Στην εξάρθρωση δύο εγκληματικών οργανώσεων που δραστηριοποιούνταν συστηματικά στην αρχαιοκαπηλία, πραγματοποιώντας παράνομες έρευνες και λαθρανασκαφές με σκοπό τον εντοπισμό και την πώληση αρχαιοτήτων, προχώρησαν οι αστυνομικές Αρχές στη Βόρεια Ελλάδα. Ανάμεσα στους 11 συλληφθέντες βρίσκονται και τα ηγετικά μέλη των δύο οργανώσεων, με τον έναν από τους φερόμενους ως αρχηγούς να είναι εν ενεργεία στρατιωτικός.
Αρχαιοκαπηλία στη Βόρεια Ελλάδα: Η επιχείρηση σε έξι περιοχές
Η δράση των δύο κυκλωμάτων, που σύμφωνα με την αστυνομική έρευνα είχε ξεκινήσει τουλάχιστον από τον Σεπτέμβριο του 2025, αποκαλύφθηκε έπειτα από πολύμηνη έρευνα της Υποδιεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος Βορείου Ελλάδος. Τα μέλη τους φέρονται να χρησιμοποιούσαν εξειδικευμένο τεχνικό εξοπλισμό, να διατηρούσαν δίκτυο τοπικών συνεργατών και να επικοινωνούσαν με συνθηματικές λέξεις, προκειμένου να αποφεύγουν τον εντοπισμό τους.
Η ευρείας κλίμακας αστυνομική επιχείρηση πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη (8/10), με τη συμμετοχή 60 αστυνομικών, σε περιοχές της Κοζάνης, της Καβάλας, της Ξάνθης, της Δράμας, της Ροδόπης και του Έβρου. Συνολικά συνελήφθησαν δέκα Έλληνες και ένας αλλοδαπός, σε βάρος των οποίων σχηματίστηκε δικογραφία για εγκληματική οργάνωση και παραβάσεις της νομοθεσίας περί αρχαιοτήτων και όπλων, κατά περίπτωση.
Ο ρόλος του στρατιωτικού και το αρχείο με τους αρχαιολογικούς "στόχους"
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, οι δύο οργανώσεις λειτουργούσαν με παρόμοια μεθοδολογία, αλλά διέθεταν ξεχωριστή δομή και ιεραρχία.
Στην πρώτη οργάνωση, ο φερόμενος ως αρχηγός είχε αναλάβει τον κεντρικό επιχειρησιακό σχεδιασμό. Συγκέντρωνε πληροφορίες, επέλεγε τις περιοχές στις οποίες θα πραγματοποιούνταν οι παράνομες έρευνες, οργάνωνε τον απαραίτητο εξοπλισμό και καθόριζε τα μέτρα προφύλαξης. Παράλληλα φέρεται να ήταν υπεύθυνος για τη διανομή των παράνομων εσόδων.
Ο ίδιος, σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., διέθετε εμπειρία στην εκτίμηση της αξίας αρχαιολογικών αντικειμένων και αποφάσιζε ποια από αυτά θα αποκτούσε έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, προκειμένου να τα διαθέσει στη συνέχεια σε πρόσωπα του εξωτερικού.
Στη δεύτερη εγκληματική οργάνωση, ηγετικό ρόλο φέρεται να είχε εν ενεργεία στρατιωτικός, ο οποίος δραστηριοποιούνταν συστηματικά σε παράνομες αρχαιολογικές έρευνες και λαθρανασκαφές, κυρίως στην περιοχή του Έβρου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι άλλο μέλος της συγκεκριμένης οργάνωσης είχε δημιουργήσει, σε βάθος χρόνου, ένα αρχείο με τοποθεσίες αρχαιολογικού ενδιαφέροντος. Για τη συγκρότησή του φέρεται να είχε αξιοποιήσει παλαιά έγγραφα, σχεδιαγράμματα και πληροφορίες από επιτόπιες έρευνες. Το υλικό αυτό χρησιμοποιούνταν για τον σχεδιασμό των παράνομων δραστηριοτήτων.
