Η Γιου Τινγκ, μεταφράστρια από την Κίνα που ζει στην Ελλάδα εδώ και 24 χρόνια με τον Έλληνα σύζυγό της, βγήκε από το σπίτι της στην Αρτέμιδα το πρωί της 20ης Μαΐου για να διεκπεραιώσει μία απλή υπόθεση στον δήμο. Λίγες ώρες αργότερα εξαφανίστηκε, αφήνοντας πίσω μόνο ερωτήματα και μία σειρά από στοιχεία που παραπέμπουν σε θρίλερ.

Αρτέμιδα: Οι κάμερες κατέγραψαν τις κινήσεις της μεταφράστριας που αγνοείται

Ο σύζυγός της, Βασίλης Καραβασίλης, μηχανικός σε ναυτιλιακή εταιρία που βρισκόταν σε επαγγελματικό ταξίδι στην Κίνα, περιγράφει στην κάμερα του «Τούνελ» τις τελευταίες κινήσεις της. «Η κάμερα την κατέγραψε την στιγμή που έφυγε από το σπίτι στις 09:55. Ήταν ντυμένη στα λευκά και κρατούσε μόνο το μικρό τσαντάκι της».

Όπως εξηγεί, η διαδρομή που ακολουθούσε ήταν συγκεκριμένη.

«Δεν οδηγούσε το αυτοκίνητο σχεδόν ποτέ. Συνήθως κατέβαινε με τα πόδια στην στάση για να πάρει το λεωφορείο 305 προς τα Σπάτα. Χρησιμοποιούσε πάντα τα μέσα μαζικής μεταφοράς».


Η γυναίκα πέρασε από τον δήμο για να παραλάβει κάποια έγγραφα που αφορούσαν το σπίτι τους και λίγη ώρα αργότερα τα έστειλε στον σύζυγό της.

«Μου έστειλε τη δήλωση του ΤΑΠ στις 11:10 μέσω εφαρμογής που χρησιμοποιούμε για να επικοινωνούμε. Αυτή ήταν η τελευταία επιβεβαιωμένη επαφή μαζί της».

Από εκείνο το σημείο και μετά ξεκινά το απόλυτο κενό. Ο Βασίλης Καραβασίλης μιλά και για τη ζωή που είχαν χτίσει μαζί.

«Γνωριστήκαμε στην Κίνα όταν εργαζόμουν εκεί. Ήρθε στην Ελλάδα το 2002 όταν παντρευτήκαμε και από τότε ζούμε εδώ».

"Άρχισα να φοβάμαι"

Η ανησυχία άρχισε να μεγαλώνει όταν οι καθημερινές τους επικοινωνίες διακόπηκαν ξαφνικά.

«Μιλούσαμε κάθε μέρα, είτε με μηνύματα είτε με βιντεοκλήσεις. Από τις 21 Μαΐου δεν είχα καμία επαφή. Στην αρχή πίστεψα ότι βρισκόταν κάπου χωρίς σήμα, αλλά όσο περνούσαν οι ημέρες άρχισα να φοβάμαι ότι κάτι δεν πάει καλά».

Αρχικά, ο αδελφός του πέρασε έξω από το σπίτι χωρίς να διαπιστώσει κάτι ανησυχητικό. Όταν όμως οι ημέρες περνούσαν και κανείς δεν μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί της, αποφάσισε να ξαναστείλει τον αδελφό του στο σπίτι και να μπει μέσα με δεύτερα κλειδιά.

«Όταν μπήκαν στο σπίτι στις 10 Ιουνίου, όλα ήταν στη θέση τους. Υπήρχε ένα τσάι που είχε μουχλιάσει πάνω στην κουζίνα, τα φώτα στα ενυδρεία ήταν αναμμένα και τα ρολά ανοιχτά. Όλα έδειχναν ότι είχε φύγει για λίγο και σκόπευε να επιστρέψει».

Τα προσωπικά της αντικείμενα παρέμεναν ανέγγιχτα.

«Τα ρούχα της, τα κοσμήματα, τα ρολόγια της, όλα ήταν εδώ. Δεν λείπει τίποτα».

Σήμερα, ο σύζυγός της αδυνατεί να δώσει εξήγηση.

«Δεν μπορώ να σκεφτώ τι έχει συμβεί. Δεν είχαμε διαφορές με κανέναν αλλά πλέον δεν αποκλείω και το χειρότερο σενάριο καθώς είναι πολλές οι μέρες της απουσίας. Αν ήταν ατύχημα, λογικά από τις βάσεις δεδομένων της Αστυνομίας θα έπρεπε να έχουμε κάποιο νέο».

