Για τον καταστροφικό σεισμό των 7,4 Ρίχτερ που σημειώθηκε στην Κολομβία, αφήνοντας πίσω του τουλάχιστον 164 νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες και αγνοουμένους, μίλησε ο πρόεδρος του ΟΑΣΠ, Ευθύμιος Λέκκας, παραθέτοντας τις βασικές ομοιότητες, αλλά και τις διαφορές με τους διαδοχικούς φονικούς σεισμούς που έπληξαν τη Βενεζουέλα.
 
Διαβάστε: Σοκ από τον ισχυρότερο σεισμό του 21ου αιώνα στην Κολομβία: Μάχη με τον χρόνο, αγωνία για διάσωση παιδιών κάτω από τα συντρίμμια νοσοκομείου - Τουλάχιστον 164 οι νεκροί, ποια η διαφορά με τη Βενεζουέλα (Βίντεο)

Λέκκας: Τι κοινό έχουν οι σεισμοί σε Κολομβία και Βενεζουέλα 

Μιλώντας στο ΕΡΤnews ο Ευθύμιος Λέκκας, ο οποίος είχε βρεθεί ως μέλος ελληνικής αποστολής μαζί με το συνεργείο της ΕΡΤ, μεταξύ άλλων επεσήμανε ότι υπάρχουν κοινά στοιχεία με τη σεισμική δόνηση της Βενεζουέλας, τονίζοντας ότι «το αποτέλεσμα των δύο αυτών σεισμών ήταν το ίδιο, όχι τόσο ως προς τις διαστάσεις, αλλά ως προς την τρωτότητα των κατασκευών»: σοβαρές βλάβες σε ψηλά κτίρια που βρίσκονταν σε μεγάλη απόσταση από το επίκεντρο.

Όπως διευκρίνισε, «στη Βενεζουέλα ο σεισμός ήταν επιφανειακός, ενώ στην Κολομβία ήταν ένας σεισμός βάθους», με αποτέλεσμα η σεισμική ενέργεια να μεταδοθεί σε μεγάλες αποστάσεις και να επηρεάσει με ιδιαίτερο τρόπο τις κατασκευές. Και συμπλήρωσε: «Το επίκεντρο βρίσκεται κάτω από το Κάλι. Πρόκειται για δύο τελείως διαφορετικούς σεισμούς οι οποίοι είχαν το ίδιο αποτέλεσμα».

Όπως εξήγησε ο καθηγητής, στην Κολομβία το μεγάλο βάθος του σεισμού είχε ως αποτέλεσμα να απομειωθούν περισσότερο οι υψηλές συχνότητες της σεισμικής κίνησης, ενώ να επικρατήσουν μεγαλύτερες περίοδοι ταλάντωσης. «Έχουμε μία αργή ταλάντωση, η οποία ταλάντωση του εδάφους συμπίπτει με την ίδια ταλάντωση των κτιρίων», είπε χαρακτηριστικά. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τα ψηλά κτίρια, τα οποία έχουν επίσης μεγάλες ιδιοπεριόδους ταλάντωσης.

Ο Ευθύμιος Λέκκας ανέφερε στη συνέχεια: «Οι μεγάλες περίοδοι των σεισμικών κυμάτων συντονίζονται με τα ψηλά κτίρια που έχουν μεγάλες περιόδους», εξηγώντας ότι αυτός ο συντονισμός αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους για την εικόνα των καταρρεύσεων. Εξήγησε ότι η ιδιαιτερότητα είναι ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι ζημιές δεν ξεκινούν από την κορυφή του κτιρίου, αλλά από τα χαμηλότερα επίπεδα, επεκτείνονται στη συνέχεια στους υψηλότερους ορόφους και τελικά μπορεί να οδηγήσουν σε αστοχία του φέροντος οργανισμού και σε κατάρρευση ολόκληρου του κτιρίου.

Ο κ. Λέκκας διευκρίνισε ότι «οι βλάβες αρχίζουν από το ισόγειο, από την τοιχοποιία, τον πρώτο και δεύτερο όροφο και στη συνέχεια ακολουθεί κατάρρευση και ανατροπή ολόκληρων των κτιρίων. Είναι μία ιδιάζουσα περίπτωση, η οποία δεν αφήνει κανένα περιθώριο σε αυτούς που είναι μέσα στα κτίρια να διαφύγουν». Και ανέφερε στη συνέχεια: «Έχουμε αστοχίες στον φέροντα οργανισμό στους πρώτους ορόφους και στη συνέχεια έχουμε κατάρρευση και ανατροπή ολόκληρων των κτιρίων». Μάλιστα, τόνισε, πρόκειται για κτίρια που έχουν κατασκευαστεί με βάση αντισεισμικούς κανονισμούς και δεν είναι αυθαίρετες ή πρόχειρες κατασκευές. Η συγκεκριμένη μορφή κατάρρευσης δημιουργεί εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες για όσους βρίσκονται στο εσωτερικό, καθώς περιορίζονται δραματικά οι δυνατότητες διαφυγής και προστασίας.


Κατολισθήσεις και προβλήματα στο οδικό δίκτυο

Οι συνέπειες του σεισμού δεν περιορίστηκαν στις κτιριακές κατασκευές, με τον κ. Λέκκα να αναφέρεται και στις μεγάλες κατολισθήσεις που σημειώθηκαν στην περιοχή των Άνδεων, προκαλώντας προβλήματα και διακοπές στο οδικό δίκτυο. Ιδιαίτερα δύσκολη είναι η κατάσταση στους οδικούς άξονες που συνδέουν περιοχές όπως η Μανισάλες, η Περέιρα και το Κάλι, σε ένα ιδιαίτερα ορεινό και απαιτητικό γεωγραφικό περιβάλλον.

Σημαντικές ζημιές έχουν αναφερθεί και σε αεροδρόμια, γεγονός που δυσχεραίνει ακόμα περισσότερο την προσπάθεια μεταφοράς βοήθειας και συνεργείων στις πληγείσες περιοχές. Ο κ. Λέκκας έφερε ως παράδειγμα το αεροδρόμιο της Περέιρα, όπου υπέστη ζημιές η οροφή, αλλά και άλλα αεροδρόμια που αντιμετώπισαν προβλήματα.

"Οι ζημιές θα ήταν πολύ περισσότερες"

Τέλος, ο Ευθύμης Λέκκας έδωσε ιδιαίτερη βάση στο γεγονός ότι το μεγάλο εστιακό βάθος λειτούργησε ως ένας από τους παράγοντες που περιόρισαν τελικά την έκταση των καταστροφών. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «Δεν το συζητάμε, θα ήταν πάρα πολλές οι ζημιές», απαντώντας στο ερώτημα τι θα μπορούσε να είχε συμβεί εάν ο σεισμός είχε σημειωθεί σε πολύ μικρότερο βάθος.

Όπως εξήγησε, όταν ένας σεισμός εκδηλώνεται σε μεγάλο βάθος, ένα μέρος της ενέργειας απορροφάται κατά τη διαδρομή των σεισμικών κυμάτων μέσα από τα πετρώματα. Αντίθετα, ένας ισχυρός επιφανειακός σεισμός μπορεί να προκαλέσει πολύ μεγαλύτερες καταστροφές κοντά στην περιοχή του επικέντρου. Καταλήγοντας, ο κ. Λέκκας υπογράμμισε ότι κάθε σεισμός είναι διαφορετικός και ότι δεν μπορεί να αξιολογείται μόνο με βάση το μέγεθός του.