Η πρόσφατη κήρυξη της Τήνου και της Αλοννήσου σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης λόγω λειψυδρίας, καθώς και η τρίμηνη παράταση του ίδιου καθεστώτος για το Μεγανήσι της Λευκάδας, έφερε ξανά στην επιφάνεια ένα πρόβλημα που οι ειδικοί προειδοποιούν εδώ και χρόνια ότι θα γίνει μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της χώρας. Την ώρα, δηλαδή, που εκατοντάδες χιλιάδες τουρίστες ετοιμάζονται να επισκεφτούν την Ελλάδα για τις καλοκαιρινές τους διακοπές, τρία άκρως τουριστικά νησιά δεν έχουν επάρκεια στο πολυτιμότερο αγαθό. Σημειώνεται πως σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης λόγω της δραματικής μείωσης των υδατικών τους αποθεμάτων, βρίσκονται ήδη η Αστυπάλαια, η Σύμη, η Πάτμος, η Λέρος, περιοχές της Κέρκυρας, καθώς και η Κάρπαθος.

Διαβάστε: Δήμαρχος Τήνου στο parapolitika.gr: Η κήρυξη του νησιού σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης λόγω λειψυδρίας αποτελεί ασπίδα και όχι πρόβλημα

Κι ενώ η συζήτηση συχνά επικεντρώνεται στην κλιματική αλλαγή και στις μειωμένες βροχοπτώσεις, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Η λειψυδρία δεν αφορά μόνο τα νησιά, ούτε είναι αποκλειστικά αποτέλεσμα της ανομβρίας. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο αναπτύχθηκαν περιοχές της χώρας, τη διαχείριση των δικτύων ύδρευσης, τις απώλειες νερού, τον κατακερματισμό των φορέων διαχείρισης και, τελικά, τη σχέση των Ελλήνων με έναν φυσικό πόρο που για δεκαετίες θεωρούνταν δεδομένος.

«Η λύση είναι σύνθετη, χωρίς βέβαια να είναι και πυρηνική φυσική», λέει στο parapolitika.gr ο Γενικός Γραμματέας Περιβάλλοντος και Υδάτων του Υπουργείου Περιβάλλντος και Ενέργειας, Πέτρος Βαρελίδης, σημειώνοντας ότι «απαιτείται αλλαγή νοοτροπίας στον τρόπο που διαχειριζόμαστε το νερό και τα δίκτυα».


Γιατί κηρύσσονται περιοχές σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης λόγω λειψυδρίας;

Η έκτακτη ανάγκη δεν σημαίνει απαραίτητα ότι μία περιοχή έχει μείνει χωρίς νερό. Όπως εξηγεί ο κ. Βαρελίδης, για να ληφθεί μια τέτοια απόφαση πρέπει να συντρέχουν συγκεκριμένες έκτακτες συνθήκες, πέρα από το μόνιμο πρόβλημα λειψυδρίας που μπορεί να αντιμετωπίζει μια περιοχή. Μπορεί να πρόκειται για γεωτρήσεις που σταμάτησαν να αποδίδουν, για παρατεταμένη ανομβρία ή για ξαφνική αδυναμία κάλυψης των αναγκών ενός οικισμού. Στις περισσότερες περιπτώσεις αρκεί να εμφανιστεί σοβαρό πρόβλημα σε τμήμα ενός νησιού και όχι στο σύνολό του. «Ένα νησί μπορεί να έχει δεκάδες διαφορετικά δίκτυα ύδρευσης. Αν κάποιο από αυτά αντιμετωπίσει σοβαρό πρόβλημα, αυτό μπορεί να οδηγήσει στην κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης, χωρίς να σημαίνει ότι ολόκληρο το νησί δεν έχει νερό», σημειώνει.

Για την Αλόννησο, σύμφωνα με τον ίδιο, η κατάσταση συνδέεται άμεσα με την έντονη ανομβρία των προηγούμενων δύο ετών, ενώ όσον αφορά την Τήνο, εκτός από τις καιρικές συνθήκες, σημαντικό ρόλο φαίνεται να διαδραματίζει και η συνεχώς αυξανόμενη ζήτηση που συνοδεύει την τουριστική ανάπτυξη.


Όταν η ανάπτυξη ξεπερνά τις δυνατότητες του τόπου

Τα τελευταία χρόνια αρκετά ελληνικά νησιά γνωρίζουν πρωτοφανή οικοδομική και τουριστική ανάπτυξη. Νέα ξενοδοχεία, βραχυχρόνιες μισθώσεις, πολυτελείς κατοικίες και βίλες με πισίνες αλλάζουν το τοπίο και δημιουργούν νέες οικονομικές ευκαιρίες. Παράλληλα, όμως, αυξάνουν κατακόρυφα τις ανάγκες σε νερό.
«Οι τοπικές κοινωνίες εύλογα θέλουν περισσότερα ξενοδοχεία, περισσότερες βίλες και περισσότερη ανάπτυξη. Το πρόβλημα δημιουργείται όταν η αύξηση της ζήτησης δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη αύξηση της δυνατότητας παροχής νερού», διευκρινίζει ο κ. Βαρελίδης.