Τι αποκαλύπτει ο σύζυγος της αγνοούμενης μεταφράστριας από την Κίνα, Γιου Τινγκ

Μιλώντας στο «Φως στο Τούνελ», ο Έλληνας σύζυγός της, λέει:

«Η σύζυγός μου είχε δύο κινητά τηλέφωνα. Στο ένα ήταν τοποθετημένη η κάρτα SIM που χρησιμοποιούσε καθημερινά, ενώ το δεύτερο λειτουργούσε ως εφεδρική συσκευή, πλήρως συνδεδεμένη με όλους τους λογαριασμούς της, ώστε να μπορεί να την χρησιμοποιήσει άμεσα σε περίπτωση που έχανε το βασικό της κινητό», αναφέρει ο σύζυγος Βασίλης Καραβασίλης.

Περιγράφει το θρίλερ που βίωσε όταν επιχείρησε να εντοπίσει τα ίχνη του κινητού της.

«Συνδέθηκα στον λογαριασμό της από τη δεύτερη συσκευή, όμως διαπίστωσα ότι το κινητό της παρέμενε συνεχώς ανενεργό, όπως και όλες οι εφαρμογές του. Λίγο πριν αναχωρήσω αεροπορικώς από την Κίνα, χρησιμοποίησα από τον υπολογιστή μου μία διαδικτυακή εφαρμογή η οποία απ’ όσο γνωρίζω έχει έδρα στο Χονγκ Κονγκ και πραγματοποιεί διαγνωστικούς ελέγχους για κινητές συσκευές. Καταχώρησα τον αριθμό του τηλεφώνου της και η εφαρμογή εμφάνισε το τελευταίο στίγμα της συσκευής, το οποίο αντιστοιχούσε στην περιοχή της Μυτιλήνης. Η σύζυγός μου δεν είχε καμία απολύτως σχέση με το συγκεκριμένο νησί. Το πιο ανησυχητικό όμως ήταν ένα άλλο στοιχείο της αναφοράς. Σύμφωνα με τα δεδομένα της εφαρμογής, το κινητό είχε παραμείνει για μεγάλο χρονικό διάστημα σε μία απομονωμένη περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας, σε ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο πρώην κτηνοτροφικής μονάδας. Μόλις είδα το σημείο, μου φάνηκε εξαιρετικά ύποπτο και ενημέρωσα αμέσως το αρμόδιο Αστυνομικό Τμήμα», λέει χαρακτηριστικά.

Όταν έλαβε τη συγκεκριμένη ενημέρωση από την εφαρμογή, αποφάσισε να μεταβεί ο ίδιος στο σημείο προκειμένου να διαπιστώσει τι ακριβώς υπήρχε εκεί.

«Το κτίριο βρίσκεται περίπου δύο χιλιόμετρα μακριά από τον επαρχιακό δρόμο. Για να φτάσει κανείς εκεί πρέπει να περπατήσει ή να διαθέτει όχημα 4×4. Όταν ανεβήκαμε στο σημείο νύχτα και χωρίς φακούς, διακρίναμε στην κορυφογραμμή μία ανθρώπινη φιγούρα. Φαινόταν να χρησιμοποιεί κινητό τηλέφωνο. Παρά τον φόβο μας, συνεχίσαμε προς το κτίριο. Διαπιστώσαμε ότι διέθετε τρεις μεταλλικές εισόδους με καινούργιες κλειδαριές, όλες ερμητικά κλειδωμένες, ενώ και τα παράθυρα ήταν κλειστά με μεταλλικά παντζούρια. Μόνο ένα παράθυρο ήταν ανοιχτό, αλλά προστατευόταν από σίτα. Φωτίζοντας το εσωτερικό με φακό, είδαμε μία παλαιού τύπου τηλεόραση, ένα ψυγείο, τρόφιμα, απορρυπαντικά, τρία κρεβάτια και διάφορα ρούχα. Ωστόσο, δεν μπόρεσα να εντοπίσω κάποιο αντικείμενο που να ανήκει ξεκάθαρα στη σύζυγό μου. Δεν γνωρίζαμε πώς να αντιδράσουμε. Ήταν σκοτεινά και φοβηθήκαμε, καθώς δεν ξέραμε ποιος μπορεί να βρισκόταν εκεί. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα περίεργο κτίριο. Δεν διαθέτει ηλεκτροδότηση, ύδρευση ή άλλες βασικές υποδομές, ενώ στον ίδιο χώρο υπήρχε και ένα θερμοκήπιο», καταλήγει.