Εκτάκτως αυτή την Παρασκευή τα Παραπολιτικά σας προσφέρουν το βραβευμένο ιστορικό έργο του κορυφαίου βυζαντινολόγου Καρόλου Ντιλ, «Πορτρέτα Βυζαντινών» και τον δεύτερο τόμο από τη μνημειώδη ιστορική σειρά «Η Απελευθέρωση ενός έθνους» και έκπτωση 50% στις μαγικές νεροτσουλήθρες “Splash Waterpark” στον Ισθμό Κορίνθου!

 

Καρόλου Ντιλ, «Πορτρέτα Βυζαντινών»: Μη χάσετε εκτάκτως την Παρασκευή 12.08 το βραβευμένο ιστορικό έργο του κορυφαίου βυζαντινολόγου, ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ με τα ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ

 

Εκτάκτως αυτή την Παρασκευή 12.08 στα Παραπολιτικά το κλασικό και βραβευμένο από τη Γαλλική Ακαδημία έργο του κορυφαίου βυζαντινολόγου όλων των εποχών Καρόλου Ντιλ, «Πορτρέτα Βυζαντινών».

Επιλέξτε τον τόμο που θέλετε από το συναρπαστικό αυτό έργο που αποτελεί μια γλαφυρή ξενάγηση στο προσκήνιο και παρασκήνιο της ζωής των ηγεμόνων του Βυζαντίου, μέσα από την οποία ο αναγνώστης παρακολουθεί, ερμηνεύει και εμβαθύνει στα γεγονότα που σηματοδότησαν, χρωμάτισαν και διαμόρφωσαν τη βυζαντινή ιστορία.

Στα «Πορτρέτα Βυζαντινών» ο αναγνώστης θα βρει μια ολόκληρη σειρά από υπάρξεις ρομαντικές, μελαγχολικές ή τραγικές που συμβολίζουν και εξηγούν αρκετά καλά τη βασική και μόνιμη παρεξήγηση που -παρ' όλες τους τις προσπάθειες να προσεγγίσουν και να αλληλοκατανοηθούν- χώριζε πάντα σε δύο εχθρικούς και αντιμαχόμενους κόσμους, τον Ελληνικό και τον Λατινικό.

«Η σύγχρονη Ελλάδα οφείλει πολύ περισσότερα στο χριστιανικό Βυζάντιο παρά στην Αθήνα του Περικλή και του Φειδία», έγραφε στις αρχές του 20ού αιώνα ο Γάλλος ιστορικός και ακαδημαϊκός Κάρολος Ντιλ (1859-1944), ένας από τους διαπρεπέστερους βυζαντινολόγους της εποχής του, καθηγητής στα πανεπιστήμια του Νανσί, του Παρισιού και του Χάρβαρντ που, με τα βιβλία και τη διδασκαλία του, άνοιξε νέους δρόμους στη μελέτη του βυζαντινού πολιτισμού. Σ' αυτόν χρωστάμε την κλασική πλέον «Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας», έργο-αναφοράς πολύτιμο για την εθνική μας αυτογνωσία.

«Δεν πρέπει να φανταζόμαστε ότι στα χίλια χρόνια που επέζησε, μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, το Βυζάντιο ακολούθησε μια συνεχή πορεία προς την καταστροφή. Τις κρίσεις στις οποίες παραλίγο να υποκύψει, ακολούθησαν πολλές φορές περίοδοι ασύγκριτης λάμψης», διευκρινίζει ο Ντιλ στις εισαγωγικές σελίδες της «Ιστορίας...» του. Κι ευθύς εξαρχής επισημαίνει τη σωτήρια για την Ευρώπη στρατιωτική αξία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, την άνθιση στους κόλπους της του «πιο εκλεπτυσμένου πολιτισμού του Μεσαίωνα» και την «παντοδύναμη» πνευματική επιρροή της τόσο στη Δύση όσο και στην σλαβική και ασιατική Ανατολή.

Όπως παραδέχεται ο Γάλλος ιστορικός, «Θα 'ταν παιδιάστικο ν' αποκρύψουμε τα ελαττώματα αυτού του κράτους. Γνώρισε πολύ συχνά επαναστάσεις των ανακτόρων και στρατιωτικές στάσεις. Αγάπησε με πάθος τα παιχνίδια του ιπποδρόμου και ακόμη περισσότερο τις θεολογικές έριδες. Παρά την κομψότητα του πολιτισμού του, τα ήθη του ήταν συχνά σκληρά και βάρβαρα, και παρήγαγε σε μεγάλη αφθονία μέτριους χαρακτήρες και κακές ψυχές. Αλλά ό,τι κι αν ήταν, αυτό το κράτος υπήρξε μεγάλο... Κι όσο μακρινή κι αν φαίνεται η ιστορία του, δεν είναι καθόλου μια ιστορία νεκρή που πρέπει να ξεχαστεί».

 

O συγγραφέας

Ο διαπρεπής Γάλλος βυζαντινολόγος Κάρολος Ντιλ (Charles Diehl, 1859-1944), γεννήθηκε στο Στρασβούργο της Αλσατίας. Σπούδασε στο Παρίσι στην École Normale Supérieure και στη συνέχεια έμεινε για δύο χρόνια στη Ρώμη, όπου ασχολήθηκε με τη ρωμαϊκή και βυζαντινή αρχαιολογία. Έγινε καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Νανσί και στη συνέχεια καθηγητής Βυζαντινής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού και αργότερα εξελέγη μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας. Επισκέφτηκε πολλές χώρες στην Ευρώπη, την Ασία, την Αφρική και την Αμερική, και δίδαξε δύο εξάμηνα στο Harvard. Ο Ντιλ καλλιέργησε όλους τους κλάδους της Βυζαντινολογίας και με τα βιβλία και τη διδασκαλία του άνοιξε νέους δρόμους στη μελέτη του βυζαντινού πολιτισμού. Τα κείμενά του ξεχωρίζουν κυρίως για την ακρίβεια και τη σαφήνειά τους, καθώς και για το ύφος τους. Τα πιο γνωστά έργα του είναι «Η Θεοδώρα, Η αυτοκράτειρα του Βυζαντίου», «Η Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας» και «Η Βυζαντινή κοινωνία στην εποχή των Κομνηνών».