Το ζήτημα των πισινών βρίσκεται συχνά στο επίκεντρο της συζήτησης. Ο Γενικός Γραμματέας επισημαίνει ότι η κατασκευή τους δεν γίνεται αυθαίρετα, καθώς απαιτείται βεβαίωση από τον δήμο ότι υπάρχει επάρκεια νερού. Έτσι, σε αρκετές περιπτώσεις οι τοπικές αρχές εγκρίνουν νέες παροχές, χωρίς να έχουν υπολογίσει επαρκώς τις πραγματικές δυνατότητες του δικτύου. Γι' αυτό ο κ. Βαρελίδης υποστηρίζει ότι θα πρέπει να ενθαρρυνθεί ακόμη και νομοθετικά η χρήση θαλασσινού νερού αντί γλυκού, όπου αυτό είναι τεχνικά εφικτό.

Οι αθέατες απώλειες των δικτύων

Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα είναι οι απώλειες νερού από παλαιωμένα δίκτυα. Ειδικότερα, σε αρκετές περιοχές σημαντικό ποσοστό του νερού χάνεται πριν φτάσει καν στον καταναλωτή λόγω διαρροών, βλαβών ή ελλιπούς συντήρησης. Το φαινόμενο είναι ιδιαίτερα έντονο σε μικρούς δήμους που διαθέτουν περιορισμένο προσωπικό και ελάχιστους οικονομικούς πόρους.

Ο κ. Βαρελίδης περιγράφει μια πραγματικότητα που συχνά παραμένει άγνωστη στους πολίτες: σε μικρά νησιά η διαχείριση της ύδρευσης μπορεί να βρίσκεται ουσιαστικά στα χέρια λίγων ανθρώπων. «Σε έναν μικρό δήμο μπορεί να υπάρχουν μόνο ο δήμαρχος και ένας υδραυλικός που καλούνται να αντιμετωπίσουν όλες τις απαιτήσεις των πολιτών, τις βλάβες, τις διαρροές και τις υποχρεώσεις που προβλέπει η νομοθεσία», λέει.


Ο κατακερματισμός που δυσκολεύει τις λύσεις

Σύμφωνα με τον κ. Βαρελίδη, ένα από τα βασικά προβλήματα είναι ο μεγάλος αριθμός φορέων που διαχειρίζονται το νερό στην Ελλάδα. Η κατάσταση αυτή προέκυψε για ιστορικούς και γεωγραφικούς λόγους, όμως σήμερα δημιουργεί δυσκολίες στον σχεδιασμό και στην εφαρμογή ενιαίας πολιτικής. Κάθε δήμος λειτουργεί ουσιαστικά ως ξεχωριστός πάροχος, με διαφορετικές δυνατότητες, διαφορετικά οικονομικά δεδομένα και διαφορετικό επίπεδο τεχνικής επάρκειας. Αυτό σημαίνει ότι περιοχές με παρόμοια προβλήματα συχνά αντιμετωπίζονται με διαφορετικό τρόπο, ενώ η υλοποίηση μεγάλων έργων γίνεται πιο αργή και πολύπλοκη.


Η αφαλάτωση και τα όριά της

Για πολλά νησιά η αφαλάτωση θεωρείται η προφανής λύση. Όμως, σύμφωνα με τον κ. Βαρελίδη, πρόκειται για μια επιλογή που έχει σημαντικό κόστος. Οι μονάδες αφαλάτωσης απαιτούν μεγάλες επενδύσεις, καταναλώνουν ενέργεια και συχνά καλούνται να καλύψουν ανάγκες που κορυφώνονται μόνο κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Με άλλα λόγια, πρόκειται για υποδομές που σε αρκετές περιπτώσεις λειτουργούν στο μέγιστο για δύο ή τρεις μήνες τον χρόνο και το υπόλοιπο διάστημα υποαξιοποιούνται. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι απαραίτητες. Σημαίνει όμως ότι δεν αρκούν από μόνες τους για να λύσουν το πρόβλημα.


Το νερό ως ανεξάντλητο αγαθό

Ίσως η πιο ενδιαφέρουσα παρατήρηση του Γενικού Γραμματέα αφορά τη νοοτροπία με την οποία αντιμετωπίζεται το νερό. Σε ορισμένες περιοχές, όπως λέει, η κατανάλωση παραμένει υπερβολικά υψηλή επειδή οι λογαριασμοί είτε δεν εκδίδονται συστηματικά είτε δεν εισπράττονται αποτελεσματικά. Όταν ένας πόρος δεν κοστολογείται σωστά, χάνει την αξία του στη συνείδηση των πολιτών. Το αποτέλεσμα είναι μεγαλύτερη σπατάλη, αυξημένες ανάγκες για έργα και τελικά υψηλότερο κόστος για το σύνολο των φορολογουμένων.


Η Ελλάδα μπροστά σε μια νέα πραγματικότητα

Η λειψυδρία δεν αποτελεί πλέον ένα έκτακτο φαινόμενο που αφορά μερικά άνυδρα νησιά του Αιγαίου. Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι οι πιέσεις στους υδατικούς πόρους θα εντείνονται τα επόμενα χρόνια, καθώς η κλιματική αλλαγή μεταβάλλει τα πρότυπα βροχοπτώσεων και οι ανάγκες αυξάνονται.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το ζητούμενο δεν είναι μόνο να βρεθούν νέες πηγές νερού, αλλά να περιοριστούν οι απώλειες, να σχεδιαστεί πιο ορθολογικά η ανάπτυξη και να αντιμετωπιστεί το νερό ως ένας πολύτιμος και πεπερασμένος πόρος. Γιατί, όπως παραδέχονται πλέον και οι αρμόδιοι φορείς, το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ότι η Ελλάδα δεν έχει νερό. Είναι ότι συχνά δεν το διαχειρίζεται σωστά.