Τα υπόλοιπα μέλη συμμετείχαν στη συλλογή πληροφοριών και στις λαθρανασκαφές, ακολουθώντας οδηγίες και λαμβάνοντας, κατά περίπτωση, χρηματική αμοιβή.
"Πάμε για jogging": Οι κωδικές λέξεις που χρησιμοποιούσαν
Ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία της δράσης των δύο οργανώσεων ήταν η χρήση κωδικοποιημένης γλώσσας στις επικοινωνίες των μελών τους.
Οι εμπλεκόμενοι απέφευγαν, σύμφωνα με την αστυνομική έρευνα, τις τηλεφωνικές συνομιλίες, προτιμώντας τις αυτοπρόσωπες συναντήσεις και εφαρμόζοντας μεθόδους αντιπαρακολούθησης. Όταν ήταν απαραίτητο να επικοινωνήσουν τηλεφωνικά, χρησιμοποιούσαν φαινομενικά αθώες εκφράσεις, πίσω από τις οποίες κρύβονταν οι παράνομες δραστηριότητές τους.
Συγκεκριμένα, οι λέξεις «δουλειά», «σοβαρή δουλειά», «προθέρμανση» και «αθλήματα» παρέπεμπαν στις παράνομες αρχαιολογικές έρευνες. Αντίστοιχα, όταν μιλούσαν για «jogging», «γυμναστική» ή «βόλτα», εννοούσαν ότι επρόκειτο να μεταβούν στην ύπαιθρο για να αναζητήσουν αρχαιότητες.
Ως «όργανα γυμναστικής» περιέγραφαν τους ανιχνευτές μετάλλων και τα μηχανήματα διασκόπησης εδάφους, ενώ η λέξη «φόρτιση» αφορούσε την προετοιμασία του εξοπλισμού τους.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικές ήταν οι εκφράσεις που χρησιμοποιούσαν για τα αρχαιολογικά ευρήματα. Τα αρχαία νομίσματα αποκαλούνταν «κέρματα», ενώ με τη λέξη «άσπρα» αναφέρονταν σε ασημένια και χρυσά αρχαία νομίσματα καλής κατάστασης και σημαντικής εμπορικής αξίας.
Η λέξη «θαύμα» είχε ιδιαίτερη σημασία για τα μέλη των κυκλωμάτων, καθώς χρησιμοποιούνταν όταν εντόπιζαν αρχαία μνημεία μεγάλης αξίας.
Πώς επέλεγαν τις περιοχές για τις λαθρανασκαφές
Οι δύο οργανώσεις δεν πραγματοποιούσαν τις έρευνές τους τυχαία. Σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., είχαν δημιουργήσει δίκτυο τοπικών συνεργατών, από τους οποίους αντλούσαν πληροφορίες για περιοχές αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, αλλά και για πρόσωπα που ενδεχομένως κατείχαν αρχαιότητες και επιθυμούσαν να τις πουλήσουν.
Πριν από κάθε επιχείρηση, αξιολογούσαν όχι μόνο την πιθανότητα εντοπισμού πολύτιμων αντικειμένων, αλλά και την προσβασιμότητα της περιοχής, το προσδοκώμενο οικονομικό όφελος και τον κίνδυνο να γίνουν αντιληπτοί από τις Αρχές.
Για τη μετάβασή τους χρησιμοποιούσαν τετρακίνητα οχήματα, ενώ διέθεταν εξειδικευμένα μηχανήματα ανίχνευσης μετάλλων και διασκόπησης του υπεδάφους.
Όταν εντόπιζαν ενδείξεις ύπαρξης αρχαιοτήτων, προχωρούσαν σε ανασκαφές χρησιμοποιώντας αξίνες, κρουστικά δράπανα, ηλεκτρογεννήτριες και άλλα εργαλεία. Όπως προέκυψε από την έρευνα, τα μέλη των οργανώσεων ήταν ιδιαίτερα εξοικειωμένα με τη χρήση του συγκεκριμένου εξοπλισμού.
