνεσέτ.

Ο «μάγος» Νετανιάχου και τα όρια της πολιτικής επιβίωσης

Αυτήν τη φορά, η εικόνα που προέκυψε από τις πρώτες εκτιμήσεις δεν επιβεβαιώθηκε πλήρως στην κάλπη. Το Λικούντ και το δεξιό, υπερεθνικιστικό στρατόπεδο εμφανίζονται ισχυρότερα από όσο προέβλεπαν ορισμένες δημοσκοπικές προβολές. 

Ο Νετανιάχου, από την άλλη, μπορεί να διεκδικεί την πρωτοβουλία των κινήσεων, αλλά δεν διαθέτει ακόμη τους αριθμούς που θα του επέτρεπαν να μετατρέψει την πρωτιά σε κυβερνητική σταθερότητα.

Με άλλα λόγια, η πολιτική του ανθεκτικότητα δεν έχει μεταφραστεί αυτομάτως σε δυνατότητα διακυβέρνησης. Και σε ένα κοινοβουλευτικό σύστημα όπου οι συμμαχίες είναι καθοριστικές, η διαφορά ανάμεσα στην πρώτη θέση και στην εξουσία μπορεί να αποδειχθεί τεράστια.

Άιζενκοτ: Η υπόσχεση της αλλαγής και η δύσκολη αριθμητική

Για τον Γκάντι Άιζενκοτ, η πρόκληση είναι διαφορετική. Ο πρώην αρχηγός του ισραηλινού στρατού, ο οποίος εισήλθε στην κεντρική πολιτική σκηνή ως διεκδικητής της αλλαγής, επιχείρησε να μετατρέψει την εκλογική αναμέτρηση σε δημοψήφισμα για τη συνέχιση της πρωθυπουργίας Νετανιάχου.

Μετά τις πρώτες εκτιμήσεις, υποστήριξε ότι η κοινωνία επέλεξε την αλλαγή και ότι ο κυβερνητικός συνασπισμός έχει χάσει την εμπιστοσύνη των πολιτών. Δεσμεύτηκε, παράλληλα, να εργαστεί με τους πολιτικούς του συμμάχους για τον σχηματισμό μιας σταθερής κυβέρνησης, ικανής να αποκαταστήσει τη συνοχή μιας κοινωνίας που παραμένει βαθιά διχασμένη.

Το πρόβλημα είναι ότι η πολιτική δυναμική δεν αρκεί. Με τις δυνάμεις του να υπολείπονται του απαιτούμενου ορίου, ο Άιζενκοτ χρειάζεται περισσότερα από μια καλή εκλογική επίδοση: χρειάζεται μια ευρύτερη συμφωνία, η οποία θα γεφυρώσει ιδεολογικές διαφορές και θα εξασφαλίσει την ανοχή ή τη στήριξη κοινοβουλευτικών δυνάμεων πέρα από τον στενό πυρήνα της αντιπολίτευσης.

Και ακριβώς εδώ αρχίζει η πιο δύσκολη πλευρά της εξίσωσης. Η αλλαγή κυβέρνησης δεν εξαρτάται μόνο από το πόσοι ψηφοφόροι επιθυμούν να φύγει ο Νετανιάχου, αλλά και από το αν οι πολιτικοί αντίπαλοί του μπορούν να συμφωνήσουν στο ποιος θα κυβερνήσει στη θέση του και με ποιους όρους.

Το αραβικό χαρτί: Από την πολιτική περιθωριοποίηση στο κέντρο των εξελίξεων

Για τον Νετανιάχου, η συμμετοχή αραβικών κομμάτων σε μια κυβέρνηση που θα στηρίζεται από την αντιπολίτευση αποτελεί επιχείρημα κατά των αντιπάλων του, τους οποίους έχει κατηγορήσει ότι σχεδιάζουν μια επικίνδυνη πολιτική συμμαχία. Για άλλες δυνάμεις, όμως, η συνεργασία με τους Άραβες πολίτες του Ισραήλ και τους εκπροσώπους τους αποτελεί αυτονόητη προϋπόθεση μιας κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Ο Γιαΐρ Γκολάν κάλεσε την αντιπολίτευση να συνεργαστεί με τα αραβικά κόμματα. Ο Άιζενκοτ, ωστόσο, έχει στο παρελθόν αποκλείσει μια τέτοια προοπτική, γεγονός που αναδεικνύει το στρατηγικό αδιέξοδο του αντιπολιτευτικού στρατοπέδου. Για να ανατρέψει τον Νετανιάχου, ίσως χρειαστεί να επανεξετάσει κόκκινες γραμμές που μέχρι σήμερα θεωρούσε αδιαπραγμάτευτες.

Αυτό είναι το παράδοξο της εκλογικής αναμέτρησης: δυνάμεις που επί χρόνια αντιμετωπίζονταν ως πολιτικά ανεπιθύμητες μπορεί τώρα να αποδειχθούν απαραίτητες για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Δεν σημαίνει ότι θα συμμετάσχουν υποχρεωτικά σε αυτήν. Μπορούν, άλλωστε, να επιλέξουν μια συμφωνία κοινοβουλευτικής στήριξης ή ανοχής. Σημαίνει, όμως, ότι η πολιτική τους βαρύτητα ενδέχεται να υπερβεί κατά πολύ το ποσοστό τους στην κάλπη.

Η επόμενη μέρα δεν θα κριθεί μόνο στις κάλπες

Το πολιτικό σκηνικό θυμίζει, σε έναν βαθμό, την αναμέτρηση του 1996, όταν οι πρώτες εκτιμήσεις έδωσαν στους ψηφοφόρους την εντύπωση ότι ο Σιμόν Πέρες είχε επικρατήσει, προτού η τελική εικόνα αναδείξει νικητή τον Νετανιάχου. Η σύγκριση, βέβαια, έχει όρια, καθώς τότε οι πολίτες ψήφιζαν απευθείας και για τον πρωθυπουργό. Σήμερα, το κρίσιμο πεδίο είναι η σύνθεση της Κνεσέτ και η δυνατότητα συγκρότησης βιώσιμης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.

Αυτό που αναδεικνύεται τώρα είναι μια πολιτική μάχη με δύο διακριτά επίπεδα. Στο πρώτο, ο Νετανιάχου επιχειρεί να αξιοποιήσει την πρωτιά του για να διατηρήσει την εξουσία. Στο δεύτερο, ο Άιζενκοτ και οι αντίπαλοί του καλούνται να αποδείξουν ότι η επιθυμία για αλλαγή μπορεί να μετατραπεί σε συγκεκριμένη κυβερνητική πρόταση.

Κανείς δεν μπορεί ακόμη να θεωρεί δεδομένη την έκβαση. Η αριθμητική της Κνεσέτ θα καθορίσει τα περιθώρια, αλλά οι πολιτικές αποφάσεις θα κρίνουν το αποτέλεσμα. Θα επιλέξει η αντιπολίτευση μια ευρύτερη συνεργασία με τα αραβικά κόμματα, παρά τις ιδεολογικές και προσωπικές αντιστάσεις; Θα βρει ο Νετανιάχου νέους συμμάχους για να συμπληρώσει τις έδρες που του λείπουν; Ή θα οδηγηθεί το Ισραήλ σε έναν νέο κύκλο παρατεταμένης πολιτικής αβεβαιότητας;