Αρχαία νομίσματα, αρχαιολογικά ευρήματα και 24 ανιχνευτές μετάλλων
Κατά τις έρευνες που πραγματοποιήθηκαν σε κατοικίες και επαγγελματικούς χώρους των εμπλεκομένων, οι αστυνομικοί εντόπισαν πλήθος αρχαιολογικών αντικειμένων και εξειδικευμένο εξοπλισμό.
Μεταξύ των ευρημάτων περιλαμβάνονται αρχαία νομίσματα, χάλκινο σύμπλεγμα ιππέα με άλογο, τμήματα χάλκινων καμπανών, δακτύλιοι, πόρπες, περόνες, λαβές αγγείων, διακοσμητικά εξαρτήματα, τμήματα πήλινων αγγείων και αμφορέων, κεραμικά όστρακα, τέσσερα μαρμάρινα τμήματα αρχιτεκτονικών μελών και λίθινο τμήμα αρχιτεκτονικής διακόσμησης.
Εντυπωσιακή είναι και η ποσότητα του τεχνικού εξοπλισμού που κατασχέθηκε. Συγκεκριμένα, βρέθηκαν 24 ανιχνευτές μετάλλων, 11 πηνία ανίχνευσης, μηχάνημα πλήρους καταγραφής υπεδάφους, φορητός τρισδιάστατος σαρωτής εδάφους, γεωφυσικά συστήματα, ραντάρ και πέντε ραβδοσκοπικά ή αποστατικά μηχανήματα.
Οι αστυνομικοί κατέσχεσαν επίσης δύο ανιχνευτές κρυφών καμερών και πομπών, φορητό GPS, drone, οκτώ φτυάρια, 16 αξίνες, δύο δράπανα, δύο γεννήτριες βενζίνης και διάφορα εργαλεία ανασκαφών.
Στα κατασχεθέντα περιλαμβάνονται ακόμη τρία αυτοκίνητα, οκτώ κινητά τηλέφωνα, τρεις φορητοί ασύρματοι, χάρτες, ιδιόχειρες σημειώσεις, έγγραφα με αριθμούς συχνοτήτων, καθώς και χρηματοκιβώτιο.
Παράλληλα, εντοπίστηκαν 11.130 ευρώ, 875 τουρκικές λίρες, τρεις χρυσές λίρες, ένα χρυσό δαχτυλίδι, τρία κυνηγετικά όπλα, ένα αεροβόλο πιστόλι και μία ξιφολόγχη.
Κατασχέθηκε, επίσης, δελτίο αστυνομικής ταυτότητας του οποίου η απώλεια είχε δηλωθεί.
Στο μικροσκόπιο και δεκάδες ακόμη αντικείμενα
Πέρα από τα αρχαιολογικά ευρήματα που κατασχέθηκαν, οι αστυνομικοί εντόπισαν δεκάδες ακόμη αντικείμενα, για τα οποία απαιτείται περαιτέρω εξέταση προκειμένου να διαπιστωθεί εάν εμπίπτουν στη νομοθεσία περί αρχαιοτήτων.
Μεταξύ αυτών βρίσκονται 41 νομίσματα, δέκα νομίσματα με οπή ανάρτησης, 21 «άσπρα» νομίσματα, πέντε δισκοειδή αντικείμενα με κρίκο ανάρτησης, 11 μεταλλικά αντικείμενα, επτά μολύβδινα βόλια και πέντε βλήματα φυσιγγίων.
Τα κατασχεθέντα αρχαία μνημεία πρόκειται να αποσταλούν στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Θεσσαλονίκης, όπου θα φυλαχθούν και θα πραγματοποιηθεί η τελική εκτίμηση και αξιολόγησή τους.
Οι 11 συλληφθέντες θα οδηγηθούν ενώπιον των αρμόδιων εισαγγελικών Αρχών.